Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Η τέχνη της πολιτικής

Συνειρμοί και σκέψεις για τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και πολιτικής. Γιατί αν δε φροντίζουμε διαρκώς για την προσωπική μας καλλιέργεια, πώς θα κατακτήσουμε στο ψηλότερο επίπεδο την τέχνη της πολιτικής; (Αναπόφευκτα κάποια σημεία μπορεί να επαναλαμβάνονται και να υπάρχουν μερικές επικαλύψεις με το προηγούμενο κείμενο για τα κόκκινα αγγούρια και το σοσιαλιστικό ρεαλισμό).

Το καλλιτεχνικό έργο δεν πρέπει να είναι διδακτικό και οφείλει να κρύβει την πρόθεσή του ή τουλάχιστον να μην τη βγάζει εξ αρχής στην επιφάνεια, μασημένη τροφή, αλλά να αφήνει το κοινό να τη μασήσει και να την εγκολπώσει από μόνο του, από το περιεχόμενο του έργου και την ίδια την πείρα του, όπως θα λέγαμε στην πολιτική. Άλλο να στοχεύεις στο μυαλό του θεατή και άλλο να του πετάς τα νοήματα κατά πρόσωπο (στη μάπα) για να το πετύχεις.

Το πολιτικό άνοιγμα δεν πρέπει να ρίχνει εξ αρχής όλη την πληροφορία και τη στρατηγική πρόταση ως προπαιτούμενο, ούτε όμως να κρύβει την πρόθεση και το στίγμα του, για να γίνει πιο εμπορικό και να αποκτήσει ευρύτερο ακροατήριο, κατεβάζοντας τον πήχη. Κι εδώ μπαίνει το κομβικό ζήτημα της λαϊκότητας.

Λαϊκό -στην τέχνη και γενικότερα- δεν είναι απαραίτητα αυτό που γίνεται αντιληπτό από τις μάζες, που -πέρα από το γενικό επίπεδο της συνειδητοποίησής τους και το σχολείο της αγωνιστικής πείρας, που διαμορφώνει μαζικά συνειδήσεις- επηρεάζονται από την κυρίαρχη ιδεολογία και ενσωματώνουν πολλά αστικά κριτήρια, και στην κουλτούρα αλλά και στην πολιτική σκέψη τους.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν θα πούμε πολλά ή λίγα σε ένα έργο ή ένα σύνθημα, αν θα είναι απλό, διεκδικητικό (ρεφορμιστικό, οικονομικού χαρακτήρα) ή μαξιμαλιστικό. Αλλά να πέφτει στο επίπεδο της μέσης συνείδησης, αποκλειστικά και μόνο για να την εξυψώσει και να της δείξει καινούριους δρόμους.

Το ζητούμενο παραμένει πώς να έχουμε επαναστατική δράση και συνείδηση σε μη επαναστατικές συνθήκες, κατά αντιστοιχία της δυσκολίας του καθήκοντος να αναπτυχθούν έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ενώ δε ζούμε σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Κι όπως ακριβώς απορούμε, γιατί δε συγκινούνται πολλοί καλλιτέχνες από τα κελεύσματα των καιρών, που είναι γεμάτοι ενδιαφέροντα ερεθίσματα, περιμένοντας κάποιον να εκφράσει το πνεύμα τους από ταξική σκοπιά, παρομοίως αναρωτιόμαστε γιατί δεν αντιδρά μαζικά ο κόσμος σε αυτήν την κατάσταση, που θα δικαιολογούσε (και θα απαιτούσε) μια πιο δυναμική εκδήλωση της συσσωρευμένης οργής και δυσαρέσκειας.

Και στα δύο ερωτήματα, το κλειδί είναι το ίδιο, αφού η τέχνη επηρεάζεται άμεσα από τον κοινωνικό συσχετισμό. Ένα πιο δυνατό λαϊκό κίνημα θα ενέπνεε περισσότερους καλλιτέχνες και θα έβγαζε πιο αξιόλογες και διαχρονικές δουλειές. Ενώ το πολιτικό τραγούδι της μεταπολεμικής και μεταπολιτευτικής περιόδου δεν ήταν απλά "το τραγούδι της ήττας" αλλά έκφραση μιας ιδεολογικής υπεροχής και διέξοδος για ένα κίνημα που, αν και ηττημένο, παρέμενε ζωντανό, ισχυρό και επικίνδυνο, καθώς μεταξύ άλλων τρεφόταν από τις νωπές ιστορικές μνήμες ηρωικών αγώνων.

Όσο για το ερώτημα, αν μπορεί κάποιος να δημιουργήσει "κατά λάθος" έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, χωρίς να έχει αφομοιώσει πλήρως και δημιουργικά τις αρχές του μαρξισμού, μοιάζει ίσως με το ερώτημα αν μπορεί ο λαός να κάνει "κατά λάθος επανάσταση" χωρίς να έχει κατακτήσει τις ιδέες του επαναστατικού μαρξισμού. Κι η δική μου απάντηση θα ήταν κάπως κεντριστική, γιατί η επαναστατική συνείδηση δεν μπορεί να διαμορφωθεί πλήρως πριν την επανάσταση, παρά μόνο κατά τη διάρκειά της (και ακόμα περισσότερο μετά τη νίκη της). Δε θα μπορούσε όμως να φτάσει κατά λάθος στην επανάσταση, αν δεν είχε έρθει σε όσμωση με τις επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες -με την εξαίρεση ίσως των Κουβανών, που τις συνάντησαν αντικειμενικά στην πορεία.

Η στρατευμένη τέχνη πάντως δεν αρκεί να είναι στρατευμένη. Χρειάζεται να είναι και τέχνη, να έχει αυτοτελή αξία και κάτι σημαντικό να πει. Αλλιώς καταλήγει σε διάφορες μορφές κόκκινων αγγουριών, τα οποία δυστυχώς ευδοκιμούν και στις μέρες μας, σε διάφορα καλλιτεχνικά είδη, αν και κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις καλές κι αγαθές πολιτικές τους προθέσεις. Κάτι που ισχύει και για ορισμένα πολιτικά στελέχη, που αναδεικνύει κατά καιρούς το κομμουνιστικό κίνημα.

Η μορφή δεν είναι κάτι εξωτερικό κι άσχετο προς την ουσία, αλλά ο σκελετός στον οποίο χτίζεται και διαμορφώνεται το περιεχόμενο. Συνεπώς είναι εγκληματικό να αδιαφορούμε για τον έναν από τους δύο πόλους αυτής της διαλεκτικής σχέσης, όπως είναι λάθος να τον απολυτοποιούμε και να τον ανάγουμε σε κυριο.

Κάθε περιεχόμενο, κάθε ωραίο, υψηλό νόημα (όπως η επανάσταση) χρειάζεται και την αντίστοιχη, κατάλληλη μορφή για να μεταδοθεί. Κι αυτές οι μορφές -αλλά και το περιεχόμενο- οφείλουν να παρακολουθούν τις εξελίξεις και παράλληλα να εξελίσσονται κι οι ίδιες, αναζητώντας διαρκώς το καινούριο, το ζωντανό, που πιάνει το σφυγμό της εποχής, χωρίς να οχυρώνονται δογματικά σε παλιές φόρμουλες και σχήματα που θριάμβευσαν στον καιρό τους. Από την άλλη, ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμούν και να απορρίπτουν, με ελαφριά καρδιά, τις κλασικές, παραδοσιακές φόρμες, απλά και μόνο για να καινοτομήσουν και να νιώσουν (πολιτικές ή καλλιτεχνικές) πρωτοπορίες, που ξεκόβουν από τις μάζες. Η άρνηση του παρελθόντος πρέπει να είναι διαλεκτική, αξιοποιώντας τα καλύτερα και τα πιο διαχρονικά από τα παλιά στοιχεία, μετασχηματισμένα στο παρόν. Αλλιώς είναι ένα μετέωρο βήμα στο κενό, χωρίς παρόν και μέλλον.

Όσο για το δίπολο "εθνικό-παγκόσμιο", ασφαλώς η συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης σε μια χώρα, επιτάσσει να χτίσουμε την κοινωνία του μέλλοντος και το καλλιτεχνικό της εποικοδόμημα στις συγκεκριμένες συνθήκες, ιδιομορφίες και δυνατότητες του τόπου που μας έλαχε, για να πλουτίσουμε με τον πλούτο του, την παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Κι αλίμονο αν δεν ήταν έτσι. Αλίμονο, όμως, αν αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσχημα, για να απαρνηθούμε τις γενικές νομοτέλειες και αξίες που διέπουν κάθε επαναστατικό προτσές και απόπειρας οικοδόμησης του νέου κόσμου. Όπως έγινε δηλ σε μεγάλο βαθμό με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα και την επίκληση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων ως όχημα για τη ρήξη με το "σοβιετικό μοντέλο" και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Τρίτη 18 Ιουλίου 2017

Το κόκκινο αγγούρι

Αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλιστικό ρεαλισμό

Τις προάλλες, η κε του μπλοκ βρέθηκε σε μια εκδήλωση των καλλιτεχνών με τη Μηλιαρονικολάκη και το θέμα που αναφέρεται στον υπότιτλο της ανάρτησης (και θύμιζε συνειρμικά μια σειρά μπροσούρες του ΚΣ της ΚΝΕ "αλήθειες και ψέματα στο σοσιαλισμό"). Ενάντια σε ό,τι θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, τα νοήματα δεν ήταν βαριά κι ασήκωτα, τουλάχιστον όχι όσο βαρύς κι ασήκωτος ήμουν εγώ για ένα άτυχο έπιπλο στο στέκι της ΚΝΕ (όπου βρισκόταν τα γραφεία του αλήστου μνήμης ΚΜΕ), που άντεξε ένα φίλο που δεν τρώει ψωμί ("ελαφρύ πόδι" όπως θα τον έλεγαν στα Λούκι-Λουκ), όχι όμως κι εμένα.

Το δικό μου έργο τέχνης (όχι ο πίνακας)
Παρακάτω κάνω μια επιλεκτική και πρόχειρη κωδικοποίηση κάποιων σημείων της εκδήλωσης, ενώ σε δεύτερη φάση, ίσως ακολουθήσουν κάποιοι συνειρμοί που συσχετίζουν την τέχνη της πολιτικής με τις τέχνες και τον πολιτισμό -που έχει την ίδια ρίζα με την πολιτική.

Εν αρχή ην η λαϊκότητα. Το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να μιλάει τη γλώσσα του λαού. Αλλά ο,τι είναι κατανοητό από τις ευρύτερες μάζες, δεν είναι απαραίτητα και λαϊκό -χώρια που μια αλλοτριωμένη εργατική συνείδηση ενσωματώνει στον ένα ή τον άλλο βαθμό και την αστική κουλτούρα. Στον αντίποδα, υπάρχουν παραδείγματα, όπως οι συμφωνίες του Σοστακόβιτς, που ο σοβιετικός λαός τις καταλάβαινε και τις αγαπούσε, που δείχνουν ότι κάποια πράγματα είναι σχετικά και δεν πρέπει να τα προδικάζουμε (πως δε θα γίνουν αντιληπτά από τις λαϊκές μάζες). Σε κάθε περίπτωση, το βασικό δεν είναι αν ο πήχης θα μπει ψηλά ή πιο χαμηλά. Το βασικό είναι να εξυψώνει κάθε φορά το επίπεδο και την καλλιέργεια του λαού.

Δεύτερο στοιχείο, που απασχόλησε στην πράξη και τους σοβιετικούς, είναι η κομματικότητα στη στρατευμένη τέχνη. Η οποία επιλέγει να στρατευτεί με ταξικό κριτήριο στην επαναστατική υπόθεση, αλλά αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί άνωθεν ή να γίνει με τυποποιημένο τρόπο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ένα έργο που θέλοντας να αποδώσει τη μοναδικότητα του Λένιν (ο οποίος δε θύμιζε κανέναν άλλο), αποτύπωσε κάτι που δεν υπήρχε: ένα κόκκινο αγγούρι!

Ένα άλλο ζήτημα είναι αν η τέχνη πρέπει να ακολουθεί πιστά τις αλλαγές και τα ζιγκ-ζαγκ της πολιτικής γραμμής, πχ στην περίοδο των αντιφασιστικών μετώπων, με την οποία, παρεμπιπτόντως, δε συμβιβάστηκε ποτέ ο Μπρεχτ (τον οποίο, παρεμπιπτόντως, ανέφερε συνεχώς η Μηλιαρονικολάκη -ούτε ερωτευμένη να ήταν). Αναφέρθηκε στην αλλαγή στάσης του κόμματος απέναντι στον Παλαμά, που στηλιτευόταν για το μεγαλοϊδεατισμό του, μέχρι που κυκλοφόρησε η γνωστή μπροσούρα του Ζαχαριάδη για τον "αληθινό Παλαμά". Κι έκανε μια κριτική αναφορά στην εισήγηση του Γκόρκι στο 1ο Συνέδριο των σοβιετικών λογοτεχνών, που συνδύαζε το ρεαλισμό με τον επαναστατικό ρομαντισμό, δίνοντας έτσι έμφαση στο επιθυμητό, που υποβαθμίζει τις αντιφάσεις της πραγματικής ζωής.

Πιο κριτική αναφορά έγινε στη θεωρητικοποίηση μιας ορισμένης τάσης που κατέληξε για την τέχνη στη φόρμουλα "εθνική στη μορφή, σοσιαλιστική στο περιεχόμενο" ρέποντας ως ένα βαθμό προς τον εθνικισμό. Καθώς και την αντανάκλαση που είχε η στροφή του 20ού συνεδρίου στην καλλιτεχνική δημιουργία, όπου πολλές φορές δε φαίνεται να υπάρχουν αντιφάσεις. Συνεπώς που είναι ο ρεαλισμός για να υπάρχει και σοσιαλισμός (πόσο μάλλον σοσιαλιστικός ρεαλισμός);

Σημείωσα και συγκράτησα επίσης τα εξής:
-ότι η μορφή είναι ο σκελετός στον οποίο χτίζεται το περιεχόμενο κι όχι κάτι έξω από αυτόν.
-ότι το μεταμοντέρνο αντέγραψε τα χειρότερα στοιχεία του μοντέρνου.
-ότι πρέπει να διαβάσουμε και λογοτεχνικά έργα, εκτός από θεωρητικές, επιστημονικές μελέτες, για να καταλάβουμε σφαιρικά μια εποχή ή πχ τον πλούτο των καταστάσεων που δίνει μια επαναστατική περίοδος.
-ότι ο φουτουρισμός στην Ιταλία συνδέθηκε σε σημαντικό βαθμό με το φασισμό του Μουσολίνι, σε αντίθεση με την πορεία που ακολούθησε στη Σοβιετική Ένωση.

-Ότι ουσία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είναι να πάρει ταξική θέση, να αναδείξει την ουσία της πραγματικότητας και πώς αυτή θα αλλάξει.
-αλλά το καλλιτεχνικό έργο πρέπει να "κρύβει" την πρόθεσή του, να μην τη βγάζει άγαρμπα επί σκηνής (ή επί οθόνης ή στις σελίδες του), αλλά να την αφήνει να διαφαίνεται από το περιεχόμενο.
-τον προβληματισμό σχετικά με την απολυτοποίηση του κανόνα που λέει πως κάθε έργο πρέπει να αναδεικνύει μια αισιόδοξη προοπτική για την αλλαγή του κόσμου, που οδήγησε σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις, όπως την κριτική στους Μοιραίους του Βάρναλη, που αποτύπωνε ρεαλιστικά μια υπαρκτή τάση. Δεν μπορεί κάθε έργο να αισιόδοξο, ανεξάρτητα από τη δική μας ιστορική αισιοδοξία πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και να φτάσει στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό.

-Ότι ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, σε αντίθεση με άλλα καλλιτεχνικά ρεύματα δε συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη τεχνοτροπία κι αφήνει πλήρη εκφραστική ελευθερία στον καλλιτέχνη.
Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι τη δεκαετία του 30' στο κομμουνιστικό κίνημα συσπειρωνόταν ένας μεγάλος αριθμός σουρεαλιστών καλλιτεχνών (που σε αφήνει με την απορία πώς θα μπορούσε να 'ναι ένα ρεύμα σοσιαλιστικού σουρεαλισμού). Και ότι ακόμα και πολλές αστικές αναλύσεις διακρίνουν πως ο Χικμέτ έχει πιο μεστά έργα από τη στιγμή που ασπάστηκε το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, άσχετα αν δυσκολεύονται να το παραδεχτούν ανοιχτά και προσπαθούν να το κρύψουν πίσω από μπερδεμένες διατυπώσεις.

-Σημειώνω επίσης ως δική μου σκέψη πως ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι δόγμα, αλλά μέθοδος για δράση, όπως ακριβώς ο μαρξισμός. Μένει όμως το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστικός ρεαλισμός σε μη σοσιαλιστικές συνθήκες (κατά αντιστοιχία της επαναστατικής δράσης-συνείδησης, σε μη επαναστατικές συνθήκες).
Κι αν κάποιος καλλιτέχνης μπορεί να έχει δημιουργία που να είναι σοσιαλιστικός ρεαλισμός, χωρίς να έχει βαθιά κατανόηση του μαρξισμού. Άραγε αρκεί να είναι απλά αριστερός, όπως ήταν πχ ο Μίκης; Και ποια ήταν η σχέση του Ρίτσου με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό; (Η Μηλιαρονικολάκη είπε ότι έχει αρκετά έργα, όπως τον Επιτάφιο, που ακολουθούν αυτό το ρεύμα)

-Και τέλος το ερώτημα αν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι κριτική θεωρία κι αν αποτελεί όντως τελικά καλλιτεχνικό ρεύμα ή κάτι ευρύτερο, πχ φιλοσοφική αντίληψη, εφόσον δε συνδέεται με μια συγκεκριμένη τεχνοτροπία. Επ' αυτού η Μηλιαρονικολάκη είπε πως η αισθητική (και όχι ο σ.ρ) είναι φιλοσοφικός κλάδος, και πως πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ του ρεύματος -που σχεδόν πάντα συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση- της τεχνοτροπίας και των τεχνικών μέσων.
Έχω όμως την αίσθηση πως αυτό χρειάζεται περισσότερη ανάλυση.

Κι αν κάτι από τα παραπάνω δε σας κολλάει καλά, η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά εμένα και την πτώση από το λιγόψυχο έπιπλο που βάρυνα εγώ.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Κόκκινος τράγος

Ο κόκκινος τράγος είναι ένα μυθιστόρημα του Κώστα Παρορίτη, που θεωρείται από τους εισηγητές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στα ελληνικά γράμματα. Επηρεασμένος από τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση και τις ιδέες της, ο Παρορίτης αφιερώνει το βιβλίο "σε όσους πιστεύουνε σε μια απολύτρωση" και τοποθετεί την υπόθεση λίγο πριν την εμπλοκή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά από τις δυνάμεις της Αντάντ, στο απόγειο του "εθνικού διχασμού".

Σύμφωνα με τη μικρή περιγραφή του biblionet:
Ο "Κόκκινος τράγος" είναι ένα συνοικιακό καφενείο της Αθήνας, όπου συναντιούνται, σχεδόν καθημερινά, μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους· απόκληροι, άνεργοι και άρρωστοι (μία απολυμένη δασκάλα, ένας επίσης απολυμένος καθηγητής, ένας φοιτητής, δυο τρεις εργάτες). Τους ενώνει, ωστόσο, ένα όραμα (για άλλους ξεκάθαρο, για άλλους θαμπό αλλά πάντως ισχυρό, καθοριστικό της συμπεριφοράς τους) για μια ζωή δικαιότερη. Οι θαμώνες του "Κόκκινου τράγου" αποτελούν τον έναν πόλο της ιστορίας· ο άλλος συντίθεται από ανθρώπους που, παρά τις αγαθές τους προθέσεις, χωρίς ιδεολογικό έρεισμα, παρασύρονται από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, δελεάζονται από υποσχέσεις επιτήδειων καιροσκόπων και χάνουν την ηθική τους υπόσταση, για να βρεθούν, κάποια στιγμή συνειδησιακής κρίσης, αντιμέτωποι με τον ίδιο τον εαυτό τους.

Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε ξανά φέτος απ' τη Σύγχρονη Εποχή. Παρακάτω ακολουθούν ένα μικρό, χαρακτηριστικό απόσπασμα, καθώς και το προλογικό σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, που συμπυκνώνουν τις ιδέες του Παρορίτη για την τέχνη, τη λειτουργία της και το σκοπό που καλείται να υπηρετήσει.


Μα σήμερα δεν μπορούσε να μαζέψει το νου του. Αυτή η καμπάνα του τριβέλιζε το μυαλό.
Πέταξε την πένα πάνω στο τραπέζι.
-Τι πάθανε, μωρέ, σήμερα, μ' αυτή την καμπάνα; Βαλθήκανε να μας τρελάνουνε; φώναξε νευριασμένος.
Ο μπαρμπα-Σταύρος ζύγωσε:
-Δεν το ξέρεις;
-Τι να ξέρω;
-Έχουμε λιτανεία.
-Λιτανεία; Τι διάολο; Πώς του ήρθε πάλε αυτή η ιδέα; Μην ξαναρρώστησε ο βασιλιάς;
-Όχι, είναι για το πουλί.
-Ποιο πουλί πάλε;
-Το πουλί που παρουσιάστηκε στου "Παπά το σπίτι".
-Ε, και τι μ' αυτό; Ένα πουλί.
-Ναι, μα ο παπάς τούς έπεισε όλους πως δεν είναι πουλί.
-Μα τότε τι διάλο μπορεί να 'ναι;
-Αυτό που είπες. Ο Οξαποδός, λέει, μεταμορφωμένος σε πουλί.
Ο Στέφανος δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του.
-Βρε τον αλιτήριο, βρε το θεομπαίχτη.
Ο μπαρμπα-Σταύρος κούνησε το κεφάλι του με τρόπο δισταχτικό:
-Ξέρεις καμιά φορά...
-Α, μπαρμπα-Σταύρο, δε σε νόμιζα για τόσο κουτό. Το ίδιο και την άλλη φορά με την αρρώστια του βασιλιά. Μα είναι πράματα αυτά; Στέκουνται πια αυτά σήμερα;

Ο μπαρμπα-Σταύρος, που είχε μεγάλη εχτίμηση στο μυαλό του Στέφανου, προτίμησε να σωπάσει. Όχι τόσο γιατί είχε πειστεί πως δεν υπάρχει Οξαποδός. Ούτε να το βεβαιώσει μπορούσε αυτό, μα ούτε και να το αρνηθεί τολμούσε. Γι' αυτό το καλύτερο ήτανε να μη γίνεται κουβέντα γι' αυτά τα πράματα. Ας μένουνε αυτά όπως τα βρήκαμε.



Ο Στέφανος ξανάσκυψε πάνω στα δοκίμια που είχε να διορθώσει. Ήτανε κάτι ποιήματα που επρόκειτο να δημοσιευτούνε σ' ένα επαρχιώτικο περιοδικό που τυπωνότανε στην Αθήνα...

Πέταξε χάμω την πένα. "Ουφ. Τι πλήξη. Τα ίδια και τα ίδια. μα δε βαρεθήκανε πια, δεν έχουνε να πούνε και τίποτις νεότερο; Όλο για την ερωμένη τους θα μας μιλούνε; Όλο για τα πουλάκια, για τα δεντράκια, για τα συννεφάκια, για τ' αστεράκια; Καλά, δε λέει κανείς. Μα χορτάσαμε πια. Χρειαζόμαστε κάτι καινούργιο, χριστιανοί μου. Κοιτάξτε και γύρω σας. Όλος ο κόσμος δεν είναι ο εαυτούλης σας. Η ζωή είναι πολύ πλατιά. Απλώστε τη ματιά σας, βυθίστε τη σκέψη σας, μεστώστε το αίστημά σας, δέστε το σφιχτά με το νου σα διαμάντι, πυρώστε το νου σας με τη φλόγα της καρδιάς..."

Η καμπάνα ξακολουθούσε να σημαίνει, σαν ένα άλογο που το σπηρουνίζουνε να τρέχει αδιάκοπα και κείνο τρέχει, τρέχει, τρέχει, ιδροκοπώντας, αφρίζοντας, λαχανιάζοντας...

Τώρα πήρε να διορθώσει κάτι άλλα δοκίμια. Ήτανε ένα κριτικό άρθρο πάνω σε κάποιο σοσιαλιστικό ρομάντζο. Ο κριτικός, που ήτανε ένα όνομα φημισμένο στους δημοσιογραφικούς κύκλους, του τα 'ψελνε γερά. Αυτό δεν είναι ρομάντζο, αυτό είναι μπροσούρα. Η τέχνη είναι συγκίνηση και τίποτις παραπάνω. Αυτό δα έλειπε τώρα να καθίσει ο τεχνίτης να μιλήσει για φουγάρα, γι' απεργίες και για μεροκάματα. Η τέχνη δεν ξέρει σκοπούς. Η τέχνη ξέρει μόνο τον εαυτό της.

Ο Στέφανος χαμογελούσε. Ο κριτικός μεταχειριζότανε έναν αψηλό διδαχτικό τόνο, που 'δειχνε καθαρά την προσπάθειά του να διδάξει το σοσιαλιστή συγγραφέα το χρέος του. Τονέ μεταχειριζότανε σα μαθητή που δεν ξέρει το μάθημά του ή σαν άνθρωπο παραστρατισμένο, που τονέ λυπότανε και ζητούσε να ξαναγυρίσει στην ίσια στράτα.

Ο Στέφανος ένιωσε μια σιχασιά μέσα του. "Δεν ντρέπουνται, δεν ντρέπουνται". Τι αξία μπορεί να 'χει μια τέχνη τόσο εγωιστική, τόσο κοντόθωρη, που δε βλέπει παραπέρα από τη μύτη της; Σίγουρα, αυτός ο αιστητικός, με το μεγάλο όνομα, δεν ξέρει τι λέει. Περίεργο. Εκατομμύρια εργάτες, που παλεύουνε να υψωθούνε προς το φως, να μην μπορούνε να γεννήσουνε μια καινούργια τέχνη; Γιατί; Αν δε βγει μέσα από το λαό, που δυστυχάει, η καινούργια τέχνη, τότε από πού θα βγει; Από τους σάπιους στην ψυχή και στο σώμα; Όχι από τους γερούς που δημιουργούνε τη ζωή με τα χέρια τους, μα από τους τεμπέληδες και τους μοιρολάτρες, που όλα τα βλέπουνε όμορφα ή αδιάφορα με το κουρασμένο τους μάτι;

* * *

Ξέρω πως και το βιβλίο μου αυτό θα δώσει πάλε το σύνθημα σε μια νέα σταυροφορία εναντίον μου. Όλοι οι συντηρητικοί, όλοι οι καθυστερημένοι, όλοι οι δούλοι του κοινού και του χιλιοειπωμένου θα δώσουνε τα χέρια σε μια κοινή επίθεση. Οι κατηγόριες τους, που τις αναμασούνε τώρα χρόνια, θ' αντηχήσουνε πάλε βραχνές, όσο και ύποπτες με όλους τους τόνους. Μου είναι τόσο γνωστές. Υποδουλώνω την Τέχνη στην Ιδέα! Ω, οι μεγάλοι ιεροφάντες της Τέχνης, που δεν κρύβουνε καμιά ιδέα στο κεφάλι τους! Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως Ιδέα και Τέχνη δεν είναι πράματα χωριστά, τους ρίχνουμε μια σπλαχνική ματιά και τραβάμε το δρόμο μας αδιάφοροι. Η Τέχνη μας, το ξέρουμε, ταράζει τα νεύρα των ευαίσθητων, των ωραιόπαθων, όλων εκείνων όσοι, συνηθισμένοι στα βαλτονέρια της καθημερινής ζωής, δεν ανέχουνται και δεν επιτρέπουνε με την ψευτοαριστοκρατική τους αντίληψη καμία νέα, αντρίκεια προσπάθεια. Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως ο άνθρωπος ζει σε μια φριχτή σκλαβιά, τόσο οικονομική, όσο και ψυχική και πνευματική, εννοούμε να κρατήσουμε τα μάτια μας γυρισμένα προς το φως της Καινούργιας Ημέρας. Πατώντας πάντα στο ρωμαίικο το χώμα, δεν ξεχνούμε ποτέ τον αιώνιο Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος αυτός μας ενδιαφέρει. Ο Άνθρωπος που, σπάζοντας τα σύνορα, παλεύει σήμερα ηρωικά να συντρίψει τις υλικές και τις ψυχικές αλυσίδες του, που δεν τον αφήνουνε να βαδίσει προς έναν κόσμο ανώτερο. Αυτόν τον άνθρωπο, που και στην Ελλάδα, άρχισε να παλεύει για τον ίδιο σκοπό, εμείς τονέ βλέπουμε και τονέ πονούμε.

Σ' αυτόν αφιερώνουμε και την Τέχνη μας, μικρή, μεγάλη, όποια κι αν είναι, μα πάντοτε τίμια και αγνή. Γιατί πιστεύουμε πως η Τέχνη, σαν ένα καθαρό κι αυτή της ομαδικής ζωής φαινόμενο, δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει ορισμένες προσωπικές και αυθαίρετες ιδέες η αρρώστιες μας, που καμιά ανάγκη της ζωής δεν τις δικαιολογεί, παρά σαν ένας κοινωνικός κι αυτή παράγοντας να κάνει το χρέος της κάθε φορά που η Ζωή νιώθει την ανάγκη ν' αναπλαστεί.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Αν το ποδόσφαιρο ήταν τέχνη

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Δηλαδή το ποδόσφαιρο είναι τέχνη; Όχι ακριβώς. Αν και θα βρεις πολλούς να επιχειρηματολογήσουν περί του αντιθέτου. Αλλά αν είναι έτσι, πού θα κατατάσσαμε το ελληνικό ποδόσφαιρο και το πρωτάθλημά του; Παίρνουμε τη σκυτάλη από αυτό το κείμενο του 2310net, για να απαντήσουμε το ερώτημα.

ΑΝ η μπάλα ήταν τέχνη, ο Καλιτζάκις (με ι, λόγω καλλιτεχνικής φύσης) θα ήταν καλλιτέχνης-νίντζα και ο ομογενής Τζάκις του Απόλλων Πατρών ένας απλός τεχνίτης της μπάλας, αλλά σε άλλο άθλημα (όπως και ήταν δηλαδή).

ΑΝ το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν σκηνοθέτης, θα ήθελε να τον θυμούνται σαν Αγγελόπουλο, με αργόσυρτες φάσεις και λιγοστή δράση, αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν ο Παπακαλιάτης, που κάνει φτηνές αντιγραφές καλών ιδεών από το εξωτερικό. ΑΝ ήταν ταινία, θα ήταν το «Αν». Ή κάποια άλλη «b movie», πχ από το Μπόλιγουντ –ΑΝ και δε φταίει σε τίποτα το ινδικό πρωτάθλημα, που έπαιξε κι εκεί ο Κατσουράνης. Αν ήταν σενάριο, θα ήταν μονότονο κι απολύτως προβλέψιμο, με το ίδιο φινάλε κάθε χρόνο. Και αν ήταν σκηνογραφία, θα ήταν όλα άψογα ΣΤΗΜΕΝΑ, μέχρι τελικής λεπτομέρειας, τελικού σκορ κι αριθμού κόρνερ. Ενώ αν ήταν τηλεοπτική παραγωγή, θα ήταν Trash-TV, σε επανάληψη, με σκηνές ακατάλληλες για φιλάθλους και με το απαγορευτικό σηματάκι.
Όσο νυχτώνει, το θέαμα μεγαλώνει.

ΑΝ το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν μουσική, θα ήταν Παντελίδης ή κάτι άλλο αντίστοιχα υψηλής αισθητικής, από αυτά που ακούν οι περισσότερες ποδοσφαιριστές. Αν ήταν στίχος-σύνθημα, θα ήταν κάτι σαν: εεε-ωωω, άσο το ημίχρονο και δύο τελικό. Κι αν ήταν κουπλέ, θα ήταν η παρακάτω στροφή απ’ το «Ελλάς» του Παπακωνσταντίνου.

Το πρωτάθλημα αρχίζει
η εξέδρα πλημμυρίζει
γίνεται χαμός σε κάθε γκολ
Μα το ντέρμπι είναι στημένο
κι από πριν ξεπουλημένο
κι εσύ πνίγεσαι με δίχρωμα κασκόλ


Με τη διαφορά πως τώρα πια σχεδόν καμία εξέδρα δεν πλημμυρίζει και το ελληνικό πρωτάθλημα ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία των διοργανώσεων, που δε μελαγχολείς όταν τελειώνουν, αλλά επειδή ξεκινάνε.

Αν το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν ποιητική συλλογή, θα ‘χε τίτλο «τον ήπιαμε», εμπνευσμένο από την ποιητική φυσιογνωμία και τις πρόσφατες δηλώσεις του Πανόπουλου. Και πρώτο ποίημα οι δηλώσεις του παράγοντα του Εδεσσαϊκού, με μετάφραση στα αγγλικά από τον Ογκουνσότο και καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Αμπέ Λαλέ». Αν ήταν πίνακας ζωγραφικής, θα ήταν η Γκερνίκα, κρανίου τόπος και ραντεβού θανάτου, ενίοτε, για ιδιωτικούς στρατούς ή ανυποψίαστους φιλάθλους. Αν ήταν άγαλμα, θα ήταν κάποιο ακρωτηριασμένο, όχι απλά σαν την Αφροδίτη της Μήλου, αλλά σαν το βασικό ήρωα στο «ο Τζόνι πήρε το όπλο του», που έχει σώα κι αβλαβή μόνο τα ζωτικά του όργανα και πέραν τούτων ουδέν.

Αν ήταν φιγούρα κόμικ θα ήταν οι Ντάλτον, γιατί απευθύνεται σε κοινό με νοημοσύνη Ραντανπλάν και γιατί του πάνε τα ριγέ της φυλακής. Αν ήταν θέατρο, θα ήταν του παραλόγου ή κάτι σαν το «Ρωμαίος κι Ιουλιέτα», αλλά στη σύγχρονη εκδοχή των Απαράδεκτων από τις «σχολή Ζούλοβιτς». Κι αν ήταν τεχνοτροπία, θα ήταν κακέκτυπο της μπρεχτικής αποστασιοποίησης, όπου καταργούνται τα όρια μεταξύ σκηνής και κερκίδας, ηθοποιού και θεατή, προπονητή και προέδρου, κι ο Σαββίδης κατεβαίνει στον πάγκο για να δώσει συμβουλές στον Γου Χου. Αλλά έχει αγοράσει τη μισή Θεσσαλονίκη σχεδόν κι αυτό του εξασφαλίζει πολύ καλύτερη υστεροφημία από το Βουλινό και τα δικά του «ντου» στο γήπεδο.

ΑΝ ήταν κι αν δεν ήταν του δήμαρχου παιδί, τα ριάλια, ριάλια, ριάλια (αυτά είναι εξάλλου τα μόνα που ενδιαφέρουν τους… «επενδυτές»). Αν ήσουνα ο Ρότσα και ήμουν ο Πουμπλής… Αν κάποτε θα γίνουν όλα αυτά τα ΑΝ, αμάν-αμάν (και ου-λελέ απ’ την κερκίδα).

Μόνο μία σταθερά, δε θα αλλάξει μέσα σε όλα. Αν το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν τέχνη, εμείς θα παραμέναμε συνειδητά κι από άποψη το «Ατέχνως».

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Εννιά δεκαετίες...

Προχτές το βράδυ στη στοά κουρτάκη, σε ένα μικρό αλλά όμορφο χώρο του καφέ etage litteraire, έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της έκθεσης εικαστικών έργων, βιβλίων και φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη συλλογή του εικαστικού-συγγραφέα γιώργου φαρσακίδη. Η επιλογή της ημέρας αποδείχτηκε ωστόσο ατυχής, καθώς συνέπεσε χωροχρονικά με τη συγκέντρωση αλληλεγγύης στον απεργό πείνας νίκο ρωμανό στο μοναστηράκι, πολύ κοντά στον χώρο της εκδήλωσης και με τον αποκλεισμό όλων των γύρω δρόμων σε μεγάλη ακτίνα από την αστυνομία, με συνέπεια να καταφτάσει αρκετός κόσμος αργοπορημένος, μετά το πέρας των ομιλιών. Αυτός όμως ήταν ένας αστάθμητος παράγοντας που δε μπορούσε να προβλεφθεί από πριν. Παρεμπιπτόντως, η πορεία ήταν αρκετά μαζική, πιθανότατα κάτι κοντά σε τριψήφιο νούμερο, όχι μόνο με μαύρους και αναρχικές συλλογικότητες, αλλά και με πολύ χύμα κόσμο, οργανώσεις του εξωκοινοβουλίου και τσόντα στο τέλος τη νεολαία σύριζα, που πάει με όλα. Κλείνει η παρένθεση.

Στην εκδήλωση (που άρχισε με εύλογη καθυστέρηση και όπου έδωσε το «παρών» εκ μέρους του πγ της κετουκε ο νίκος σοφιανός) μίλησαν για το γιώργο φαρσακίδη η δημοσιογράφος του ριζοσπάστη επί θεμάτων πολιτισμού, σοφία αδαμίδου, κι ο σπύρος χαλβατζής, με τον οποίο έχουν σχεδόν πενήντα χρόνια γνωριμίας από την εξορία τους στη λέρο.

Η αδαμίδου είπε (σε ελεύθερη απόδοση) μεταξύ άλλων ότι ο φαρσακίδης είναι ζωντανό αρχείο των αγώνων του λαού μας, μέσα από το έργο του –που μας δίνει δύναμη κάθε φορά που κάτι πάει να μας λυγίσει- και το αρχείο του, που με τόση φροντίδα διασώζει. Αν μπορούσαν βέβαια ένας καλλιτέχνης κι η τέχνη συνολικά να αλλάξουν από μόνοι τους τον κόσμο, ο πλανήτης μας δε θα ήταν ένα λουτρό αίματος και δυστυχίας για τους λαούς. Όσοι στρατεύονται στο καλλιτεχνικό τους έργο –που κάποιοι το λένε στρατευμένο για να το απαξιώσουν, ενώ είναι προσευχητάρι των λαών- δεν αντανακλούν απλά την πραγματικότητα, αλλά γίνονται οργανωτές του κοινωνικού συναισθήματος και με την τέχνη τους στήνουν γέφυρες επικοινωνίας με τους άλλους.

Στη συνέχεια έκανε μια μικρή αναδρομή στην προσωπική διαδρομή του φαρσακίδη: από τα παιδικά του χρόνια στην οδησσό, όπου το μοναδικό του δεκαράκι στο σχολείο ήταν στην ιχνογραφία, και τις μάχες του με τον ελας, όπου έχασε κάποια σκίτσα του και του τα επέστρεψε πολλά χρόνια αργότερα ένας βούλγαρος στρατιώτης που τα βρήκε και τα κράτησε…· ως την εξορία και τα βασανιστήρια στα μαρτυρικά ξερονήσια (αϊ-στράτης, μακρόνησος, λέρος, γυάρος), όπου βρήκε ωστόσο την ευκαιρία να αναπτύξει περαιτέρω το δημιουργικό του ταλέντο, έχοντας ως βασικά του εργαλεία βότσαλα και κουταλοπίρουνα –καθώς απαγορεύονταν τα αιχμηρά αντικείμενα. Μια διαδρομή γεμάτη πνευματική αγρύπνια και γνήσια ανθρωπιά, που έβαλε το δικό της λιθαράκι για να ανθρωπεύσει ο άνθρωπος. Και μια ζωή που δε θα ήθελε να την αλλάξει στο παραμικρό, γιατί όπως συνήθιζε να του λέει κι η μητέρα του «είσαι που είσαι χοντροκέφαλος, τουλάχιστον να μη γυρίσεις με σκυμμένο κεφάλι…».

Κλείνοντας η αδαμίδου σημείωσε πως η τέχνη του φαρσακίδη συμβάλλει με το δικό της τρόπο στην εξύψωση και την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας κι ότι η κοινωνία που ονειρευόμαστε θα έχει κάτι από τη δύναμη και το ήθος αυτής της γενιάς που πάλεψε κι αντιστάθηκε.

Στη δική του σύντομη παρέμβαση –που δεν ήταν από στήθους, για να μην ξεχαστεί τίποτα, ήταν όμως από καρδιάς- ο χαλβατζής στάθηκε στο ξεχωριστό έργο και τη στάση του φαρσακίδη που σμιλεύουν αγωνιστικές συνειδήσεις και για τα οποία τον τιμούν ως σήμερα οι σύντροφοί του, κάθε γενιάς. Ενώ σημείωσε και δύο σχετικά άγνωστα στοιχεία από τη διαδρομή του καλλιτέχνη.
Πρώτον, τις τέσσερις διαλέξεις που έδωσε στην εξορία, στο λακκί της λέρου, πάνω σε θέματα τέχνης και αισθητικής, τον χειμώνα του 67-68, λίγες μέρες πριν από τη 12η ολομέλεια και τη διάσπαση του κκε. Οι διαλέξεις αυτές ασκούσαν κριτική σε ανορθολογικές προσεγγίσεις άλλων συνεξόριστων καλλιτεχνών και στάθηκαν αφορμή για πλούσια συζήτηση και γόνιμες αναζητήσεις, βοηθώντας πολλούς συντρόφους του φαρσακίδη να κατασταλάξουν και να βρουν το δρόμο τους.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η χιουμοριστική διάθεση και τα πειράγματα του φαρσακίδη –που χαρακτήρισε για παράδειγμα ραδιούργους τους φίλους που ανέλαβαν τις προάλλες να του ετοιμάσουν μια σύναξη-έκπληξη για τα γενέθλιά του.


Στα γενέθλια αυτά ο φαρσακίδης έπιασε τα δεύτερα –ήντα, συμπληρώνοντας αισίως εννιά δεκαετίες ζωής και τουλάχιστον επτά καλλιτεχνικής δημιουργίας και αταλάντευτης αγωνιστικής στάσης. Και συνεχίζει απτόητος, εκδίδοντας συνεχώς καινούρια βιβλία, ενώ συμπεριλήφθηκε και στην οργανωτική επιτροπή που θα αξιολογήσει τις προτάσεις για το λογότυπο των 100χρονων του κκε –στα οποία θα φτάσει κι αυτός ενεργός και ακμαίος για να δώσει το «παρών»- σε έναν διαγωνισμό που θα μπορούσε να έχει εναλλακτικά ως τίτλο την ερώτηση: ποιο είναι το πιο όμορφο σφυροδρέπανο που έχετε δει ποτέ; Αλλά αυτό έχουμε καιρό μπροστά μας να το δούμε.


Όσοι ενδιαφέρονται, μπορούν να επισκεφτούν (με ελεύθερη προφανώς είσοδο) την έκθεση με τα έργα του φαρσακίδη στη  στοά κουρτάκη, κολοκοτρώνη 59β.


Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Βραδιά ποίησης – Το σάλπισμα

Μπορεί κατά το παρελθόν η κε του μπλοκ να έχει φιλοξενήσει αρκετές σχετικές αναρτήσεις πχ για το βάρναλη ή μία παλιότερη εκτενή εργασία του κομάντο με τίτλο «γιατί πρέπει να διαβάζουμε νεοελληνική ποίηση», αλλά είναι φορές που, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με βαριά κουλτούρα και κατά κανόνα με τη μοντέρνα ποίηση, της βγαίνουν περίεργα αντανακλαστικά, σαν αυτά της δημητρούλας και του βλάση στο αντίστοιχο επεισόδιο των απαράδεκτων. Και μου είναι αδύνατο να μη φέρω στο μυαλό μου συνειρμικά τη βάνα καρούλου λέκκα (που οι περισσότεροι τη γνώρισαν ως ελεωνόρα από τους αυθαίρετους). Είμαι η βάνα και θα μείνω.


Η συλλογή της μαριάννας γιαννουράκου, που παρουσιάζεται εδώ σήμερα δεν εμπίπτει στην παραπάνω κατηγορία. Αφενός γιατί δεν έχει δύο επίθετα από άποψη, για να δείχνει πιο σοφιστικέ, όπως λόγου χάρη η συναγωνίστρια του σύριζα και του ιδρύματος κλίντον γιάννα αγγελοπούλου-δασκαλάκη. Αφετέρου γιατί δεν είναι μια φτασμένη, αναγνωρισμένη καλλιτέχνης, αλλά μια ερασιτέχνης στα πρώτα δειλά της βήματα, μετανάστρια στο εξωτερικό και απλώς κάνει πραγματικότητα ένα όνειρό της (και δεν εννοώ προφανώς να εκδοθεί) και το (με την καλή έννοια) ψώνιο της, χωρίς να γίνεται η ίδια ψώνιο. Η δική μου προτροπή να ασχοληθείτε με το έργο της και τη συγκεκριμένη συλλογή, δε σημαίνει προφανώς πως θα ανακαλύψετε σε αυτή το νέο ρίτσο ή το νέο βάρναλη –που και αυτός είχε περάσει από το παρίσι. Αλλά μπορεί και να σας τους θυμίσει σε κάποια σημεία και να βρείτε αρκετά καλά στοιχεία που αφήνουν μια υπόσχεση για το μέλλον. Αφετρίτου και πιο σημαντικό ίσως, γιατί είναι φίλη, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση (ελπίζω) να παρεξηγηθεί με όσα λέμε –σε αντίθεση δηλ με τη βάνα παρθενιάδου, που αν δεν κάνω λάθος είχε πάει το 91’ με τους ανανεωτικούς, δηλ το συνασπισμό, όπου κι ευδοκιμούν σε αφθονία φρούτα της μικροαστικής διανόησης και της κουλτούρας να φύγουμε, των σαλονιών και της προόδου.

Η εκδήλωση ορίστηκε για την προσεχή πέμπτη (27 νοέμβρίου, στις 8μμ, στο πόλις καφέ στη στοά πεσματζόγλου) πολύ πριν δεήσει η γσεε να κηρύξει γενική, πανεργατική απεργία, την ίδια ακριβώς μέρα και παρά τις προσπάθειες να αλλάξει η μέρα διεξαγωγής αυτό στάθηκε πρακτικά αδύνατο. Ο σκοπός της ωστόσο δεν είναι μια ντροπαλή απεργοσπασία, που θα βαφτίσει το κρέας ψάρι, για να τα ‘χει καλά με τη συνείδησή της –αυτό άλλωστε, πέρα από την ποιήτρια, θα έβρισκε κάθετα αντίθετους και τους άλλους συντελεστές που συμμετέχουν (αφιλοκερδώς προφανώς) στην εκδήλωση. Αλλά ένα τελικό αποτέλεσμα, που θα δένει με το απεργιακό κλίμα της ημέρας, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο, συνέχεια των σκοπών της με άλλα μέσα. Γιατί, όπως λέει και ο τίτλος της συλλογής, τα ποιήματά της δεν έρχονται να σαλπίσουν ένα γλυκό ταξικό νανούρισμα, αλλά να αφυπνίσουν, να ταρακουνήσουν συνειδήσεις, να «δώσουν προσκλητήριο» για δράση και αγώνα.

Εχέγγυο για αυτό είναι και όλοι όσοι θα πλαισιώσουν τη μαριάννα στο πάνελ και στα υπόλοιπα μέρη του προγράμματος.
Εισηγητές θα είναι: ο ηρακλής κακαβάνης, που ήταν για πολλά χρόνια διορθωτής και δημοσιογράφος στο ριζοσπάστη, ενώ οι τακτικοί αναγνώστες του μπλοκ (και όχι μόνο) θα τον γνωρίζουν ασφαλώς κι από το συγγραφικό του έργο σχετικά με το βάρναλη (και όχι μόνο). Και ο αλέκος πούλος, ναυτεργάτης και πρόεδρος της επιτροπής κρίσεων της εταιρίας λογοτεχνών (κάτι σαν «καββαδίας των φτωχών», όπως τον λέει, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, ο οικοδόμος.
Ποιήματα θα απαγγείλουν οι ηθοποιοί σοφία μπότση και πέππας.
Η εκδήλωση θα κλείσει με μουσική παρέμβαση, συνοδεία κιθάρας και λύρας (δεσμεύομαι με ομερτά να μην αποκαλύψω ονόματα, αλλά όσοι έρθουν, τους περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη).

Παραθέτω επίσης και το επίσημο δελτίο τύπου που προαναγγέλλει την εκδήλωση.



Αντί επιλόγου επέλεξα να κλείσω την ανάρτηση με ένα ποίημα από τη συλλογή που έχει ως πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς τον παλαίμαχο κομμουνιστή τάκη στάβερη.

Έχω ένα σύντροφο απ’ την ΕΠΟΝ
ήλιο και θησαυρό στο έμορφο Παρίσι.
Λίγες οι λέξεις και μεστές,
καμία σχέση με την πολυγλωσσία μας.
Μα ό,τι λέει, το λέει με μια θέρμη
με μιαν αγάπη,
κατανόηση,
φροντίδα,
που μόνο σε ανθρώπους ολόκληρους ταιριάζει.
Κανένα κομμάτι δεν του λείπει,
αυτού που τόσα στερήθηκε και τόσα που του κλέψανε.
Μα έμεινε, ο ίδιος,
άνθρωπος ολόκληρος,
Αγέρωχος,
ωραίος!
Τους όμορφους ανθρώπους,
τους ολόκληρους,
τους τρέμουν οι οχτροί.
Για δε λυγάνε στα βάσανα, ορθώνονται και
- αλίμονο - βοηθούν να σηκωθούν και άλλοι!
Έχω ένα σύντροφο απ’ την ΕΠΟΝ,
ήλιο και θησαυρό στο έμορφο Παρίσι.
Είναι από κείνους τους ανθρώπους που χαμογελούν
δίχως να έχουν τύψεις!
Είναι από κείνους τους ανθρώπους που χαμογελούν
όχι εξαιτίας της ζωής τους, μα
σε πείσμα της!
Είναι από κείνους τους ανθρώπους που χαμογελούν και
το χαμόγελό τους απλώνεται παντού και
γίνεται γέφυρα
να μας περάσει το αύριο,
σ’ αυτό που σήμερα αδιανόητο μοιάζει και μακρινό!

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Το ιστορικό περίγραμμα της αντίστασης

Το σάββατο που μας πέρασε η ένωση εικαστικών διοργάνωσε θεματική διημερίδα στα πλαίσια της έκθεσης «εικαστικές τέχνες κι αντίσταση», που την είχαμε αναφέρει σε μια πρόσφατη ανάρτηση και προλαβαίνετε ακόμα να την επισκεφτείετε αυτή τη βδομάδα, πίσω από το πάρκο ελευθερίας. Η κε του μπλοκ παρακολούθησε επιλεκτικά την ομιλία του μαργαρίτη, που είχε έρθει σκαστός –όπως κι εμείς- από ένα συνέδριο ιστορίας στο πάντειο, που θα παρουσιαστεί πιθανότατα σε προσεχή ανάρτηση. Εδώ επιχειρώ να αναπαραγάγω τα βασικά σημεία της, με τις όποιες τυχόν αβαρίες κατά τη μεταφορά να βαραίνουν αποκλειστικά εμένα και κάτι κεϊκάκια στην είσοδο, που απέσπασαν την προσοχή μου. Και με την ελπίδα ότι θα κυκλοφορήσει σύντομα στο διαδίκτυο το βίντεο με την ομιλία, που μαγνητοσκοπήθηκε, όπως κι όλες οι παρεμβάσεις της διημερίδας άλλωστε.

Πριν πάρει το λόγο ο μαργαρίτης προηγήθηκε ένας σύντομος χαιρετισμός του παλαίμαχου εξόριστου αγωνιστή σωτήρη κράνια, που μας διηγήθηκε βιωματικά μια ιστορία για μια δική του καλλιτεχνική δημιουργία (ένα εργόχειρο σε βότσαλα, αν σημείωσα καλά) με ένα πουλάκι που κρατούσε στο ράμφος του ένα λουλούδι, την κριτική ενός συνεξόριστου συντρόφου του πως αυτό ήταν φύσει αδύνατο, γιατί το λουλούδι ήταν πιο βαρύ από το πουλάκι, και τη συμβουλή του (γείτονά του στο παρθένι της λέρου) γιάννη ρίτσου να κάνει ό,τι θέλει. Όπως είχε κάνει σε μια αντίστοιχη περίπτωση κι ο ζωγράφος θεόφιλος με έναν πίνακά του, όπου το φτυάρι του φούρναρη έμπαινε, ζωγραφική αδεία, πλαγιαστό και κάποιοι παρατηρούσαν πως έτσι θα έπεφτε το ζυμάρι, για να τους απαντήσει ο καλλιτέχνης πως θα μπορούσαν να μείνουν και να δουν τη συνέχεια (στον πίνακα), αν θέλουν, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να έπεφτε.
Στην τέχνη εξάλλου η μαγιά και η ζύμωση τωνσυνειδήσεων δε νοούνται με όρους κυριολεξίας.

Ο μαργαρίτης ξεκίνησε με την παρατήρηση πως είναι αδύνατο να κατανοήσουμε όσα μεγάλα και σπουδαία έγιναν στη δεκαετία του 40’, χωρίς να μιλήσουμε για την περίοδο που προηγήθηκε και το μεσοπόλεμο στην ευρώπη. Ή μάλλον για την ακρίβεια στον ευρωπαϊκό καπιταλισμό, για να μη φορτώσουμε σε μια γενική γεωγραφική έννοια την αγριότητα ενός συστήματος, που πιστοποιεί τον απάνθρωπο χαρακτήρα του, τόσο στην αποτυχία του, όσο και στον καιρό της (υπερβολικής) επιτυχίας του, που προετοιμάζει και γεννά το αντίθετό της.

Ο ελληνικός μεσοπόλεμος συνδέεται με μια εθνική καταστροφή, το τερατώδες ξερίζωμα δύο με δυόμισι εκ. ανθρώπων (αν υπολογίσουμε το συνολικό τους αριθμό από το 1912), που βαφτίστηκε ανταλλαγή πληθυσμών, τις αιματηρές, κοσμογονικές αλλαγές και τον ατελείωτο μόχθο για να καταστεί βιώσιμη η ελληνική επικράτεια (με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους βάλτους της κεντρικής μακεδονίας, όπου μπορούσε να ναυμαχήσει σχεδόν κανείς, και τη μεταμόρφωσή τους σε εύφορες πεδιάδες από τους πρόσφυγες μες σε μερικά χρόνια). Μια επικράτεια που για πρώτη φοράστα χρονικά, ταυτίζεται βασικά με τον ελληνικό πληθυσμό, κι αυτό σηματοδοτεί το πέρασμα από την προηγούμενη περίοδο του ομογενειακού καπιταλισμού (με κυριότερα κέντρα την αλεξάνδρεια, την οδησσό, τη σμύρνη, κτλ) στην ανάπλαση ενός «νέου καπιταλισμού» και σε μια φάση εντεινόμενης συγκέντρωσης κεφαλαίου και ληστρικής εκμετάλλευσης.

Η ελλάδα τέθηκε ουσιαστικά υπό την άμεση κηδεμονία της κοινωνίας των εθνών, για να ελεγχθούν οι κοινωνικές εντάσεις και να αποτραπεί μια πιθανή επαναστατική κρίση. Αυτό κατέστη δυνατό κυρίωςω με τη διαιτησία της επιτροπής αποκατάστασης προσφύγων (εαπ, μοργκεντάου), που προέβη και σε κάποιες παραχωρήσεις, προετοιμάζοντας πχ κατ’ ουσίαν το θεσμικό πλαίσιο για τη συγκρότηση του ικα. (Ο μεταξάς που διαφήμιζε ως δικό του έργο το ικα, απλώς προχώρησε στην ολοκλήρωση αυτής της προεργασίας, γιατί όλη η ευρώπη προετοιμαζόταν για τον πόλεμο κι οι προλετάριοι έπρεπε να πέσουν στη μάχη χορτάτοι και ευχαριστημένοι, έτοιμοι να θυσιαστούν για την πατρίδα). Οι υπαρκτές κι οξυμένες κοινωνικές αντιθέσεις μπήκαν στο ψυγείο κι έτσι η αθήνα ήταν μια μάλλον ήρεμη πολιτεία, χωρίς ιδιαίτερους κλυδωνισμούς, σε αντίθεση με την πιο ταραγμένη θεσσαλονίκη, κι ακόμα περισσότερο συγκριτικά με τη βιέννη και το παρίσι πχ, όπου είχε χρησιμοποιηθεί ακόμα και πυροβολικό για την καταστολή της εργατικής τάξης.

Στο τέλος αυτής της περιόδου έρχεται μια παράξενη και κατ’ ανάθεση δικτατορία με πλήρεις εξουσίες στο μεταξά, που παρά την έντονη σφραγίδα του παλατιανού παπάγου στο στράτευμα, του παλατιού εν γένει και συνεπώς της αγγλίας, οργανώνει το σκηνοθετικό πιθήκισμα του ναζιστικού προτύπου. Το περίγραμμα κι η εξωτερική πολιτική εξακολουθούν να καθορίζονται από την αγγλία, αλλά το εσωτερικό πρόπλασμα είναι ο ναζισμός (ας μην ξεχνάμε και την προοδευτικά αυξανόμενη επιρροή της διαδόχου τότε φρειδερίκης, που ήταν στέλεχος της ναζιστικής νεολαίας). Ο χίτλερ θέτει τις βάσεις του αντικομιντέρν συμφώνου και προκαλεί το θαυμασμό της άρχουσας τάξης σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, καθώς της κλείνει το μάτι πως αν εξαλειφθεί και φύγει από τη μέση η «κομμουνιστική γάγγραινα», ανοίγει ο δρόμος για να ανακτήσει ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός τα χαμένα πρωτεία της προπολεμικής περιόδου στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Ακόμα πιο τρομακτικά είναι τα όσα συμβαίνουν στις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες, που εξακολουθούν τυπικά να έχουν κοινοβουλευτική δημοκρατία –μία εξ αυτών είναι κι η τσεχοσλοβακία του μπένες, που επρόκειτο πολύ σύντομα να «πεθάνει». Στη δημοκρατική σουηδία πχ ψηφίζονται κανιβαλικοί νόμοι ευγονικής (για τη θανάτωση ατόμων με ειδικές ανάγκες) που προκαλούν την αγανάκτηση του γιατρού πέτρου κόκαλη, πολύ πριν συναντηθεί με το κομμουνιστικό κίνημα. Ενώ στη γαλλία η ίδια εθνοσυνέλευση που είχε αναδείξει την κυβέρνηση του λαϊκού μετώπου το 36’, τέσσερα χρόνια αργότερα (με το κκ εκτός νόμου) δίνει απεριόριστες εξουσίες στο φασίστα πεταίν. Στο παρίσι υπογράφεται το πρωτόκολλο για τη νέα ευρώπη κι ανοίγει ο δρόμος για τη λαμπρή καριέρα του δρ χολστάιν (δε σημείωσα δυστυχώς με ποια ακριβώς ιδιότητα) που έγινε στη συνέχεια ο μακροβιότερος πρόεδρος της κομισιόν από το 58’ ως το 67’ και σήμερα η εε του αποδίδει μεγάλες τιμές.

Στην ελλάδα ο πόλεμος του 40’ ενοχλεί και μπερδεύει την αστική τάξη, σε αντίθεση με τον ελληνικό λαό που μαθαίνει να πολεμά και να κερδίζει, αποκτώντας πίστη στις δυνάμεις του. Και πιθανότατα θα θριάμβευε έναντι των ιταλών αν δεν το συγκρατούσε η πολιτική του ηγεσία (στο ημερολόγιο του μεταξά είναι φανερή η ανησυχία του δικτάτορα για το πώς θα αντιμετώπιζε ένα νικηφόρο λαό) και δεν είχε σπαταληθεί εγκληματικά η αριθμητική υπεροχή από το νοέμβρη ως το γενάρη, οπότε κι εξαπολύθηκε τελικά υπό δυσμενέστερους όρους η επίθεση, με τη μεραρχία της κρήτης να οδηγείται ουσιαστικά στην εξολόθρευση, μάλλον ως εκδίκηση του καθεστώτος για το κίνημα της κρήτης εναντίον του. Όσο για την αμυντική διάταξη των δυνάμεων απέναντι στους γερμανούς μερικούς μήνες αργότερα ήταν από τις πλέον αλλοπρόσαλλες στα πολεμικά χρονικά.

Με την κατάρρευση του μετώπου, η αγγλόφιλη μερίδα της αστικής εξουσίας ακολουθεί τον προστάτη της στο εξωτερικό, ενώ η στρατιωτική εξουσία στελέχωσε τη δοσίλογη κυβέρνηση. Οι μισές εφημερίδες του τύπου της εποχής υποδέχονται τους ναζί ως απελευθερωτές από τον αγγλικό ζυγό. Η οικονομία του πολέμου αλλάζει τις ισορροπίες και παρουσιάζει πρώτης τάξης ευκαιρίες εύκολου κέρδους κι ανάπτυξης για τους καπιταλιστές, καθώς υπάρχει πλόυσια δραστηριότητα σε έργα υποδομών για τους κατακτητές (κατασκευάζονται πχ άμεσα 25 αεροδρόμια κι ανάμεσά τους το ελληνικό) και μια άνευ προηγούμενου συγκέντρωση κεφαλαίου, που καθιστούν «ασύμφορη» οποιαδήποτε επένδυση δεν ξεπερνά σε απόδοση το 40%.

Η κατάσταση αυτή ανοίγει μια άβυσσο που χωρίζει τους πλουτίσαντες (που συχνάζουν πχ σε καζίνο και τα παραλιακά κέντρα που χτίζονται σωρηδόν αυτή την εποχή) από τους εργάτες και εξαθλιωμένα μεσαία στρώματα, που βρέθηκαν ενοικιαστές στο ίδιο τους το (επιταγμένο) σπίτι. Σε αυτό το σκηνικό αρχίζει να αναπτύσσεται κι ο αντιστασιακός αγώνας, πρώτα ως αγώνας επιβίωσης με λαϊκά συσσίτια, κτλ, και στη συνέχεια με πιο μαζικά χαρακτηριστικά, στρατιωτικό σκέλος και δεκάδες μαχητικές διαδηλώσεις, που χτυπήθηκαν όλες ανεξαιρέτως με πυροβολισμούς από τις δυνάμεις κατοχής και τους συνεργάτες τους –που είχαν χρηματοδότες της υψηλής κοινωνίας, όπως την επιτροπή μπενάκη. Ο αγώνας αυτός ανέδειξε δύο τελείως διαφορετικές ελλάδες, αυτήν της υποταγής και την ελεύθερη ελλάδα της αντίστασης. Και παρά το εθνικό του πέπλο, το περιεχόμενό του δεν μπορούσε παρά να είναι μοιραία ταξικό.

Η κατακλείδα της ομιλίας ήταν σχετική με την τέχνη της εποχής –που δεν μπορούσε πολλές φορές να προλάβει να αποδώσει όλες αυτές τις σκηνές. Ο μαργαρίτης ανέφερε το παράδειγμα των πλούσιων οικογενειών που έσπρωχναν τα κορίτσια τους στην αγκαλιά των κατακτητών. Με αυτό τον τρόπο η όπερα κέρδισε τη μαρία καλογεροπούλου, αλλά δεν ένιωσε την παραμικρή ανάγκη να απολογηθεί για όσα κορίτσια δεν είχαν την τύχη της μαρίας κάλας και θεώρησε θηριωδία την παραδειγματική θανάτωση μερικών εξ αυτών (ως συνεργατών του κατακτητή). Αντιθέτως φρόντισε να συκοφαντήσει με άθλιο τρόπο λαϊκές καλλιτέχνιδες, όπως η ντιριντάουα.

Ως προς τα μνημεία για τη συγκεκριμένη περίοδο, δεσπόζει το άγαλμα της αθηνάς στο πεδίο του άρεως προς τιμήν των βρετανών υπερασπιστών της αθήνας το δεκέμβρη! Ενώ το μόνο αντίστοιχου μεγέθους «μνημείο» στην αθήνα είναι το βρετανικό νεκροταφείο στο καλαμάκι. Αν είχε κανείς λοιπόν τα μνημεία της επίσημης πολιτείας, ως βασικό οδηγό του για την ιστορία αυτής της περιόδου, θα έβγαζε το ασφαλές συμπέρασμα πως οι μόνοι που πολέμησαν ήταν οι άγγλοι, ενώ ο ελληνικός λαός απουσίαζε παντελώς από το προσκήνιο..

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2014

Καλλιτεχνικές ψηφίδες

Αυτές τις μέρες έγιναν, τρέχουν ακόμα ή πρόκειται να γίνουν διάφορα γεγονότα κι εκδηλώσεις με καλλιτεχνικό χρώμα, τα οποία η κε του μπλοκ αποφάσισε να συγκεντρώσει και να παρουσιάσει σε ένα μωσαϊκό με διακριτές ψηφίδες.

Πίσω από το πάρκο ελευθερίας, ανάμεσα στο μέγαρο μουσικής και το νίμιτς, μπορείτε να επισκεφτείτε ως τα τέλη του μήνα την έκθεση «εικαστικές τέχνες κι αντίσταση», με δεκάδες αξιόλογα έργα αντιστασιακών, επώνυμων ή ερασιτεχνών, από την εποχή του μεσοπολέμου και τη δικτατορία μεταξά ως την χούντα των συνταγματαρχών, με ενδιάμεσους σταθμούς τα δύο ένοπλα αντάρτικα κινήματα της δεκαετίας του 40’, τους τόπους εξορίας και μαρτυρίου χιλιάδων αγωνιστών, κ.ά.

Το κτίριο που φιλοξενεί την έκθεση είναι σε μια σχεδόν ειδυλλιακή τοποθεσία, ώστε σχεδόν ξεχνάς πως ήταν κάποτε χώρος βασανιστηρίων (τα παλιά γραφεία της εατ-εσα, αν δεν κάνω λάθος). Εξίσου ωραία κι αξιόλογα όμως είναι τα έργα που εκτίθονται –ακόμα και τα λιγότερο εντυπωσιακά κουβαλάν συνήθως μια ιδιαίτερη ιστορία για τις συνθήκες και τον τρόπο με τον οποίο φτιάχτηκαν. Πίνακες, χαλκομανίες και χαρακτικά, αφίσες, φωτογραφικά ντοκουμέντα (με τον άρη και το σαράφη πχ να μπαίνουν έφιπποι στα γιάννενα μετά από την απελευθέρωση και να αποθανατίζονται από το φακό του μπαλάφα), ξυλογραφίες, ελαιογραφίες.

Σκίτσα από κάρβουνο και κάθε πιθανό υλικό, που απεικονίζουν καθημερινές σκηνές και δραστηριότητες εξόριστων, τις γυναίκες του αγώνα, τον άρη ακέφαλο (γιατί έψαξα το κεφάλι του και δεν το  βρήκα πουθενά), αλλά όρθιο και ζωντανό. Και μες σε όλα αυτά, για λόγους πολυφωνίας, ένα έργο για τους εδεσίτες –γιατί αντίσταση χωρίς εδες δε γίνεται. Η συντριπτική πλειοψηφία πάντως είναι έργα δικών μας, στρατευμένων καλλιτεχνών. Δική μας επιμέλειας εξάλλου είναι και το ολιγόλεπτο βίντεο που προβάλλεται στην αίθουσα παρουσιάζοντας την έκθεση παράλληλα με το ιστορικό υπόβαθρο και τα γεγονότα κάθε περιόδου.

Στην έκθεση, που λειτουργεί καθημερινές και σαββατοκύριακα, μπορείτε να παρακολουθήσετε και άλλες προβολές, καθώς και να προμηθευτείτε την πολύ προσεγμένη έκδοση του εικαστικού επιμελητηρίου, που περιέχει σχεδόν των σύνολο των εκθεμάτων ή να διαβάστε το λεύκωμα με τις εντυπώσεις των επισκεπτών, από όπου σταχυολογώ τη φράση: ο τόπος πόνεσε, αλλά ητέχνη τον έσωσε.

Προσωπικά ξεχώρισα, για να πλαισιώσουν την ανάρτηση, την αφίσα για τα 26 χρόνια του κκε, από τις μέρες της απελευθέρωσης, λίγο πριν τα δεκεμβριανά –που δε συμπεριλήφθηκε στην έκδοση, γιατί έφτασε καθυστερημένα.

Και τις ειδικές φιγούρες του μεγάλου καραγκιοζοπαίκτη ευγένιου σπαθάρη για το θέατρο σκιών, με τις μορφές του βελουχιώτη, ενός αντάρτη κι ενός αποφυλακισμένου.



Μπορείτε ακόμα να δείτε
Την ανάρτηση και το βίντεο που ετοίμασε ο οικοδόμος
Ένα σχετικό κείμενο του ηρακλή κακαβάνη στο fractal.

-Το περασμένο πσκ (παρασκευοσαββατοκύριακο), το σινεμά αλκυονίς, κοντά στη βικτώρια, φιλοξένησε το αφιέρωμα που διοργάνωσε η κο καλλιτεχνών του κκε σε πέντε κομμουνιστές σκηνοθέτες: τους δάναλη, νίκο αντωνάκο και θόδωρο αγγελόπουλο. Το τριήμερο αφιέρωμα περιελάμβανε προβολές ταινιών και συζητήσεις για κάθε σκηνοθέτη, με συνεργάτες τους κι άτομα που τους γνώριζαν και έζησαν από κοντά στιγμές της καλλιτεχνικής τους δημιουργίας.

Την κυριακή προβλήθηκε ο θίασος του αγγελόπουλου, που είναι ίσως η πιο προσιτή ταινία για να ξεκινήσει κανείς να εντρυφεί στο έργο του σκηνοθέτη, αλλά δεν παύει να πέφτει κάπως βαρύ κι ασήκωτο στο μέσο, αμύητο θεατή, που είτε αγνοεί το ιστορικό υπόβαθρο για να καταλάβει τους συμβολισμούς, είτε έχει διαπαιδαγωγηθεί και συνηθίσει σε ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου, με άλλη τεχνοτροπία και πολύ διαφορετικούς ρυθμούς –κι από αυτό το τελευταίο, δε θα εξαιρέσω και τον εαυτό μου. Θα μου πεις, σφε αναγνώστη, άλλο το κοινό στο οποίο απευθυνόταν το 75’ ο αγγελόπουλος κι άλλο το σημερινό, που κουβαλά και τέσσερις δεκαετίες επιπλέον σαβούρας –ως επί το πλείστον- και τηλεοπτικής παιδείας.

Σκεφτόμουν λοιπόν τις βαθύτερες ομοιότητες, που έχουν ταινίες σαν το θίασο με το δικό μας πολιτικό λόγο, που είναι ουσιαστικός, μεστός από νοήματα, άρτιος και προσεγμένος, μακριά από τα εφε και τη φτηνή εντυπωσιοθηρία των (μικρο)αστικών κομμάτων. Αλλά πολλές φορές είναι μακριά και από το μέσο επίπεδο κατανόησης των μαζών, που θέλουν μασημένη τροφή και κουράζονται εύκολα με το μακροπερίοδο λόγο, τις πολυσύλλαβες λέξεις και τα μακρόσυρτα πλάνα, που εναλλάσσονται αργά, για να του αφήσουν χρόνο να σκεφτεί, ενώ στο δικό του μυαλό απλώς πλατειάζουν. Κι επειδή εμείς δεν είμαστε ελιτιστές, αλλά (θέλουμε να) κάνουμε τέχνη για το λαό –γιατί και η πολιτική, από μία άποψη, μια μορφή τέχνης είναι- πρέπει να δούμε πώς θα γεφυρώσουμε αυτό το χάσμα –κι ας μην είναι απαραίτητα δικό μας λάθος η ύπαρξή του. Να μην ξεχωρίζουμε αλλά να σμίξουμε με τον κόσμο και να μπορεί ο καθένας να γράψει τέτοια ποιήματα σαν τα δικά μας, εκατό την ώρα, και να μην του φαίνονται αλαμπουρνέζικα, σαν της βάνας καρούλου λέκκα –που διόλου τυχαία είχε πάει με το εσωτερικού.

Το θέμα δεν είναι να βάλουμε τα τσαμπιά σε ύψη δυσθεώρητα για το λαό και να τα βγάλει κρεμαστάρια, ούτε να ρίξουμε απλά τον πήχη για να τον περνάνε όλοι. Το ζητούμενο είναι να πέσουμε στο επίπεδο της λαϊκής συνείδησης όχι για να την κολακέψουμε, αλλά για να την ανεβάσουμε και να βρούμε εκείνες τις μορφές που θα το πετύχουν. Κι επειδή αυτή η συνείδηση δεν είναι ενιαία, η (κύρου) ανάβαση χρειάζεται να γίνει σε διάφορα επίπεδα και με βασικό όπλο την ευέλικτη πολυμορφία.

Τα πιο πικάντικα βέβαια είχαν γίνει την προηγούμενη μέρα στη συζήτηση-αφιέρωμα για το δάναλη, όπου ένας από τους ομιλητές έπαιξε με τα όρια της κοινής λογικής, της ανοχή των διορανωτών και του κοινού, λέγοντας μεταξύ άλλων πως αυτός τα είχε καλά με όλους «και με το εσωτερικού, αλλά και με το εξωτερικού...» (!) ή ότι ο τιμώμενος σκηνοθέτης βαριόταν το ριζοσπάστη και προτιμούσε να διαβάζει την ελευθεροτυπία. Για να (του) υπενθυμίσει πολύ ευγενικά στο τέλος ο συντονιστής της συζήτησης πως ο εν λόγω σκηνοθέτης ήταν κομματικό μέλος κι όχι ό,τι λάχει.

Ας πούμε όμως δυο λόγια και για τον χώρο που φιλοξένησε το αφιέρωμα και το «αλκυονίς» που άνοιξε ξανά με νέα διεύθυνση τις πόρτες της, δύο χρόνια μετά από την τελευταία καλλιτεχνική δραστηριότητα, που έλαβε χώρα εκεί. Κάτι που αντιμετωπίστηκε ως σπουδαίο πολιτιστικό γεγονός από το ευρύ κοινό, τις πολιτιστικές ιστοσελίδες –ακόμα και τον καμίνη, που έκανε και σχετική δήλωση. Το θέμα πάντως είναι τι θα γίνει μόλις ξεθωριάσει η λάμψη των ‘εγκαινίων’ και ξεχαστούν τα αφιερώματα για την επαναλειτουργία του σινεμά. Η αλκυονίς είναι ένα πολύ ενδιαφέρον εγχείρημα, σαν αλκυονίδα μέρα μες στην καλλιτεχνική βαρυχειμωνιά, και προβάλλει ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου, που «υπάρχει κι είναι συναρπαστικό», όπως έλεγε ένα παλιό σύνθημα της νιου σταρ, που συμμετέχει ενεργά σε αυτήν την προσπάθεια. Έρχεται όμως σε μια πολύ δύσκολη εποχή, που δεν ευνοεί τέτοιες πρωτοβουλίες. Και είναι αυτονόητο πως χωρίς τη δική μας στήριξη, το στοίχημα της αλκυονίδας δεν μπορεί να κερδηθεί.

-Το περασμένο σάββατο η εφημερίδα κόντρα γιόρτασε τα 18 χρόνια κυκλοφορίας της, με μια συναυλία των υπεραστικών στον πολύ ζεστό χώρο των γραφείων της –και δεν το λέω μόνο επειδή είχαν ανάψει τη σόμπα ή επειδή μαζευτήκαμε αρκετοί και γέμισε ασφυκτικά. Οπότε ο βουρνούκιος (που παλιότερα είχε πρωταγωνιστήσει στο σχολιασμό αναρτήσεων του μπλοκ) είπε να ρωτήσει αστειευόμενος τι θα ψηφίσει η κόντρα τώρα που ενηλικιώθηκε. Για να του απαντήσει ο πέτρος γιώτης ότι η κόντρα ψηφίζει επανάσταση, δε θα ψηφίσει τίποτα στις εκλογές και πάντως δε θα ψηφίζει σύριζα. Για να δούμε πόσοι μπορούν να το εγγυηθούν στην πραξη αυτό.

Στη συνέχεια τραγούδησαν τον μπεζαντάο –οι αστοί τρομάξανε και κάστρα φτιάξανε- αλλά όταν έφτασε στο τέλος ο βουρνούκιος έμεινε στον πρώτο στίχο: ζήτω το κόμμα μας το εργατικό, ούτε καν κόκκινο –και ας του φώναζε η βάση από κάτω να το πει όλο, ίσως για το κουκουέδικο του ζαχαριάδη. Αλλά όχι. «Είμαστε» τελικά με τους εργατικούς. Του μπλερ. Άντε βαριά και με τον καλλίνικος.
Η μπάντα των υπεραστικών πάντως βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο αναζήτησης (ανωτέρα βία, καθώς η πατρίς καλεί κάποια μέλη της) και θα δώσει το προσεχές διάστημα μία ακόμα συναυλία με την παρούσα σύνθεση, στο μαρούσι –κατά πάσα πιθανότητα. Για τη δραστηριότητά της μπορείτε να ενημερώνεστε κι από το ιστολόγιο των υπεραστικών, σε αυτό το σύνδεσμο.


-Όσοι παρακολούθησαν την παράσταση στο κηποθέατρο της νίκαιας για το μπλόκο της κοκκινιάς, ή είχαν διαβάσει τη σχετική ανταπόκριση στο μπλοκ και τους είχε τραβήξει το ενδιαφέρον, δεν πρέπει να χάσουν την εκδήλωση της κο πειραιά και το θεατρικό δρώμενο για τα 96χρονα του κόμματος. Βέβαια η εκδήλωση έχει γερό όνομα «στη μαρκίζα» (ομιλία του γγ), οπότε το κτίριο του ολπ στην ακτή μιαούλη αναμένεται να γεμίσει και με το παραπάνω. Συνεπώς, όσοι πιστοί, προσέλθετε εγκαίρως.

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η ανάκριση

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν λοιπόν είδαμε πως ο θίασος του καζάκου έρχεται στα χανιά για να ανεβάσει την ανάκριση του πίτερ βάις, δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για την απόφαση. Στην πορεία μάλιστα νικήθηκαν κι οι όποιοι ενδοιασμοί περί πιθανής… «απεργοσπασίας» (λευκής από την πλευρά μας ως θεατές κι από τη δική τους ως ηθοποιοί), καθώς η παράσταση έδενε άριστα με το απεργιακό κλίμα της χτεσινής ημέρας κι αναδείκνυε μια σημαντική διάσταση για το εργατικό κίνημα και την πάλη του ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.


Η ανάκριση είναι στην ουσία μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση των «ανδραγαθημάτων» των ναζί στο κολαστήριο του άουσβιτς. Και για εμάς τους αμύητους αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην κατανόηση της έννοιας της μπρεχτικής αποστασιοποίησης –που με έχει μπερδέψει περισσότερο και από τη διαλεκτική.
Ο βάις καταγγέλλει τη ναζιστική φρίκη και βάζει το θεατή σε μια σκληρή ψυχική δοκιμασία. Δε στοχεύει όμως στο συναίσθημά του, παρά τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί στο κοινό κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά στην ενεργοποίηση της συνείδησης και του προβληματισμού του. Δε στοχεύει στα κλαμένα πρόσωπα –και είναι αρκετοί αυτοί που δακρύζουν στην παράσταση- ή στο σφίξιμο της καρδιάς, αλλά στις σφιγμένες γροθιές, που παλεύουν και διεκδικούν. Δεν ενδιαφέρεται για τις καλλιτεχνικές φόρμες, αλλά για την ανάλυση του θέματός του. Δε στέκεται στο προσωπικό δράμα των θυμάτων, αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα για να αναδείξει την ουσία του φασισμού, τα αίτια που τον γεννάνε.

Η ανάκριση δεν αποσκοπεί σε μια προσωρινή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες του έργου, που σχεδόν δεν αναφέρονται ονομαστικά. Αλλά στο ταρακούνημά του, δίνοντάς του υλικό να σκεφτεί μετά το τέλος της παράστασης. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός-δημοσιογραφικός (επι)λογος του μπογιόπουλου στο κλείσιμο της παράστασης, δεν έρχεται ως κάτι παράταιρο, αλλά ως επιστέγασμα όσων έχουμε παρακολουθήσει πριν κι επιπλέον τροφή για σκέψη κι επεξεργασία. Το έργο δε θέλει να υποδείξει κάποιο έτοιμο συμπέρασμα στο θεατή, ούτε καταλήγει σε εύκολο από σκηνής διδακτισμό. Αντιθέτως, αποφεύγει το σύνηθες αίσιο τέλος και την πολυπόθητη κάθαρση για το κοινό. Ο θεατής καλείται να αναζητήσει τη λύτρωση έξω από την αίθουσα και το «μύθο», στην πραγματική ζωή με τις πράξεις του και τον αγώνα του.

Ίσως λοιπόν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεχνικής αυτής, ακόμα και αν δεν αποδιδόταν στο υψηλότερο επίπεδο ή δεν απευθυνόταν σε κοινό με θεατρική παιδεία και καλλιέργεια, να ήταν σε κάποια θέατρα της σοβιετικής επαρχίας, όπου όσοι ενσάρκωναν το ρόλο πχ του καπιταλιστή ή του κουλάκου, μόλις και μετά βίας γλίτωναν τις επιθέσεις και το λιντσάρισμα από τους εξαγριωμένους θεατές, που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά αυτό που έβλεπαν και σχεδόν κυριολεκτικά τη φράση «πάρε την υπόθεση (του έργου) στα χέρια σου».

Οι μόνοι που αναφέρονται ονομαστικά στο έργο είναι οι βασανιστές κι εκτελεστές του στρατοπέδου. Στις οθόνες της σκηνής εμφανίζεται μάλιστα μια φωτογραφία τους με τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου τους και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Και εκεί διαπιστώνεις δύο πράγματα: αφενός πως πολλά καθάρματα έζησαν αρκετά για να προλάβουν την πτώση του τείχους και την «ενοποίηση» της γερμανίας, για να νιώσουν «ιστορικά δικαιωμένοι» -αν και είχαν ήδη «δικαιωθεί» κι «αποκατασταθεί» από τις αρχές της δυτικής γερμανίας, στελεχώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό της μηχανισμό*. Κι αφετέρου πως τελικά τους επιβλήθηκαν αστείες ποινές κάθειρξης, ενώ οι πραγματικοί ένοχοι (τα γερμανικά –κι όχι μόνο- μονοπώλια της κρουπ, της μπάγερ, κτλ) απουσίαζαν από το εδώλιο.

(*κι εκεί αναπόφευκτα κάνεις ορισμένες συγκρίσεις με… την πάλη των τάξεων που έμεινε ιστορικά αδικαίωτη και τους δικούς μας ήρωες. Πχ το μολότοφ που έφυγε πλήρης ημερών το 86’ και σχετικά μακάριος, πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης. Ή τη θρυλική πασιονάρια που έφυγε επίσης πλήρης ημερών, τρεις μέρες μετά την πτώση του τείχους. Και δε γίνεται να μην αναλογιστείς την τρομερή σημειολογία και την επίδραση της είδησης στον οργανισμό της –και βασικά στα ψυχικά της αποθέματα. Και προπαντός τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, οι οποίοι έχουν μπει στο στόχαστρο των ναζί και των επίσημων αρχών, που παίρνουν εκδίκηση αντιστρέφοντας τους ρόλους της Ανάκρισης).

Οι βασανιστές του στρατοπέδου είναι εκ των τελευταίων τροχών της αμάξης, εκτελεστικά όργανα μιας μηχανής, που σκοτώνει όχι μόνο από μίσος ή ιδεολογία αλλά κυρίως γιατί απέτυχε να πείσει τον κόσμο ότι έχει κάποιο όραμα. Αμετανόητοι ιδεολόγοι χωρίς όμως ιδιαίτερη ιδεολογική κατάρτιση, καθώς δέχονταν διαταγές, υπακούοντας απλώς το νόμο –και δεν είναι δικό τους λάθος που ο νόμος άλλαξε. Με καρικατουρίστικα στοιχεία και κουσούρια που θυμίζουν σε πολλά σημεία τις σύγχρονες φιγούρες του αντικομμουνιστικού εσμού, οι οποίες πάσχουν από επιλεκτική αμνησία, διαπνέονται από θρασύδειλο κυνισμό και τσαμπουκαλεύονται εκ του ασφαλούς και με άνωθεν προστασία.

Η ανάκριση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό που ξεκινά ήδη από το σχολείο και τη μισή ιστορία που μαθαίνουμε. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τις φρικιαστικές λεπτομέρειες για τους θαλάμους αερίων και τις απεγνωσμένες κραυγές των θυμάτων που συνεχίζονταν κάποιες φορές για αρκετά λεπτά; Ή για τη στενή διασύνδεση του άουσβιτς με τις βιομηχανίες της περιοχής; Για την αδρή χρηματοδότηση των ναζί από τα μεγαλύτερα γερμανικά –και όχι μόνο- μονοπώλια, που επένδυσαν πολιτικά στην επικράτηση του φασισμού; Για τη μεταχείριση των εβραίων και των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Για τα γενετικά πειράματα στις γυναίκες κρατούμενες του στρατοπέδου; Ή κι ευρύτερα για τα ολοκαυτώματα δεκάδων χωριών στη σοβιετική επικράτεια από τους ναζί (βασικό θέμα της ταινίας του κλίμοφ «έλα να δεις»); Και για την πολλαπλάσια ένταση και κλίμακα των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο του β’ παγκόσμιου, με τους σοβιετικούς να σηκώνουν σχεδόν μόνοι τους από τις συμμαχικές δυνάμεις το βάρος της απόκρουσης του ναζισμού;

Αξίζει να συγκρίνουμε αυτό το κενό με τις «γνώσεις» μας, τον καταιγισμό πληροφοριών και έγκυρων ρεπορτάζ για τη σοβιετική ένωση: τα γκουλάγκ, την εξίσωση με το φασισμό, το διαδεδομένο μύθο για τις σφαίρες που περίμεναν όσους πολεμιστές υποχωρούσαν ή επέστρεφαν από την αιχμαλωσία. Και γενικώς με την αστική ευαισθησία για τα «εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού» και του «κόκκινου ολοκληρωτισμού», τον χυδαίο συμψηφισμό και τη ντροπαλή αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων.

Ίσως στο μέσο θεατή φανεί το έργο πολύ.. στρατευμένο, γραμμένο από κομμουνιστές για κομμουνιστές. Ο συγγραφέας του ήταν μαθητής του μπρεχτ, οι πρωταγωνιστές-κρατούμενοι του στρατοπέδου μέλη του κκ γερμανίας, ο φασισμός καταγγέλλεται ως η πιο επιθετική κι απροκάλυπτη εκδοχή του καπιταλισμού. Κομμουνιστές είναι εξάλλου κι οι περισσότεροι θεατές κάθε παράστασης, αλλά κι αρκετοί από τους συντελεστές της: ο καζάκος, ο μπογιόπουλος, ο ορκόπουλος ως γιατρός σε προηγούμενες παραστάσεις –που είναι και στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος που ανακοινώθηκε σήμερα. Ίσως πάλι ένας κόσμος να ψάχνει στις εξόδους του κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, ως καταφύγιο από τα προβλήματά του και να αποφεύγει ένα έργο που θεωρεί ότι θα τον ψυχοπλακώσει.

Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχουν τέτοιες νησίδες και καταφύγια. Και η φασιστική απειλή ξαναθεριεύει όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζουμε την αξία και την επικαιρότητα του έργου, ας αναλογιστούμε τα εξής: ποιος άλλος –αν όχι ο θίασος του κομμουνιστή καζάκου- θα ανέβαζε στις μέρες μας ένα τέτοιο δύσκολο και «αντιεμπορικό» έργο; Ποιος άλλος –αν όχι οι φίλοι του κόμματος- θα γέμιζε τις θεατρικές αίθουσες, με ομαδικά εισιτήρια για συντρόφους και ραντεβού που θυμίζουν προσυγκεντρώσεις; Ποιος άλλος –αν όχι οι κομμουνιστές- θα έδινε μια τέτοια διαλεκτική κι αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τέχνης για το λαό και του λαού που στηρίζει από το υστέρημά του αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και σε τελική ανάλυση, τι θα ήταν το αντιφασιστικό κίνημα σήμερα, χωρίς τους κομμουνιστές και τη δράση τους, καρφί στο μάτι των αφεντικών και των σκυλιών που τα φυλάνε;

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Από το Πέραμα δεν έχει πέρασμα

Σήμερα ξεκινάει στο Πέραμα η έκθεση εικαστικών τεχνών και φωτογραφίας «άνθρωποι, χρώμα και σίδερο». Η οποία –για να παραφράσουμε μια άλλη γνωστή φράση- είναι φτιαγμένη από τους εργάτες για τους εργάτες. Και όποιος κάνει τον κόπο να πάει ως εκεί –γιατί είναι ένα μικρό ταξίδι- θα καταλάβει από πρώτο χέρι γιατί δεν υπάρχει πέρασμα από το πέραμα και πώς δένεται το σίδερο ή μάλλον το ατσάλι. Αλλά και πώς η ζωή παλεύει κάτω από σίδερα και τσιμέντα όχι να επιβιώσει αλλά να δημιουργήσει με όποια υλικά της είναι πρόσφορα, επιβεβαιώνοντας την ανθρώπινή της υπόσταση.

Η κε του μπλοκ είχε την ευκαιρία να παρευρεθεί στην περσινή έκθεση –κοντά έναν χρόνο μετά το ξεκίνημα της ηρωικής απεργίας των χαλυβουργών- και δεν την άφησε να πάει χαμένη. Αυτά που μου έχουν μείνει σήμερα στη μνήμη είναι: το α καπέλα του μεράντζα (που θα δώσει το «παρών» και φέτος). ο τεράστιος πίνακας στην είσοδο της έκθεσης, που απεικόνιζε ένα χέρι και παρέπεμπε στο σύνθημα του περσινού φεστιβάλ της οργάνωσης: δίνε το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται. Και την κοινή έμπνευση που είχαν ο γιώργος σαρρής κι ένας άλλος καλλιτέχνης (δυστυχώς δεν έχω συγκρατήσει το όνομά του) να μελοποιήσουν το ίδιο ακριβώς σύνθημα. Χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…

Βγαίνει ο πρώτος και τραγουδά το στίχο ελαφρώς διασκευασμένο, χωρίς εσένα γρανάζι κανένα δε γυρνά. Βγαίνει στο καπάκι κι ο σαρρής και λέει: κατά τύχη έχω ονομάσει και το δικό μου τραγούδι έτσι. Κοίτα να δεις κάτι συμπτώσεις… Που μόνο τυχαία δεν ήταν δηλ η έμπνευση, ούτε κι ατυχής βέβαια, και δεν ξέρω αν «έτυχε» να μελοποιήσει κανείς άλλος το σύνθημα τις επόμενες μέρες της έκθεσης. Κι επειδή το κοινό ήθελε «κι άλλο, κι άλλο» ο σαρρής έγινε οργανωτής κερκίδας, τραγουδώντας την αρχή με την κιθάρα του κι αφήνοντας τη βάση να συμπληρώσει το άλλο μισό του συνθήματος: εργάτη μπορείς, χωρίς αφεντικά…

Η έβδομη έκθεση «άνθρωποι, χρώμα και σίδερο», που έχει σήμερα εγκαίνια στη ζώνη του περάματος, έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή οι φετινές συμμετοχές είναι αυξημένες συγκριτικά και με πολλά γνωστά ονόματα καλλιτεχνών. Αλλά για την χρονική συγκυρία του πράγματος, λίγες μέρες μετά την επίθεση των φασισταριών στους συνδικαλιστές του παμε στην περιοχή και την εν ψυχρώ δολοφονία του παύλου φύσσα στο γειτονικό κερατσίνι από τη ναζιστική συμμορία. Σε μια εργατούπολη όπου οι εφοπλιστές αμόλησαν τα μαντρόσκυλά τους για να σπάσουν το… απόστημα του παμε, όπως γάβγιζαν δημόσια τις προάλλες και να βάλουν τους μεταλλεργάτες της ζώνης να σφίξουν κι άλλο το ζωνάρι, για να αποδεχτούν τα εξευτελιστικά μεροκάματα πείνας των 18 ευρώ. Και μια περιοχή όπου τα θρασύδειλα μέλη της κλίκας ένιωθαν άνετα να κυκλοφορούν και να γράφουν φασιστικά συνθήματα, μετά τη δολοφονία του φύσσα, ενώ είχαν λουφάξει σε όλες τις υπόλοιπες γειτονιές.

Γι’ αυτό και δε θα μπορούσε ίσως να υπάρχει καλύτερο ξεκίνημα απ’ τη σημερινή συναυλία των υπεραστικών και τον επίκαιρο αντιφασιστικό τους «ύμνο»: του αδόλφου τα εγγόνια, η σαπίλα του ντουνιά…
Γι’ αυτό κι αξίζει τον κόπο να κάνετε (τουλάχιστον) ένα πέρασμα από το πέραμα..



Οι αγώνες είναι τέχνη του λαού
και η τέχνη όπλο του
Η Κίνηση Εικαστικών Καλλιτεχνών Πέρα(σ)μα, τα συνδικάτα της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης Περάματος καθώς και οι Λαϊκές Επιτροπές της ευρύτερης περιοχής του Πειραιάκαι πολλά συνδικάτα της βιομηχανίας, συντονίζονται σε μια μεγάλη διοργάνωση μέσα στην Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος.
248 Εικαστικοί καλλιτέχνες (ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες κλπ) & φωτογράφοι, θεατρικά και µουσικά σχήματα, δίνουν το παρόν και υπογράφουν µε το έργο τους, την τέχνη τους και την συμμετοχή τους το µήνυµα της εποχής τους: Οι αγώνες είναι τέχνη του λαού και η τέχνη όπλο του.
Στόχος της έκθεσης που γίνεται για έβδομη χρονιά μέσα στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη είναι να γεννηθεί και να έρθει το έργο τέχνης στους τόπους δουλειάς, εκεί που βρίσκεται ο φυσικός του αποδέκτης και η κινητήρια έµπνευση της δημιουργίας του: η εργατική τάξη.
Έτσι σε πείσμα των καιρών της ανεργίας και της ανέχειας, της ερήμωσης και του μαρασμού, ενάντια σ’ αυτούς που απεργάζονται την καταστροφή και την εξαθλίωση του λαού, ενάντια και στην κρυφή και στην απροκάλυπτη τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς, να υψώσουμε τον πολιτισμό της αδιάλλακτης αξιοπρέπειας, τον πολιτισμό της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης.
Σε αυτούς τους καιρούς, είναι περισσότερο αναγκαίο η τέχνη να στέκεται στο πλάι της εργατικής τάξης, να μιλά τη γλώσσα της τόλμης και της αλήθειας. Να επιστρατεύει τα δικά της αισθητικά όπλα, τη γνώση, αλλά και όλο τον ανθρώπινο ψυχισμό, τη φαντασία, το συναίσθημα και τη βούληση να στρατευθεί με τις ανάγκες και τα καθήκοντα των δημιουργών όλου του κόσμου.
Καλούµε τους εργαζόμενους, τους µαθητές, τους άνεργους, τους νέους και τις νέες, να συναντηθούν στη Ν/Ζώνη της τέχνης και της δημιουργίας, στη Ζώνη της ταξικής πάλης και της αλληλεγγύης.
Δέκα ημέρες από 11 /10/2013 έως 20 / 10/2012 στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, στήνουμε το δικό μας ταξικό μέτωπο
Nα είμαστε όλοι εδώ!__
ΕΓΚΑΙΝΙΑ: ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11/10/2013, ΩΡΑ 7.30µ.µ.
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ 12.00π.µ. - 9.00µ.µ.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
Λεωφορεία:
Από Οµόνοια Β18 - Γ18 (Μενάνδρου)
Από Πειραιά 843 (Σταθµός ΗΣΑΠ)
ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ:
ΚΙΝΗΣΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ ΠΕΡΑ(σ)ΜΑ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΑΜΜΟΒΟΛΙΣΤΩΝ - ΚΑΘΑΡΙΣΤΩΝ
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΝΑΥΠΗΓΟΞΥΛΟΥΡΓΩΝ
ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΩΝ ΠΛΟΙΩΝ
ΛΑΪΚΕΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ:
ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ
ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ
ΝΙΚΑΙΑΣ - Ι. ΡΕΝΤΗ
ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ
ΠΕΙΡΑΙΑ
ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ:
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟΥ ΘΡΙΑΣΙΟΥ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟΥ - ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ ΑΤΙΚΗΣ
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΛΙΘΟΓΡΑΦΩΝ
ΚΛΑΔΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΧΑΡΤΕΡΓΑΤΩΝ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΓΑΛΑΚΤΟΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ & ΠΟΤΩΝ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΩΝ - ΙΜΑΤΙΣΜΟΥ - ΔΕΡΜΑΤΟΣ
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΧΗΜΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΕΛΑΙΟΣΑΠΩΝΟΠΟΙΩΝ
ΕΝΩΣΗ ΔΑΣΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΝΗΠΙΑΓΩΓΩΝ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΜΗΧΑΝΙΚΏΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ( ΠΕΜΕΝ)
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ ΠΛΗΡΩΜΑΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ«ΣΤΕΦΕΝΣΟΝ»
ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ
ΣΩΜ. ΕΜΠΟΡΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΙΔ. ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ
Πρόγραμμα παράλληλων εκδηλώσεων
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ
Παρασκευή 11 Οκτώβρη ,
7.30 μ.μ. Εγκαίνια της έκθεσης «΄Ανθρωποι -Χρώμα + Σίδερο 7»
9.00 μ.μ. Συναυλία με το συγκρότημα «Υπεραστικοί».
Σάββατο 12 οκτώβρη
6.30 μ.μ.: Συζήτηση για την Ανεργία. Οι θέσεις του ταξικού συνδικαλιστκού κινήματος για την αντιμετώπισή της και την οργάνωση της πάλης.
8,30 μ.μ.: Το θεατρικό έργο του Μαξ Φρις «Ο Μπίντερμαν και οι εμπρηστές» από τη ομάδα «Εκτός Σχεδίου».
Κυριακή 13 Οκτώβρη
8.30 μ.μ. «Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον. Δε θα πεθάνει μόνος. Τσάκισέ τον»
Συναυλία με τους:
1. Μανόλη Ανδρουλιδάκη
2. Ρίτα Αντωνοπούλου
3. Χρήστο Θηβαίο
4. Kollektiva
5. Γιάννη Λάρδη – Γεωργία Λάμπρη
6. Βασίλη Λέκκα
7. Αφροδίτη Μάνου
8. Γιώργο Μεράντζα
9. Μίλτο Πασχαλίδη
10. Γιώργο Σαρρή
Τετάρτη 16 Οκτώβρη
7.00 μ.μ. Προβολή ταινίας
8.00 μ.μ. Ο Γρηγόρης Νικολόπουλος και οι «Μαγικοί Καθρέφτες» στα ''τραγούδια των ανθρώπων''
Παρασκευή 18 Οκτώβρη
8.00 μ.μ. Συναυλία: Ο Βασίλης Βασιλάτος και «Ιστορίες για Κρουστά».
Σάββατο 19 Οκτώβρη
Κυριακή 20 Οκτώβρη
6.00 μ.μ. Συζήτηση «Τέχνη και Εργατική Τάξη. Η Πολιτιστική Μορφωτική Δραστηριότητα των συνδικάτων συστατικό στοιχείο της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος».
8.00 μ.μ. Μουσικό αφιέρωμα στο Εργατικό Τραγούδι, με τον Στέφανο Ψαραδάκο
9.00 μ.μ. Μουσικό αφιέρωμα στον ποιητή των ναυτικών, Νίκο Καββαδία
ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ:
Σάββατο 12 και 19 Οκτώβρη
Κυριακή 13 και 20 Οκτώβρη
11.00 π.μ- 1.00 μ.μ. . Δημιουργικά Εργαστήρια για παιδιά: Ζωγραφική, Θεατρικό παιγνίδι
Κυριακή 13 Οκτώβρη , 11.00 π.μ. Θέατρο: «Ένας παράξενος Μουσικός» από την ομάδα «Τρομπετίνι»...
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ 248 ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΙ
Αβαγιαννού Ρένα
Αγαλιώτης Παναγιώτης
Αγγελάκη Ελευθερία
Αδριανός
Αθανασίου Εύη
Αθηναίος Στρατής
Αλυγιζάκη Κύρα
Αναστασόπουλος Θεόδωρος
Ανδρονιάδης Ηλίας
Ανεζίρης Παναγιώτης
Ανούση Ρένα
Αντωνάκου Όλγα
Αντώνης Αντώνιος
Αξαόπουλος Κίμων
Απέργη Ανθή
Αργυρακοπούλου Μαρία
Αρέλης Ελευθέριος
Βαγενά Κωνσταντίνα
Βαρβαρήγου Δέσποινα
Βαρβαρούση Λήδα
Βάρβογλης Δημήτρης
Βαρελάς Παναγιώτης
Βαρλάμος Γιώργης
Βεζυρτζής Γιάννης
Βικεντίου Αριστοτέλης
Βίνης Τάκης
Βολονάκη Ουρανία
Γαγγάδη Χριστίνα
Γαμπιεράκη Ζωή
Γεωργαρίου Πέτρος
Γεωργιλάκης Μάρκος
Γεωργουλίδου Αναστασία
Γιαννίκος Ιωάννης
Γιαννίκου Νίκη
Γιωτάκης Δημήτρης
Γκιζάρης Γιώργος
Γκολέμας Μίλτος
Γόντικα Άντα
Γρανίτσα Νικολέτα (Μαγεμέλι)
Γραφάκου Πέγκυ
Γρετσίστα Ελένη
Δαλιέτου Σμαραγδή
Δαραδήμος Ηλίας
Δαραδήμος Χαράλαμπος
Δεληγιαννάκη Σάσα
Δημακάκου Χαρά
Δημητρέας Βαγγέλης
Δημητρίου Ευθυμία
Δήμου Δημήτρης
Διβάρη Εύα
Διλιντά Φωτεινή
Διονυσόπουλος Βασίλης
Δουραμάνης Περικλής
Ευαγγελάτος Κώστας
Ζαχάρωφ Μαρίβα
Ζουμπουλάκης Πέτρος
Ζωγράφου - Ουζουνοπούλου Μαρία
Ζωίδη Πόπη
Ισιδώρου Θεόδωρος
Ισιδώρου Παναγιώτης
Ιωαννίδης Ευάγγελος
Καγεώργης Πάτροκλος
Καγιαδάκης Στυλιανός
Κακλαμάνης Απόστολος
Καλαντίδη Λίζα
Καλκάνη Ελένη
Καλογεροπούλου Πέγκυ
Κανελλόπουλος Βασίλης
Κανελλοπούλου Σταυρούλα
Καππάτου Μαρία
Καρακόγλου Χρηστός
Καράλη Αγγέλα
Καρασσό Τζούλια
Καρπούζης Δημήτρης
Καρυστινός Σταμάτης
Κασαλια Ανέτα
Κατσαντώνη Ελένη
Κατσουλιέρη Ειρήνη
Κέντζογλου Γιώργος
Κερασσιώτη Μαριάννα
Κευγάς Μιχάλης
Κέφαλος Παναγιώτης
Κέφαλος Σταμάτης
Κεχαγιά Ελισάβετ
Κογιός Κώστας
Κολιπέτσα Βασιλική
Κομνηνάκη - Τσίπουρα Αργυρώ
Κοντονή - Τσοχαντάρη Κατερίνα
Κοντουδάκης Κωστής
Κορίτσογλου Μάρθα
Κοσμίδης Όμηρος
Κουβεντάρα Κωνσταντίνα
Κουκουλάκη Στέλλα
Κουλοβασιλοπούλου Μαρία
Κουμαριανού Μαριάνθη
Κουτσίκου Φρειδερίκη
Κυριαζής Χρύσανθος
Κυριακίδου Σμάρω
Κωνσταντινίδου Βαρβάρα
Λαλές Χάρης
Λαμπράκης Παναγιώτης
Λάμπρου Χρήστος
Λαουτάρη Δήμητρα
Λένης Γιώργος
Λιάκου Μαρία
Λιάτσης Δανιήλ
Λουγιάκη Αλεξία
Μακρόπουλος Κωνσταντίνος
Μανδηλαρά Ηρώ
Μάνης Κώστας
Μάνου Έφη
Μαντούδη Αναστασία
Μαράτος Ανδρέας
Μαραυγάκης Ευάγγελος
Μαργιόλης Ανάργυρος
Μάταλα Μαρία
Μαυρονικόλας Άρης
Μαυρόπουλος Αλέξανδρος
Μέγα Χαβρέ Άνθια
Μελά Εύα
Μενδρινός Γιώργος
Μενεμενόγλου Τάσος
Μήλας Παναγιώτης
Μηναριτζόγλου Μιχάλης
Μητσάκου Σταυρούλα
Μικρούλης Νίκος
Μιχαηλίδου Φανή
Μιχαλόπουλος Δημοσθένης
Μοlz Salman
Μορφόγλου Αντώνης
Μοσχολέα Μυρσίνη
Μουράτη Κατερίνα
Μπαδόλα Ειρήνη
Μπακαλούμης Γιώργος
Μπαλωνά Κωνσταντίνα
Μπέλλου Κάλλη
Μπόγρη Εύα
Μπουκουβάλας Γιώργος
Μπουρμάς Τάκης
Νασιοπούλου Ντιάνα
Νικολάκης Θοδωρής
Νικολόπουλος Γρηγόρης
Νοταρόπουλος Γιάννης
Νταϊδου Δέσποινα
Ντάλα Ελένη
Ξενάκη Μαριάννα
Παϊσιος Βασίλης
Πάκιας Μανώλης
Παλαιοκρασσά Μαριλένα
Παλιεράκη Άννα
Παναγιωτίδης Ηρακλής
Πανταζή Δέσποινα
Πάντος Άλκης
Παπαγιάννης Βαγγέλης
Παπαδογεωργοπούλου Καλλιόπη
Παπαδοκοτσώλης Γιώργος
Παπαθεοδώρου Κάλλια
Παπαϊωάννου Ευφροσύνη
Παπαϊωάννου Μαντώ
Παπαχρήστου Σπύρος
Παππά Μαρία
Παππά - Βεζυρτζή Ρόζα
Παυλή Αγγελική
Πέρδικα Νίκη
Πεσματζόγλου Μαρία
Πετρούλια Γεωργία
Πιλάβη Σταυρούλα
Πλακούλας Γιώργος
Πλατανιάς Αποστόλης
Πολυχρονάτου Ελένη
Πρίντεζη - Φράγκου Ειρήνη
Ράλλης Δημήτρης
Ράπτης Ερμής
Ρίζος Δημήτρης
Ροβιθάκη Ελισάβετ
Ροδοπούλου Ιωάννα
Ρόθος Κώστας
Ρούβαλη Αγγελική
Ρουμελιώτης Βαγγέλης
Ρουμελιώτης Λάμπρος
Σακελλαρίου Ζέτα
Σαλάχας Αντώνης
Σαλταφέρος Γιώργος
Σαραντάρης Στράτος
Σαραντίδη Αρσινόη
Σαραντόπουλος - Ψαράς Αλέξανδρος
Σαρέλα Κατερίνα
Σατόγλου Παύλος
Σεκλειζιώτη Ζωή
Σερεμετάκης Γρηγόρης
Σερέτης Μιχάλης
Σκαλκώτος Χρίστος
Σκαρβέλη Γιώτα
Σκουρτζίδης Νίκος
Σκύθος Γιώργος
Σολιδάκης Βασίλης
Σουλδάτου Μαρίνα
Σουλδάτου Σοφία
Σουσούνη Αναστασία
Σοφρά Ρούλα
Σπηλιωτάκη Μαργαρίτα
Σπυριδάκη Θάλεια
Σπυριδωνίδου Μαρίνα
Σπυρίδωνος Πηνελόπη
Σταματοπούλου Μαίρη
Σταυροπούλου Ματίνα
Σταύρου Σοφία
Σταφέτος Στέλιος
Στείρος Κώστας
Στεργιοπούλου Νανά
Στεφάνου Παναγιώτης
Στεφάνου Γιάννης
Στεφάνου Στέλιος
Στέφος Νίκος
Στρομπούλας Σπύρος
Στρούτζα Μαρία
Στυλιανού Στέλιος
Συλίκου Κωνσταντίνα
Συράκης Γιώργος
Σχοινάς Ανδρέας
Σωτήρχος Στάθης
Ταλαίπωρος Νίκος
Ζιάβρα Πετρούλα
Τρέβορ Τουάιν
Τριανταφύλλου Νίκος
Τριπολίτης Σταύρος
Τσαβαρή Καίτη
Τσαβίδης Μιχάλης
Τσακίρης Σπύρος
Τσαμανδούρας Ζαχαρίας
Τσουβαλά Αγγελική
Τσούπρος Γιάννης
Φαμπιέν Λαμπούζ
Φαρσακίδης Γιώργος
Φερεντίνου Σόνια
Φουρίκης Χρήστος
Φράγκου Στρατός
Χαβιαροπούλου Στέλλα
Χαροκόπου Τίνα
Χατζή Κατερίνα
Χατζηπουλίδου Ελένη
Χατζηστεφάνου Άννα
Χατζηφωτίου Δημήτρης
Χριστοφοράκης Νίκος
Χρυσανθάκη Χαρά
Χρυσομαλλάκου Ελένη
Χωριανοπούλου Μαρία
Ψωμά Χριστίνα