Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

Δεν έχω πρόβλημα, αρκεί να μην προκαλούν

Η αρχή της κατηφόρας ήταν όταν κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μια σκηνή με τις ερωτικές περιπτύξεις δύο αρσενικών λιονταριών. Κι από κάτω ένα τρομερό σχόλιο, καυστικό σε βαθμό που να λιώνει σίδερα: δεν έχω πρόβλημα με τα γκέι λιοντάρια, έχω και φίλους γκέι λιοντάρια, αρκεί να μην προκαλούν τον κόσμο με τη συμπεριφορά τους.

Και μετά ήρθε το Πάσχα. Και το κάλεσμα για κρεατοφαγία άθεων και μη. (Και ένας συνειρμός-παράφραση με το σύντροφο Οβελίξ: δεν το ‘ξερα πως μπορεί να φάει κανείς κι άλλα πράγματα). Κι η συγκαλυμμένη κατακραυγή: δεν έχω πρόβλημα με τους άθεους που τρώνε κρέας τη μεγάλη βδομάδα, έχω και φίλους άθεους που τρώνε κρέας τη μεγάλη βδομάδα. Αρκεί να μην προκαλούν με ανοιχτές εκδηλώσεις, αυτάρεσκες καφρίλες και δε συμμαζεύεται.

Το οποίο όμως μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ. Εύκολα.
Δεν έχω πρόβλημα με όσους πιστεύουν, νηστεύουν (και μετά κανονικά έρχεται το ληστεύουν, αλλά δεν το βάζω). Έχω και φίλους πιστούς που νηστεύουν (αν και το βασικό πρόβλημα είναι οι νηστικοί που περιμένουν το μάννα εξ ουρανού). Αρκεί να μην είναι προκλητικοί με ανοιχτές εκδηλώσεις, μεσαιωνικές δοξασίες, λατρευτικά έθιμα, κτλ.

Και μετά το συζητήσαμε με το Sniper. Και το λαϊκό στρώμα. Κι ήρθε η κατρακύλα.

Δεν έχω πρόβλημα με τους Κομμουνιστάς. Έχω και φίλους κουκουέδες άπλυτους που θα γίνουν σαπούνια (τι ωραία αντίφαση, όλα διαλεκτικά δεμένα). Αρκεί να συνεργαστούν, να εκσυγχρονιστούν, να αλλάξουν, να μπουν στο συνταγματικό τόξο, το λάκκο με τα γκέι λιοντάρια, σκύψε να πιάσεις το κομμούνι, και να μην προκαλούν με επαναστάσεις, απεργίες, ανατροπές πολιτεύματος και δικτατορία του προλεταριάτου.

Σωστό. Κι εγώ από την πλευρά μου δεν έχω πρόβλημα με όσους δεν ψηφίζουν ΚΚΕ. Έχω και φίλους που δεν ψηφίζουν ΚΚΕ (κι άλλους που λένε ότι ψηφίζουν, αλλά ο Μαρξ και η ψυχή τους τι ρίχνουν τελικά στην κάλπη). Αρκεί να μην προκαλούν ανοιχτά και να το κάνουν κρυφά στο παραβάν. Και να κατεβαίνουν στο δρόμο ό,τι σκατά κι αν ψήφισαν.

Επίσης, δεν έχω πρόβλημα με το εξωκοινοβούλιο. Έχω και φίλους από το εξωκοινοβούλιο, που ενοχλούνται άμα τους πεις αριστεριστές, κι έχουν δίκιο, γιατί μόνο αυτό δεν είναι οι άνθρωποι –τέρμα δεξιά το έχουν στρίψει το τιμόνι, όπου είναι πάντα η στρατηγική, εκτός κι αν κάθεται η τακτική. Αρκεί μόνο να μην είναι προκλητικοί, με χυδαία αντι-ΚΚΕ αντανακλαστικά.

Δεν έχω πρόβλημα με (βασικά έχω, αλλά έχω συνηθίσει) τον αντικομμουνισμό. Ξέρω και μερικούς παλιούς (πρώην) συντρόφους που έχουν καταντήσει αντικομμουνιστές. Βασικά όμως δεν ξέρω πώς μπορείς να μη γίνεις προκλητικός, αν είσαι αντικομμουνιστής. Αρκεί να γίνεσαι προκλητικός σε βαθμό γραφικότητας, για να έχουμε τουλάχιστον κάτι για να γελάμε από την όλη υπόθεση. Όπως στο Rocky IV.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους βάζουν ερωτήματα για το σύντροφο με το μουστάκι ως ιστορική προσωπικότητα. Έχω και φίλους που είχαν αντίστοιχους προβληματισμούς (και ζούνε ακόμα). Αρκεί στο τέλος, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, ουράααα, και θυελλώδικα χειροκροτήματα.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους είναι αντι-Μπαρτσελόνα. Έχω κι ένα φίλο που είναι αντι-Μπαρτσελόνα και με πρήζει με το(ν) Κ(λ)οπ και τη Λίβερπουλ. Αρκεί να μην προκαλούν και να μη βλέπουμε μαζί παιχνίδια της Μπάρτσα, και μου σπάνε τα νεύρα με την εμπάθειά τους να υποστηρίζουν πάντα τον αντίπαλο, τάχα γιατί συμπαθούν τον αδύνατο και τάσσονται με τα αουτσάιντερ, από θέση αρχής.

Δεν έχω πρόβλημα με τους κάγκουρες που στηρίζουν τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Ευτυχώς δεν έχω φίλους που να συμπαθούν τον Κριστιάνο Ρονάλντο. Αρκεί να τους περιορίσουμε σε συγκεκριμένες προστατευόμενες περιοχές (Μπουρνάζι) και υδροβιότοπους (πχ μια λιμνοθάλασσα με τζελ).
Παρεμπιπτόντως, δεν έχω πρόβλημα με το Μπουρνάζι. Έχω ζήσει και μερικούς μήνες στο Μπουρνάζι. Πέρα απ’ την Πλάκα (και το Βλαδιβοστόκ, είναι κι εκεί πατρίδα με σοσιαλισμό).

Δεν έχω πρόβλημα με όσους δεν τρώνε πολύ και θεωρούν το φαΐ υπερτιμημένη αξία. Έχω και φίλους που δεν τρώνε πολύ και προσέχουν τη διατροφή τους ή φουσκώνουν με ένα πιτόγυρο. Αρκεί να βγαίνουμε έξω για φαγητό και στο τέλος να πληρώνουμε όλοι, δια του τόσο, το ίδιο. Όλοι μαζί τα φάγαμε, εξάλλου…

Αρκεί βέβαια να μην είναι ψαροταβέρνα. Δεν έχω πρόβλημα με όσους προτιμούν το ψάρι. Έχω και φίλους που τρώνε ψάρια συχνά και δε σκέφτονται πόσα πιτόγυρα πχ θα μπορούσαν να φάνε με τα ίδια χρήματα. Αρκεί τα ψάρια τους να είναι πιο φρέσκα από του Αλφαβητίξ, να μη γίνονται αφορμή για καβγάδες και να μη σκεπάζουν την τσίκνα από το αγριογούρουνό μου, που είναι κλασική αφορμή για καβγά.

Δεν έχω πρόβλημα με τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί είναι φίλοι μας. Αρκεί να μην τους προκαλούμε.

-Δεν έχω πρόβλημα με τα κότερα. Έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;
-Ναι, αρκεί να μην προκαλούμε το λαουτζίκο και τους απλούς λουόμενους, που δεν έχουν κότερα.

Δεν έχω πρόβλημα να φάω χυλόπιτα. Έχω και φίλες που τους την έχω πέσει και μου έριξαν χυλόπιτα. Αρκεί να μην προκαλούν, γυρίζοντας μπροστά μου με τον καινούριο γκόμενο που βρήκαν στο καπάκι.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους σχολιαστές έχουν αντίθετη άποψη με κάποιο κείμενο της κε του μπλοκ. Έχω και φίλους που διαφωνούν πότε-πότε (αλλά όχι πολύ συχνά) με κάποια κείμενα, σημεία, διατύπωση. Αρκεί να μην είναι προκλητικοί και χυδαίοι. Να προσθέτουν κάτι στην πολιτική συζήτηση. Και βασικά να θέλουν να κάνουν τέτοια.
Το αυτό ισχύει στο ακέραιο και για τους συντρόφους που συμφωνούν.

Δεν έχω πρόβλημα με όσους σφους αναγνώστες δε βρίσκουν ιδιαίτερο νόημα σε αυτό το κείμενο. Φαντάζομαι πως θα υπάρξουν σφοι αναγνώστες που δε θα το βρουν ιδιαίτερα έξυπνο-εύστοχο. Αρκεί να το πουν στα σχόλια.


Απειλητικό υστερόγραφο: συνεχίζεται… (με  δικές σας ιδέες στα σχόλια. Αρκεί να μην είναι προκλητικές...)

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Αυτή η Ανάσταση καθόλου δε μ’ αγγίζει

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Να το, το βλέπω να έρχεται…

-Επ…
-Έλα, λίγο ακόμη…
-Επ…
-Κι άλλο λίγο…
-Επ…
-Τίποτα, τίποτα, δεν το σταματά.
Καλή επ-ανάσταση.

Να το! Αναπόφευκτο σα νομοτέλεια.


Δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρεθεί κάποιος σύντροφος, ενσαρκώνοντας το σύνθημα “η φαντασία στην εξουσία”, (μόνο που η εξουσία φθείρει τα πάντα όπως θα ξέρεις), που να μην κρίνει σκόπιμο να σε καταπλήξει με κάτι τόσο πρωτότυπο, αυτές τις μέρες, όπως η παραπάνω ευχή. Αλλά αν η επανάσταση καταργεί τη δύναμη της συνήθειας, της αδράνειας, κι ό,τι φαινόταν ως τώρα αναγκαίο και αιώνιο, αν αποτελεί την πιο πλούσια συμπύκνωση της ανάγκης που γίνεται ιστορία, αν είναι το πιο πρωτότυπο γεγονός (θα έλεγα και συμβάν, αλλά ας μην μπλέξουμε με τον Μπαντιού και την ορολογία του) που δεν μπαίνει σε καλούπια… δεν υπάρχει πιο χιλιοφορεμένο, τετριμμένο καλούπι, πιο αναμασημένο και προβλέψιμο κλισέ από αυτή την ευχή: καλή επ-ανάσταση! Ούτε καν δηλ λαός επ-ανέστη, έτσι για μια αλλαγή.

Λες και μπορεί να υπάρξει και κακή επανάσταση (δηλ αντεπανάσταση). Είναι σαν τον πλεονασμό στην “καλή τύχη” που ευχόμαστε πολλές φορές στα δικά μας πρόσωπα, πριν από μια δοκιμασία. Αν και η τύχη μπορεί να είναι κακή (κακοδαιμονία), ου μην και ανήθικη. Γιατί όπως έγραφε ο φασίστας Τσιάνο (ο υπουργός εξωτερικών του Μουσολίνι) στο ημερολόγιό του για μια ευνοϊκή συγκυρία στον ισπανικό εμφύλιο: η τύχη δεν είναι ένα τρένο που περνάει κάθε μέρα την ίδια ώρα. Αλλά μια πόρνη που σου προσφέρει για λίγη ώρα τις υπηρεσίες της και μετά φεύγει για να βρει άλλον πελάτη… Κάτι αντίστοιχο δηλ με την περίφημη φράση του (προπονητή) Όσιμ για την πόρνη μπάλα. Θεά (Τύχη) η μία, (στρογγυλή) θεά κι η άλλη, μπορεί να έχουν θέσεις δίπλα-δίπλα, στο Πάνθεον.

Ο Καμί έλεγε βέβαια πως το ποδόσφαιρο του δίδαξε όλα όσα είχε μάθει στη ζωή του περί ηθικής. Αλλά δεν είναι τυχαίο που όσοι μπλέκουν στα δίχτυα της στρογγυλής θεάς, ή αδυνατούν να τη στείλουν εκεί, τη θεωρούν πρόστυχη και άτιμη, σαν την κοινωνία (εικόνα σου είμαι και σου μοιάζω). Η ζωή από την άλλη, είναι ένας αγώνας διαρκείας, που σπανίως έχει παρατάσεις (κάτι σαν δυαδική εξουσία) και συνηθίζει να σε στήνει στα 11 μέτρα για εκτέλεση της εσχάτης των ποινών (πέναλτι). Το βασικό όμως είναι να πάρεις την τύχη στα χέρια σου ή έστω στα πόδια σου, αλλιώς θα μένουμε πάντα με το παράπονο και θα χάνουμε άνευ αγώνα. Ενώ η ζωή είναι ένας αγώνας χωρίς τέλος, είτε για επιβίωση, είτε για πιο σύνθετα πράγματα, άσχετα αν δε μας εγγυάται κανείς πως θα έχει χάπι εντ.

Όσοι υπομένουν αγόγγυστα το Γολγοθά και περιμένουν να κλείσει φέτος η επταετία της κρίσης και των παχιών αγελάδων, για να ξεκινήσει αυτομάτως η ανάκαμψη, είτε ομνύουν στην ιερή αγελάδα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (προσμένοντας άμεσα οφέλη) είτε θα δουν το τρένο της να περνάει από πάνω τους κι από τα εργασιακά τους δικαιώματα, ψάχνοντας να βρουν τι τους χτύπησε.

Το πιο φοβερό πάντως είναι η ακατανίκητη ανάγκη του κόσμου να πιστέψει σε κάτι και να βρει ένα σωτήρα που θα το λυτρώσει από το Γολγοθά του, να τον πιστέψει ως Μεσσία, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν έχει τέτοια χαρακτηριστικά. Περίπου όπως γίνεται και στην ταινία των Μόντι Πάιθον, η Ζωή του Μπράιαν, ο οποίος (θέλοντας και μη) κηρύσσεται ως ο έχων το χρίσμα (Χριστός). Στα καθ’ ημάς, αντιθέτως, ο Αλέξης πήρε το χρίσμα δια της κάλπης, φόρεσε το “ακάνθινο στεφάνι” για 17 ολόκληρες ώρες διαπραγμάτευσης, που τον κατέστησαν συμπαθή και στην τελευταία πιστή γιαγιά, ενώ οι φρούδες ελπίδες που (ξε)πούλησε, πήγαιναν από τον Άννα στον Καϊάφα, πότε με την ΕΚΤ και πότε με το ΔΝΤ, αφού όλοι είναι φίλοι μας (κι οι Γερμανοί ακόμα) και προπαντός εταίροι.

Ενδιάμεσα βέβαια, έταξε πράγματα και θάματα, όχι τόσο με την έννοια της παροχολογίας, όσο ότι θα σκίσει το μνημόνιο, θα το αποσυνδέσει από τη δανειακή σύμβαση, θα αλλάξει τους συσχετισμούς στην ΕΕ, και στο τέλος θα περπατήσει και στην επιφάνεια της θάλασσας. Εδώ και τώρα όμως, όχι ξέρω εγώ στη Δευτέρα Παρουσία του σοσιαλισμού, όπως ευαγγελίζονται οι δογματικοί της (κομμουνιστικής) ορθοδοξίας, που αρνήθηκαν σεχταριστικά τέτοια ιστορική ευκαιρία, να ψηφίζουμε όλοι μαζί μνημόνια, και να ξεπλένουμε τη “Δεύτερη Φορά Αριστερά”.

Η κυβέρνηση της ΔΦΑ δεν πρόλαβε ή δεν τόλμησε τελικά να φέρει μες στο Πάσχα τα νομοσχέδια για ασφαλιστικό και φορολογικό, για να μην περάσει αυτή μια βδομάδα Παθών, με το λαό στους δρόμους. Δεν πειράζει, όμως. We ‘ll always have Paris. Θα έχουμε για πάντα να θυμόμαστε το τρίτο μνημόνιο μες στο 15αύγουστο.

Τη φετινή σταύρωση όμως δεν πρόκειται να την ακολουθήσει η λύτρωση, παρά μόνο νέα αντιλαϊκά μέτρα, που μπήγουν πιο βαθιά τα καρφιά της… δημοσιονομικής προσαρμογής (όπως βαφτίζεται κατ’ ευφημισμόν η τόνωση της καπιταλιστικής κερδοφορίας). Και δεν υπάρχει καμία εύκολη λύση για το ποίμνιο, όσο παραμένει τέτοιο, εντός της ευρωπαϊκής λυκοσυμμαχίας. Όσο περιμένει τον καλό ποιμένα και μια άνωθεν σωτηρία, είτε αυτό το άνωθεν αναφέρεται σε μεταφυσικά όντα, είτε (ακόμα πιο μεταφυσικά) σε κάποια αστική κυβέρνηση. Η μόνη επίγεια λύση είναι η επουράνια έφοδος (κι όχι ανάληψη, με capital control, κτλ) κι η επ-ανάσταση, για να κλείσουμε όπως ακριβώς αρχίσαμε.

Τελικά το πρόβλημα με αυτήν την ευχή, καλή επ-ανάσταση, δεν είναι τόσο στο λογοπαίγνιο. Αλλά ότι μένουμε στα ευχολόγια και δεν κάνουμε τίποτα ουσιαστικό για να γίνουν πράξη.

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Θρησκευτική και έλλογη πίστη

Αν κάποιος θέλει να βρει ένα πολιτικό αντίστοιχο της θρησκόληπτης παράκρουσης που μας περικυκλώνει αυτές τις μέρες, δεν χρειάζεται να πάει πολύ μακριά. Η μαζική λοβοτομή νουνεχών ανθρώπων, που θυσιάζουν οικειοθελώς την κριτική τους ικανότητα κι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην κυβερνώσα αριστερά, μας υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: ότι η θρησκεία πατάει πρωτίστως στην ανάγκη του κόσμου να πιστέψει σε κάτι και να πιαστεί από κάπου. Και αυτή η… εσωτερική δύναμη είναι αήττητη, δεν ανατρέπεται, ούτε κλονίζεται με λογικά επιχειρήματα, εφόσον κατά βάση στερείται και η ίδια κάποιας λογικής βάσης. Σε μία πρόσφατη ανάρτηση συνδέσαμε εξάλλου τη θρησκεία με τη σοσιαλδημοκρατία που είναι το σύγχρονο όπιο του λαού. Η μεταφυσική κι ανορθολογική σκέψη, ως βασικό χαρακτηριστικό της θρησκείας, βρίσκει μια καθαρή μορφή έκφρασης στο παραμύθι του τρίτου δρόμου της διαταξικής συνεργασίας. Όπου ο λύκος θα δώσει τα χέρια να συναδελφωθεί με το πρόβατο και θα συνεδριάσουν για να αποφασίσουν από κοινού τι θα φάνε, ενώ τα λιοντάρια θα γίνουν φυτοφάγα. Κι όλοι μαζί οι λύκοι (αγκαλιά με τα σκυλιά), θα φτιάξουν την ευρώπη των λαών και όχι μια λυκοσυμμαχία ή το λάκκο των λεόντων για τους λαούς, που βγαίνουν χωρίς τον απαραίτητο ιδεολογικό εξοπλισμό, πολιτικά γυμνοί και άοπλοι σαν τους πρωτοχριστιανούς μάρτυρες. Με τη διαφορά πως αυτοί θυσιάζονταν με την ελπίδα πως θα ανταμειφθούν μετά θάνατο, ενώ εμείς για τα κέρδη των αστών. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε τη δευτέρα παρουσία, για να φέρουμε στη γη την επουράνια έφοδο και την κοινωνία του μέλλοντος. Όπου θα είναι πιο εύκολο να περάσει ένα χοντρό σκοινί –και μια καμήλα ακόμα- από το μάτι της βελόνας, παρά να δεχτούνε οι εκμεταλλευτές να παραδώσουν οικειοθελώς την εξουσία τους , χωρίς να πολεμήσουν με νύχια και με δόντια, για να γαντζωθούν πάνω της.

Πολλοί μας κατηγορούν για δογματικούς και κολλημένους με την κομμουνιστική ορθοδοξία, που καταδικάζει όλες τις οπορτουνιστικές αιρέσεις, και με την περίοδο της θρησκευτικής σχεδόν προσωπολατρίας για το σφο με το μουστάκι –και τον ζαχαριάδη στα καθ’ ημάς- που λατρεύονταν σαν αλάθητοι θεοί. Είναι αν μη τι άλλο τραγική ειρωνεία να ακούς αυτήν την κατηγορία από τους ιδεολογικούς ταγούς μιας περίπου θρησκόληπτης εξουσίας, οι βασικές πεποιθήσεις της οποίας, μεταφρασμένες στη δική μας διάλεκτο, θα μπορούσαν να αποδοθούν και με το «ο τάφος δεν Τον λυγά».

Αυτό που επιλέγουν να αγνοούν σε κάθε περίπτωση είναι: αφενός πως αυτή η λατρεία αποτύπωνε εν μέρει το κλίμα της εποχής, την αυθόρμητη σκέψη και το επίπεδο της καθυστέρησης ενός λαού, που είχε μάθε να βλέπει τον τσάρο ως εκπρόσωπο του θεού και δεν είχε προλάβει να απαλλαχτεί απ’ όλες τις ιδεοληψίες του παρελθόντος, ενώ ως ένα βαθμό είχε ανάγκη να αναπαράγει και να χρησιμοποιεί τον παλιό τρόπο σκέψης και να αντλεί έμπνευση και σιγουριά ότι ο πατερούλης τον προστατεύει πχ κατά τη διάρκεια του πολέμου και του λυσσαλέου αγώνα κατά των ναζί. Και αφετέρου πως η ειδοποιός διαφορά της έλλογης, συνειδητής πίστης από τη θρησκευτική είναι πως βασίζεται στη δύναμη της γνώσης, της σφαιρικής ανάλυσης και της αγωνιστικής, ιστορικής αισιοδοξίας που απορρέει από αυτήν. Οι κομμουνιστές στρατεύονται οικειοθελώς και συνειδητά. Ξέρουν γιατί αγωνίζονται κι έχουν κριτική κι αναλυτική ικανότητα. Και προπαντός ένα βασικό ελάττωμα για τους στρατηγούς των διάφορων ιερών πολέμων (τζιχάντ). Ξέρουν να σκέφτονται. Και δεν πιστεύουν χωρίς να ερευνούν την αλήθεια.

Βέβαια η διαδικασία (προτσές)  της γνώσης είναι (όπως κάθε τι διαλεκτικό) αρκετά αντιφατική. Για κάθε καινούρια γνώση που αποκτάμε, ανακαλύπτουμε νέα ερωτήματα, αντιλαμβανόμαστε τον πολύπλοκο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Έτσι μαζί με τις σιδερένιες γενικές νομοτέλειες και την κατανόηση της κίνησης του κόσμου που μας προσφέρουν, κληρονομούμε κι ένα πέλαγος καινούριων, σύνθετων ζητημάτων, που απειλούν να μας βουλιάξουν στα βάθη τους και να μας ρίξουν στην ξέρα της αναποφασιστικότητας και της αδράνειας. Κι αν τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να επισημανθεί ως κίνδυνος ή που μπορεί να ζηλέψουμε συγκριτικά με άλλους καιρούς (τώρα που δεν υπάρχει η «ανώτερη δύναμη» της σοβιετικής ένωσης) από τους αγωνιστές που έδρασαν την περίοδο της προσωπολατρίας, είναι αυτό το πάθος, η αυτοθυσία, η σιδερένια θέληση και πίστη –που μπορεί να φαίνεται θρησκευτική σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή- το αλύγιστο φρόνημα.


Το βασικό μειονέκτημα του θρησκευτικού οπίου δεν είναι προφανώς η πίστη κι η θέληση που σου χαρίζει –έστω και μέσω κάποιας ψευδαίσθησης- πως μπορείς ακόμα και βουνά να νικήσεις, αλλά η απραξία και η απάθεια που καλλιεργεί για όσα συμβαίνουν σε αυτή τη ζωή, στο φθαρτό, υλικό κόσμο, και η πίστη σε μια φρούδα, μεταθανάτια διέξοδο, που θα έρθει ουρανοκατέβατη, ως μάννα εξ ουρανού. Με τους χριστιανούς που παλεύουν και αγωνίζονται σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να μας χωρίσει. Με τους άθεους πλην αφιονισμένους, βολεμένους σοσιαλδημοκράτες, που περιμένουν από μία ψήφο να τους απαλύνει το μαρτύριο και προσμένουν αδρανείς την άνωθεν σωτηρία, μας χωρίζει άβυσσος, που δε θα γεφυρωθεί σε αυτή τη ζωή.

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Για ποιον χτυπάει η καμπάνα

Πασχαλινές σημειώσεις

Αρχικά με προβλημάτιζε η ανοιξιάτικη αλλαγή της προσευχής στο σχολείο, που ποτέ δεν κατάφερα να αποστηθίσω πολύ καλά, σε αντίθεση με το πατερημών  (το «πατ» από τις καρπαζιές το ‘ξερα, το ερημών δεν καταλάβαινα τι είναι, όπως λέει ένας συγγραφέας) που με μπέρδευε μόνο σε ένα σημείο με τις ρίμες του· και έτσι κρυβόμουν στη σειρά, για να μη με σηκώσουν να την πω και γελάσει και το σουβλιστό κατσίκι, πάνω στη σούβλα του, με όσα θα άκουγε.

Μετά σκόνταφτα σε αυτό το περίφημο «την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς». Αφού πέθανε παρασκευή κι εμείς γιορτάζουμε σαββατόβραδο, μία μέρα μετά. Πώς γένεν αυτό; που θα ‘λεγε απορημένος κι ο ογκουνσότο. Δεν είχαν κλείσει ούτε καν δύο 24ωρα, για να πεις ότι πάμε στο τρίτο. Και αν ήμασταν μερικά χρόνια αργότερα, θα το απέδιδα στα περιβόητα greek (orthodox) logistics, και θα ησύχαζα.

Φταίει οπωσδήποτε και το παραδοσιακό μενού των ημερών. Καλά, για μαγειρίτσα δεν το συζητάμε καν, έκανα σαν τη γιουλάκη στο ρετιρέ (αν κι οι «μικρομεσαίοι» του διαλιανίδη είχαν πιο λαϊκοσυμμαχικό όνομα) σε ένα επεισόδιο που της έβαλαν να φάει γατοπόδαρα και τα έφτυνε. Αλλά αρνάκι, κατσικάκι; Αυτά ομολογώ πως ήταν από τις λίγες τροφές, που πέρασαν το τεστ με τη μέθοδο της γάτας, πρώτα μυρίζουμε-μετά τρώμε, και πείστηκα να τις δοκιμάσω, γιατί μύριζαν ωραία, αλλά με ξεγέλασαν και τελικά… άλλη μία γατοπόδαρα στη γιουλάκη, παρακαλώ.

Από την άλλη, στο σούβλισμα πάντα με προβλημάτιζε τι απογίνονται τα γεννητικά όργανα των (πάλαι ποτέ) ζωντανών, που κάποιοι τα τσιμπούσαν τελικά σα μεζεδάκι, μαζί με την πετσούλα. Άλλοι δεν μπορούσαν να βλέπουν στο πιάτο τους το κεφάλι, με τα μάτια να τους κοιτάζουν, αλλά εγώ είχα κολλήσει με αυτό. Και το γλυκό δένει, όταν καταλαβαίνεις από πού ακριβώς διαπερνούσε η σούβλα τον αθανάσιο διάκο κι έβλεπες μια νέα, βέβηλη διάσταση στο στίχο: για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…

Εντάξει τα αυγά δεν μπορεί να μη σου άρεσαν όμως.
Τι, ως γεύση; Όχι. Μου χτυπούσε άσχημα κι εκείνη η ατάκα στη γνωστή ταινία με τον τσεκουράτο, που τον έβαζε η γυναίκα του τιμωρία στη γωνία να ρουφάει το αυγό του. Άσε που δεν μπορώ με τίποτα να συνηθίσω την καινούρια του γραφή με β, λες και πας να πεις από την αρχή το αλφάβητο.

Το έθιμο ωραίο ήταν, είχε και σασπένς, αλλά νομίζω πως, ως παιδί κι εγώ, ήμουν λίγο εγωιστής για να βλέπω το αυγό μου να σπάει μαζί με τα νεύρα μου. Και ήθελα πάντα να παίρνω τα γερά αυγά των άλλων, που έσπαγαν κι αυτά στη συνέχεια. Ή να κάνω εκείνο το κόλπο των πολιτικών, στα ομαδικά τσουγκρίσματα πχ με τους φαντάρους ενός λόχου, που έχουν δίπλα τους ένα καλάθι ολόκληρο με αναπληρωματικά αυγά και κερδίζουν πάντα στο τέλος.
Ούτε η λαμπάδα μου έλεγε πολλά. Αφενός γιατί δε συνηθίζαμε να πηγαίνουμε εκκλησία στο σπίτι, οπότε έμενε χωρίς κάποια χρηστική αξία. Αφετέρου γιατί η νονά μου έπαιρνε πάντα πολύ καλά δώρα, για να μου τραβήξει το ενδιαφέρον ένα μεγάλο κερί που έλιωνε.

Το χειρότερο και με διαφορά όμως είναι ο καταιγισμός των κλισέ ευχών για κάτι που δεν πιστεύεις –ότι δηλ ανέστη- αλλά πρέπει να απαντήσεις και να το επιβεβαιώσεις μάλιστα –αληθώς, αληθώς ανέστη (ε, τι; ψέματα;). Κι άντε, σε άλλες περιστάσεις  τη βγάζεις με ένα τυπικό, διεκπεραιωτικό «επίσης», καλές γιορτές, διακοπές, οτιδήποτε. Εδώ όμως, πώς το αποφεύγεις; Ιδίως αν πετύχεις κάποια ηλικιωμένη γειτόνισσα, που πιάνει να στις πει όλες από την αρχή και περιμένει ανταπόδοση. Και λες μέσα σου, φταίω εγώ τώρα να της πω ένα «χρόνια πολλά» την πρωτομαγιά, και να την αφήσω να ψάχνεται τι γιορτάζουμε; Σιγά μην το καταλάβει όμως. Αφού οι πασχαλινές ευχές μετράνε λέει κι ένα μήνα μετά. Τις ακούς στο δρόμο και ψάχνεις να θυμηθείς ποιος έχει γενέθλια, μέχρι να καταλάβεις τι παίζει.

Κι ενώ περιμένεις τουλάχιστον κατανόηση κι επιείκεια σε ένα συντροφικό περιβάλλον (καταταγείτε μας έλεγαν), οι σφοι σου δίνουν την χαριστική βολή με αυτό το «καλή επ-ανάσταση», που είναι πιο πρωτότυπο κι από τους «ήρωες» σε γλέντι της οργάνωσης, ή από το «ας πούμε» σε φοιτητική συνέλευση» και από το «νύχι-κρέας» στο ριζοσπάστη, από το «χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά» σε μια πορεία. Κι από όλα αυτά μαζί, υψωμένα στον κύβο και το τετράγωνο. Έλεος σφοι, όχι άλλη (επ)ανάσταση, ας ρεφορμίσουμε και λίγο, δεν πειράζει.

Κι αφού ξυπνάει το στρουμφάκι γκρινιάρης μέσα σου, βρίσκει πάντα τρόπο κι αφορμές να επικαιροποιεί τα διαχρονικά, πασχαλινά διδάγματα, δηλ τη μελαγχολία.

-Τι να μας πει κι ο ιησούς, με μια εβδομάδα παθών στις πλάτες του; Εμείς τη ζούμε 52 φορές τον χρόνο. Σηκώνουμε το γολγοθά μας και πάμε σαν πρόβατα για σφαγή, κάθε πρωί. Μία βδομάδα από τη ζωή μας, ολόκληρη η δική Του.

-Το πρόβλημα με τον επιτάφιο είναι ότι θυμίζει τη δική Μας ζωή εν τάφω, καθώς τον περιφέρουμε, σα να κηδεύουμε τα δικαιώματα, τις κατακτήσεις μας και την πρόσκαιρη αντιμνημονιακή αναλαμπή του κινήματος.
Κι ότι δεν είναι ο επιτάφιος που θυμίζει συγκεντρώσεις και πορείες, αλλά οι πορείες του τελευταίου χρόνου που θυμίζουν επιτάφιο και θα γίνονται οσονούπω και με την ίδια περίπου συχνότητα, μία κάθε χρόνο. Εν τω μεταξύ, ο πιο παλιός μου ‘λεγε πως στο χωριό του αντιστοιχεί ένας παπάς για αυτό κι άλλα τρία γειτονικά, οπότε έρχεται μεσημέρι για τον επιτάφιο και τον περιφέρουν σχεδόν τρέχοντας: χοπ-χοπ-χοπ. Αυτοί θα είναι μάλλον οι σεκίτες, όταν πέφτουν οι κρότου-λάμψης.

-Ο κόσμος έχει καλομάθει και περιμένει να φτιάξει ομελέτα, χωρίς να τσουγκρίσει αυγά, και να βολευτούμε όλοι με δέκα ψάρια και δέκα ψωμιά, όπως στο θαύμα… (θέλω να πω της κανά, αλλά δε νομίζω να ‘ναι αυτό, και βαριέμαι λίγο να το ψάξω). Το θέμα δεν είναι όμως να βολευτούμε με τα ψίχουλα, αλλά να μάθουμε στον άλλο να ψαρεύει μόνος του.. όχι στάσου, αυτό το λένε οι φιλελέδες (φιλελέμ,φιλελέμ, ωχ αμάν-αμάν). Το θέμα είναι να πάρουμε όλο το φούρνο και το ψωμί που μας ανήκει.

-Τα έθιμα δε μένουν αναλλοίωτα στη φθορά του χρόνου και της γενικευμένης εμπορευματοποίησης –που είναι η πεμπτουσία της κεφαλαιοκρατίας. Γίνονται ψεύτικα, στημένα, τουριστικά. Η ανθρώπινη επαφή-συμπεριφορά υποκαθίσταται από την πελατειακή σχέση και τη σκοπιμότητά της, απ’ ό,τι υπαγορεύει η λογική του κέρδους. Η οποία σκοτώνει κάθε αυθεντική γραφικότητα και πληθαίνει απότομα τους γραφικούς και τους ντεμέκ αυθεντικούς. Ισοπεδώνει τον ανθρώπινο πλούτο σε προκάτ σχήματα κι ανόητα στερεότυπα: μουζάκα, σουβλάκι, γκρικ σάλατα. Μετατρέπει τα κάλαντα σε κυνήγι θησαυρού και χρημάτων και την ανάσταση σε επίδειξη των καλών μας ρούχων, σε στιλ πασαρέλας.

-Οι πένθιμες καμπάνες της παρασκευής (μεγάλη βδομάδα υπάρχει μόνο σε μικρά μυαλά) χτυπάνε μελαγχολικά για το δικό μας δράμα –κι ας μην είναι θείο. Αλλά οι χαρμόσυνες καμπάνες μετά, σε ποιον απευθύνονται; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος πατέρα; Και για ποιον χτυπάει τελικά η καμπάνα;

-Το τελευταίο δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε σε ποιο λογοτεχνικό έργο και ποιο νόημα παραπέμπει. Γιατί θα ήταν πιο κλισέ κι από σφο με λάντα στη δεκαετία με τις βάτες, ή από τα σκίτσα του ρίζου με τον αστό να κρατάει πούρο, κι από τα κλασικά θυελλώδικα χειροκροτήματα στο σφο με το μουστάκι και τις αντίστροφες ρητορικές ερωτήσεις του (μήπως μπορούμε σφοι να πούμε ότι… -αγωνία στο κοινό- (…) όχι σφοι, δεν μπορούμε), από τη δικτατορία με «χτ» και από τις πασχαλινές ευχές για καλή επ-ανάσταση.

Αλλά τώρα στα κοντά κι όχι στη δευτέρα παρουσία (λες κι οι άλλοι πίστεψαν ποτέ στην πρώτη…)

Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

Το όπιο του λαού

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Αυτές τις γιορτάρες μέρες, η σκέψη σκοντάφτει σε πεισματάρικα γεγονότα και οδηγείται μηχανικά στα ίδια συμπεράσματα: η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, όπως σημείωνε κι ο Μαρξ. Για να προσθέσει μετά από μερικά χρόνια ο Λένιν πως «η θρησκεία είναι μια απ’ τις μορφές της πνευματικής καταπίεσης που καταδυναστεύει παντού τις λαϊκές μάζες, που τσακίζονται στη δουλειά προς όφελος τρίτων. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη τους ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει την πίστη σε μια καλύτερη ζωή μετά θάνατο, το ίδιο αναπόφευκτα όπως η αδυναμία του άγριου, στην πάλη του με τη φύση, γεννάει την πίστη στους θεούς, τους σατανάδες, στα θαύματα, κλπ».

Δεν εξαντλείται όμως τόσο απλά το θέμα. Ο Μαρξ συμπλήρωνε αμέσως μετά τη γνωστή φράση για το όπιο (που αποκόπηκε και αυτονομήθηκε) πως «η θρησκεία αποτελεί την καρδιά ενός άκαρδου κόσμου». Το όπιο ως ναρκωτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για ιατρικούς σκοπούς, ως παυσίπονο. Κι ως παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του αναζητώντας τη μετά θάνατον δικαίωση. Και μια ελπίδα για να πορεύεται και να αντέξει στην ατέλειωτη κοιλάδα των δακρύων που λέμε ζωή.

Κατά μία έννοια όμως κι η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα σύγχρονο όπιο του λαού, με γλυκερές ρεφορμιστικές ουτοπίες για όσους εύπιστους θέλουν να παραμυθιαστούν: Δευτέρα Παρουσία, καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο, διαταξική συνεργασία, κτλ. Μια προσπάθεια-ματαιοπονία να καταπολεμηθεί με ασπιρίνες ένα σύστημα βαριά άρρωστο, σε προχωρημένη σήψη και στάδιο καρκίνου. Παστίλιες για τα κέρδη του άλλου, όπως θα έλεγε παραφρασμένη και μια διαφήμιση. Ή με άλλα λόγια, η σοσιαλδημοκρατία είναι ο «δίκαιος συμβιβασμός» ενός άδικου κόσμου, η καρδιά ενός άκαρδου συστήματος, που έχει στο DNA του τα κέρδη του και την εκμετάλλευση που τα αυγατίζει.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το δικό μας πρόβλημα δεν είναι με τον χρήστη ναρκωτικών ουσιών, αλλά με τον έμπορο που τις καλλιεργεί και τις εμπορεύεται συστηματικά –είτε μιλάμε για το κανονικό όπιο, είτε για τη μεταφορική του σημασία (πολιτική, θρησκευτική, κτλ). Συνεπώς είναι ζητούμενο, δύσκολο προς κατάκτηση, να πολεμήσουμε σταθερά και επίμονα τη διάδοσή τους, χωρίς εκπτώσεις στο περιεχόμενο, αλλά και χωρίς να προσβάλουμε τους ίδιους τους πιστούς και τους ψηφοφόρους για τις αυταπάτες που τρέφουν. Και αυτό δε σημαίνει να πάμε με τα νερά τους και να τα ανοίξουμε στα δύο με το μαγικό μας ραβδί. Αλλά να καταπολεμήσουμε όλες τις αυταπάτες, σκληρές και μαλακές, ανεξάρτητα από το φιλολαϊκό, ριζοσπαστικό τους μανδύα (με το δηλητήριο του Νέσσου, που σκότωσε τον Ηρακλή).

Και το κυριότερο, να μην υποκαταστήσουμε αυτές τις ουσίες και ξεπέσουμε οι ίδιοι σε κάποια μορφή θρησκείας, θεϊκών εντολών-κανόνων και αφηρημένων εξαγγελιών για το απώτερο μέλλον, που θα έρθουν από τα πάνω, θεόσταλτες, ως μάννα εξ ουρανού, με το λαό στο περιθώριο, δειλό, μοιραίο και άβουλο αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θάμα και την άνωθεν σωτηρία του. Μόνο αν σπάσει αυτό το απόστημα της ανάθεσης και κουνήσει την χείρα του (συν Αθηνά), χωρίς να περιμένει την ευτυχία να έρθει από το αόρατο χέρι της (καπιταλιστικής) αγοράς του Άνταμ Σμιθ, θα μπορέσει ο περιούσιος λαός να κάνει κοινωνική περιουσία τον πλούτο που παράγει. Μόνο τότε θα συμμετέχει στο θείο μυστήριο της επ-ανάστασης και το δικό του πέρασμα (Πεσάχ, δηλ Πάσχα) στην κοινωνία του μέλλοντος και τηγη της επαγγελίας.

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Διατροφικός υλισμός κι αριστερισμός

Η βασική παρέκκλιση του δια-ματ, με την έννοια του διατροφικού υλισμού, αυτές τις (φ)άγιες μέρες είναι ο αριστερισμός. Πώς εκδηλώνεται όμως αυτή η αριστερή παρέκκλιση;

Ο αριστερισμός εκδηλώνεται πχ στη σπαραξικάρδια ατάκα της χήρας από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: «δεν το ‘φαγες το αρνί μιχαλάκη μου, αυτό σε έφαγε». Αν και όπως λέει απορημένος στην ασπίδα της αρβέρνης ο οβελίξ: «δεν ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει».

Κι εντάξει ο οβελίξ έπεσε μικρός στην χύτρα με το μαγικό ζωμό και δικαιολογείται. Αριστερισμός όμως είναι η στάση του αρχηγού μαζεστίξ στην ίδια περιπέτεια, που αγνοώντας τις δραματικές συνέπειες του τελευταίου τσιμπουσιού και ότι η μιμίνα ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της με ένα βάρβαρο χοντροαγριογούρουνο, μετατρέπει τη διαδρομή του προς τα ιαματικά λουτρά για τη θεραπεία του σε ένα γαστριμαργικό μαραθώνιο, επενδυμένο –όπως κάθε αριστερισμός άλλωστε- με το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας και τα τσιτάτα των κλασικών: «η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα» (από τον κρυφό τρίτο τόμο της γερμανικής ιδεολογίας), ή «όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα». Μετά όμως νιώθει «λίγο βαρύς παιδιά» και ξαπλώνει κάτω από ένα δέντρο, για να ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας του συκωτιού, με ένα φύλλο (συκής) που πέφτει στο στομάχι του, ξεσκεπάζοντας τον πόνο και την αδυναμία του.

Οργανωμένη έκφραση του αριστερισμού, με παντελή απουσία της αίσθησης του μέτρου, είναι πχ κάτι μαζικά τσιμπούσια στα χωριά της θεσσαλίας, από τα μέρη του άβερελ, όπου βρίσκεσαι περικυκλωμένος από θείες και γιαγιάδες εξασκημένες στο «φάε-φάε», που πάντα πιάνει. Κι όπου κάθονται για κάνα μεζέ το πρωί, για να σηκωθούν ξανά κατευθείαν για ύπνο, μια και καλή το βράδυ. Αν δε βρεθούν ξάπλα πιο πριν δηλ να τους κουβαλάν άλλοι, από το πολύ τσίπουρο. Και εδώ χαϊδεύουμε τις παρυφές του πηρήνα του αριστερισμού: το αλκοόλ απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η πιο τυπική μορφή του φαινομένου ωστόσο είναι ο ενθουσιώδης αριστεριστής που χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα παραγγείλει (όλο) τον κατάλογο, το κάτι παραπάνω, για τη δόξα και τη γουρουνιά και δε θα φάει ούτε τα μισά. Οπότε ο κλήρος πέφτει στο γενναίο και καλείσαι εσύ σφε αναγνώστη να καθαρίσεις πάλι για αυτόν, να τον καλύψεις πολιτικά –τραβώντας πχ μόνος σου την απεργία- και να πληρώσεις το τίμημα. Αντί για αναγνώριση και ευχαριστίες όμως, θα συγκεντρώσεις τη γενική κατακραυγή και την απαξίωση για τις στρεβλώσεις και τις υπερβολές των διατροφικών νομοτελειών. Ενώ ο πραγματικός υπεύθυνος της κατάστασης, λογίζεται ως οραματιστής, ο ρομαντικός ονειροπόλος που δε δείλιασε στιγμή. Και συνάμα ο πολιτικά λάιτ, με τους λεπτούς τακτικούς χειρισμούς και τη λεπτή περιφέρεια, που είναι πιο ελκυστικός προς τις (θηλυκές) μάζες, μακριά από τα λίπη και τις αρτηριοσκληρώσεις της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αριστερισμός είναι τα μεγάλα λόγια κι οι στομφώδεις εξαγγελίες, η πολλή φασαρία για το τίποτα. Γιατί πόσο μπορεί να φάει νομίζεις ένα μικρό κι ευαίσθητο πολιτικά στομαχάκι, που βρυχάται ότι ο τρίτος γύρος θα ‘ναι ο τελικός, ενώ δεν μπορεί να φάει ούτε έναν καλά-καλά; Όσο πιο μικρό είναι όμως ένα στομάχι, τόσο πιο μικροαστικά ανυπόμονο γίνεται, απαιτώντας εδώ και τώρα τη μισή μερίδα που αναλογεί στο «μισή μερίδα άνθρωπο» κύριό του.

Η αποθέωση των πολλών μικρών γευμάτων και των μικρών μπουκιών στο σήμερα, περνάει αμάσητη την κυρίαρχη προπαγάνδα περί σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ψευτοβελτιώσεων, που θα ξεγελάσουν την πείνα του λαού με αέρα κοπανιστό και αεροφαγία. Οι μικροαστοί έχουν ίσως ακόμα λίγο λίπος να κάψουνε, αλλά δεν έχουνε συνείδηση, αποθέματα, υπομονή κι εφεδρικό σχέδιο. Και είναι γενικώς ζήτημα ποια τακτική θα αποδειχτεί κατάλληλη στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και ποιοι θα αντέξουν περισσότερο: οι ολιγαρκείς ή οι έχοντες και κατέχοντες λίπος κι αποθέματα, ως επένδυση για το αβέβαιο μέλλον;

Με το λαϊκό στρώμα είχαμε υπολογίσει επιστημονικά κάποτε πως απαιτείται χοντρικά –όνομα και πράγμα- ένα κιλό για κάθε ποσοστιαία μονάδα του χρέους επί του αεπ της χώρας –που τώρα κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα μεγαλύτερα του 150%. Η ουσία όμως είναι πως αυτός που είχε μια περιουσία απογοητεύεται και παραιτείται πιο γρήγορα από κάποιον που δεν είχε ποτέ τίποτα και δεν έχασε και κάτι στην τελική. Η εξαθλίωση που οδηγεί ένα τμήμα του πληθυσμού στη λουμπενοποίηση δεν καθορίζεται μόνο από τους υλικούς όρους, αλλά πρωτίστως στο επίπεδο της (ταξικής) συνείδησης, του ηθικού, της διεκδίκησης και του αγωνιστικού φρονήματος.

Ο αριστερισμός ενεργοποιεί «κατώτερα, ταπεινά ένστικτα» που αντιστοιχούν στα λεγόμενα ‘θανάσιμα αμαρτήματα’ και βασικά στη λαιμαργία –διατροφική και σεξουαλική. Ενεργοποιεί παράλληλα όμως και μηχανισμούς φετιχοποίησης, θεωρώντας πχ πιο σημαντική την εικόνα και τη φωτογράφηση ενός πιάτου από το άδειασμά του, φτάνοντας ενίοτε στα πρόθυρα της διατροφικής πορνογραφίας. Και τα πιάτα παραμένουν απελπιστικά μισοάδεια ή μισογεμάτα –όπως και να το δεις, το ίδιο απελπιστικό είναι- ενώ τα παιδάκια στην αφρική πεινάνε –πήγε όμως ο κανάκης και τους έκανε «κόλλα το» χαρίζοντάς τους στιγμές ευτυχίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο αριστερισμός είναι υπεράνω οργανωτικής ένταξης, διαχέεται σε ευρύτερους χώρους και δεν έχει να κάνει με κάποιες απόλυτες τιμές και ποσότητες, αλλά με τη λανθασμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης, την υπερτίμηση των δυνατοτήτων του υποκειμενικού παράγοντα, το αχόρταγο μάτι, που είναι ρεαλιστικό και τα θέλει όλα, τα λιμπίζεται, τα λιγουρεύεται. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ο μέσος, τυπικός αριστερισμός καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο των εξαγγελιών του, διαπλάθοντας φουρνιές ολάκερες λιπόσαρκων οδοντογλυφίδων, χορτοφάγων και εναλλακτικών, που έχουν ως βασικό κίνητρο το υγρό στοιχείο, τους χυμούς της ζωής, με άλλα λόγια το αλκοόλ. Και αποτελούν συνήθως την εξαίρεση σε μια σχεδόν παχύσαρκη γενιά, όπου κάθε σύγκριση με τις προηγούμενες μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Υπάρχουν βέβαια μερικά ζητήματα πιο ακανθώδη κι από το αγκάθινο στεφάνι του ιησού, όπου είναι δύσκολο να αποφανθούμε και συνήθως προσαρμόζουμε τη θεωρία στην πράξη και σε προειλημμένες αποφάσεις, για να τις δικαιολογήσουμε εκ των υστέρων.

Εγώ πχ ως σαρκοφάγο, που δεν προτιμά ωστόσο τα πασχαλινά αμνοερίφια, εκνευρίζομαι που η περίοδος της νηστείας επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση στα γυράδικα –αν και στην τούμπα όχι τόσο. Και δε θεωρώ αριστερισμό αλλά αυτονόητο ότι τις παρασκευές πριν από το πάσχα τρώμε κρέας. Αριστερισμός θα ήταν αν ψήναμε έξω και γεμίζαμε όλη τη γειτονιά τσίκνα, για να προκαλέσουμε ή αν λέγαμε στους πιστούς πως μεγάλες εβδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Το εντυπωσιακό πάντως είναι ότι με την κρίση πολύς κόσμος μοιάζει να στρέφεται στα δύο άκρα: είτε έχει δηλ σταθερή παρουσία τη μεγάλη (χάριν συνεννόησης) εβδομάδα στα γυράδικα, γιατί η φτηνή παχυσαρκία είναι η μόνη προσιτή λύση όλο τον χρόνο, είτε επιστρέφει αναγκαστικά στην πατροπαράδοτη νηστεία και τα χρόνια που το κρέας θεωρούνταν και ήταν είδος πολυτελείας.

Οι ίδιοι προβληματισμοί επεκτείνονται και πέραν του διατροφικού ζητήματος. Προσωπικά θεωρώ δεξιά παρέκκλιση στην ψυχολογία της μάζας να πηγαίνει κανείς την ανάσταση στην εκκλησία για 3.. 2.. 1.. και δεύτε λάβετε, εφόσον δεν πιστεύει, για να μην απομονωθεί απλώς από τις μάζες. Ή να συμμετέχει στον επιτάφιο γιατί μοιάζει λέει με πορεία. Κι εδώ δηλ γιατί κανείς δε μιλάει για τις πολλές ξεχωριστές πορείες που παραλύουν την κυκλοφορία και για τον ενοριακό σεχταρισμό εις βάρος της ενότητας;

Στα πλαίσια του εφηβικού μου σεχταρισμού, θυμάμαι πως είχα φτιάξει στο λύκειο με μαρκαδόρο κάτι καρτελάκια που έγραφαν «επίσης» και τα έδινα μετά τις γιορτές σε όποιον συμμαθητή ερχόταν χαρούμενος και με απλωμένο χέρι να κάνει αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω: δηλ να ανταλλάξουμε ευχές. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως το πάσχα δεν κολλούσε πάντα το ‘επίσης’ γιατί αυτός που θα σου απευθύνει το «χριστός ανέστη», περιμένει θεωρητικά τη δική σου επιβεβαίωση με το «αληθώς». Αν κι εγώ προτιμώ ως πιο ειλικρινή απάντηση το «είναι κι αυτή μια άποψη».


Η ακόμα καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να πηγαίνουμε κι εμείς την πρωτομαγιά –που πέφτει πάντα κοντά στο πάσχα- και να λέμε «χρόνια πολλά» σε κάθε εργάτη, για την γιορτή της τάξης μας. Ή να βγάζουμε κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι για τη δική μας εθνική εορτή, του έθνους των εργαζομένων. Αριστερισμός του κερατά, θα μου πεις κι ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά το βρίσκω απείρως προτιμότερο από το χιλιοειπωμένο κλισέ για την καλή επ-ανάσταση, κάθε λαμπρή. Όχι άλλη επ-ανάσταση ρε συ, ας ρεφορμίσουμε και λίγο και την ξαναπιάνουμε από βδομάδα, δεν τρέχει τίποτα.