Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κνε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κνε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Όταν έκλαψε ο Μήτσος

Αν η κόκκινη Πολιτεία στο Τρίτση -και αλλού- είναι μικρογραφία της κοινωνίας που θέλουμε να φτιάξουμε, το ξεστήσιμό της στο τέλος είναι άραγε ανατροπή που επιβάλλεται από τα πάνω ή κατάρρευση εκ των έσω; Και αν το Φεστιβάλ είναι εικόνα από τα προσεχώς της ιστορίας, η αναδρομή του ντοκιμαντέρ στη διαδρομή του μες στον χρόνο είναι ίσως ένα είδος ανασκαφής του μέλλοντος, στο μπόι των ονείρων και των αναμνήσεών μας;

Αν η Καρυστιάνη πήγε σαν «κατάσκοπος» να πάρει ιδέες από τη γιορτή της Ουμανιτέ -που σήμερα έχει γίνει εμποροπανήγυρη, όπως λέει ο Χιώνης- κι είδε χρώματα, αρώματα, γεύσεις, μια γιορτή των αισθήσεων (και των παραισθήσεων -που είναι συνώνυμες της αυταπάτης), το δικό μας Φεστιβάλ έγινε τόσα και ακόμα περισσότερα, πολύ παραπάνω από μια απλή αντιγραφή - εισαγωγή μιας καλής ιδέας. Μια ανθρώπινη μηχανή παραγωγής πολιτισμού και αναμνήσεων, μια τεράστια έκρηξη συναισθημάτων -ψυχικό big bang, θα το έλεγε ένας ΣΘΕίτης στη γλώσσα του- όπου ξεκινάν και τελειώνουν όλα. Εν αρχή ην το Φεστιβάλ. Βρε πώς έχεις μεγαλώσει... Κοίτα, πληθύναμε πολύ!

Κι η παράσταση (ντοκιμαντέρ) αρχίζει. Η τρίχα παγώνει, το αίμα σηκώνεται. Τα πρώτα ηρωικά Φεστιβάλ της μεταπολίτευσης, οι ιστορικές συναυλίες, το «μπιζ» για να παίξει πάλι το «Δέντρο». Ο Μάνος, ο Θάνος και ο Μίκης. Ο Κατράκης και ο Ρίτσος. Η απαγγελία για τα παιδιά της ΚΝΕ, η απαγγελία για τη Σωτηρία, η αναγγελία από τα μεγάφωνα ότι πέθανε ο Λοΐζος. Ανατριχίλα, δέος, πηχτή συγκίνηση! Στιγμές στα όρια του μύθου -και ας τις είδαμε ζωντανά, όπως λέει ο Λαμπρίδης στη δική του μαρτυρία.

Φτάνεις στα χρόνια της κρίσης, του «Σκοτεινού Δωματίου», για τα οποία κανείς Παπαχελάς δε θα γράψει -μόνο ξώφαλτσα ένα επεισόδιο των Φακέλων, όπου μιλάει και η Παπαρήγα η καλή. Κρίση, αντεπανάσταση, άνεμοι της αλλαγής, ασκός του Αιόλου, κουτί της Πανδώρας και στο βάθος μένει η ελπίδα, που είναι η πάλη των λαών και το ιστορικό πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη για την κόκκινη σημαία που δεν υποστείλαμε ποτέ. Δεξιά και αριστερά (φυγο)κέντρα, ατάκτως ερριμμένα, όλα μαζί, ήττα, λαίλαπα, αντεπανάσταση, ρεύματα, η ΚΝΕ παρασύρθηκε σχεδόν όλη, -φυσικά και δε θα διαλυθούμε.


Πέφτει το ειδικό εφέ, σταματάει ο χρόνος, η μουσική, η ιστορία. Από τις ιστορίες που θες να ακούς για να τρως το φαΐ σου και να αγαπάς το κελί σου. Κι ας έχει λυπημένο τέλος σαν το παραμύθι του Μίλτου -
κάποτε αγάπησα έναν Κνίτη, μάτια μου, αχ μάτια μου... Κι ας μην τελειώνει ποτέ η Ιστορία με γιώτα κεφαλαίο -που δεν έχει καν αρχίσει όσο την κρατά δέσμια το κεφάλαιο στο σπήλαιο της προϊστορίας. Η Ιστορία δεν έχει να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες της. Και εμείς σιδηροδέσμιοι Σπάρτακοι, που ο βασικός εχθρός μας είναι στην ίδια μας τη χώρα, ενίοτε και στο ίδιο μας το κόμμα, μεταμφιεσμένος σε σ/φο, παραταγμένος σε δύο αλληλοτροφοδοτούμενα κέντρα, που μας χτυπάν εκατέρωθεν από τα άκρα -η θεωρία των δύο κέντρων.

Σύντροφοι Σπαρτακιστές, με σπαρταριστές ιστορίες, καταχωνιασμένες σε φακέλους που δεν έχουν αποχαρακτηριστεί, ούτε έχουν προβληθεί στους Φακέλους του Αλέξη. Παλεύουμε για να λύσουμε την Ιστορία από τον γόρδιο καπιταλιστικό δεσμό, που δε λύνεται με κάλπες και ειρηνικά μέσα. Κι όσα λάθη κι αν κάναμε -εκείνα τα χρόνια του σκοτεινού θαλάμου- δεν αλλάξαμε ούτε ένα «γιώτα» στις βασικές μας τις αρχές, παρά μόνο το «ει» της μισθωτής δουλείας, που την γράφαμε πεισματικά για χρόνια ως «δουλιά» στα όργανα, μπας και γίνει δημιουργική εργασία.

Αλλά ζητούμενο είναι να της αλλάξουμε τον τόνο, δίνοντας τον τόνο στο κίνημα, για να γίνει κάποτε «δουλειά», με «ει», από τις λίγες εξαιρέσεις ουσιαστικών με αυτή την ορθογραφία και αυτή την κατάληξη -όταν τονίζεται το «α». Σαν το ΚΚΕ, που είναι η παγκόσμια εξαίρεση στον κανόνα της αντεπανάστασης και δεν είχε την ίδια κατάληξη με άλλα κόμματα που μεταλλάχτηκαν σε μια νύχτα. Και μένει σαν ανορθογραφία στον καιρό που φυσάει κόντρα, ένα ανορθόγραφο «λάθος» μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος, σαν σκισμένη σελίδα της μεγάλης Σοβιετικής Εγκλυκλοπαίδειας, που δεν έκλεισε μαζί με τα κεντρικά γραφεία, όπως έλπιζαν οι εχθροί του -που δε βρίσκουν ελπίδα στην πάλη των λαών και το πρωτοσέλιδο του Ρίζου. Αλλά με τόσους συνειρμούς θα χάσουμε τον ειρμό του κειμένου.

Λέει ο Σοφιανός στο ντοκιμαντέρ πως τα πρώτα -ηρωικά και πένθιμα χρόνια της ανασυγκρότησης, που ξαναρχίσαμε να κυλάμε τον βράχο στον ανήφορο, το Φεστιβάλ έγινε τόσο ωραίο και μεγάλο, που δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τα παλιότερα. Αδιαμφισβήτητα. Όπως θα πρόσθεταν κι οι Μόντι Πάιθον, αν εξαιρέσεις τον άπειρο κόσμο, το κλίμα, τη διάρκεια, τους καλλιτέχνες, ότι υπήρχε Σοβιετία και σοσιαλιστικό μπλοκ, τις αποστολές από τον υπαρκτό -υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις-, του Βεΐκου τα 9μερα, του μπλοκ μας τα 40, τα υδραγωγεία και τους δρόμους, τα πρώτα Φεστιβάλ της ανασυγκρότησης δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Εμένα όμως άλλη είναι η ένστασή μου σε όσα λέει ο Σοφιανός -που δεν εκφράζει προσωπική άποψη, αλλά σημειώνει εύστοχα πως δεν έχουμε ακόμα συλλογικές επεξεργασίες για αυτήν την περίοδο. Γιατί αν η κατηγορία είναι ότι προσπαθούσαν όλοι μαζί από κοινού να διαλύσουν την οργάνωση, το ένα κέντρο δεν είχε ακριβώς λόγο να το κάνει, γιατί... ήταν η ΚΝΕ. Και όταν έφυγε, η οργάνωση έπρεπε να γίνει πάλι από το μηδέν και πρακτικά δεν ήταν σε θέση να διοργανώσει το 16ο Φεστιβάλ -με τη μορφή που ξέραμε ή θα γνωρίζαμε στη συνέχεια. Είναι σαν αυτό που έλεγε στον Χαρίλαο ο δικαστής, για το ΕΑΜ που ήθελε να πάρει την εξουσία με τη βία και ο καπετάν-Γιώτης απάντησε: μα εμείς είχαμε την εξουσία...

Ασφαλώς μπορεί και πρέπει να γίνει ανελέητη κριτική στο ρεύμα, τους μύθους και τις αντιφάσεις του -αυτή είναι όμως άλλη συζήτηση. Για να το θέσω αλλιώς, αν ήταν λικβινταριστής -και ήθελε να διαλύσει την ΚΝΕ- πχ ο Σκαμνάκης, τότε δεν έπρεπε να έχει θέση στο ντοκιμαντέρ -όπου μίλησε κι ήταν εμφανώς συγκινημένος. Στην τελική, αν αγαπάς κάποιον, άφησέ τον ελεύθερο να φύγει και να ζήσει τη δική του χίμαιρα. Αν γυρίσει πίσω, ώριμος και κατασταλαγμένος, είναι δικός σου για πάντα. Σαν τον Νικολάου -τον πατέρα του ευρωβουλευτή- που δηλώνει αιώνιος «Κνίτης του Φεστιβάλ». Γιατί κάποιοι Κνίτες δεν έσπασαν ποτέ την αλυσίδα του δεσμού τους με το Κόμμα και τις αξίες του.

Κι ύστερα βλέπεις όσα έζησες και θυμάσαι επιλεκτικά, ως μέλος και μη -η οργανωμένη ζωή που δεν έζησα. Βρήκε ο Κνίτης τη γενιά του και αγαλλίασε η καρδιά του. Αρσένης, Γιουγκοσλαβία, Έλληνες γρηγορείτε, ανάποδα τα φλάι. Κάνεις συγκρίσεις με το απώτερο ηρωικό παρελθόν και βρίσκεις το δικό σου ελλιποβαρές σαν ιστορικό φορτίο. Ένα λιθαράκι τόσο δα μικρούτσικο -σαν τον Ανδρέα μπρος στον Θάνο- που δε φτάνει να σηκώσει ούτε την τρίχα απ’ το μικρό δαχτυλάκι όσων έζησαν τα πρώτα χρόνια. Κι αυτοί, γίγα(ντε)ς στους γίγαντες, βράχοι, ογκόλιθοι, σαν τα πέτρινα χρόνια που δεν τους λύγισαν, τους βράχους που έσκαβαν στη Μακρόνησο. Σαν το πρώτο Φεστιβάλ στου Ζωγράφου, όπου η γενιά του ΕΑΜ συνάντησε αυτή του Πολυτεχνείου, για να κλίνουν ευλαβικά το γόνυ από κοινού στους Ακροναυπλιώτες του Μεσοπολέμου και τα επιζήσαντα ιδρυτικά στελέχη -σαν τον Κοτζιά. Να ραγίζουν τα τσιμέντα, να κλαίνε οι πέτρες, ακόμα κι ο Γόντικας που τα θυμάται και τα αφηγείται.

Πώς να συγκριθείς μαζί τους; Βάζεις κάτω το μωσαϊκό με τις δικές σου ψηφίδες: η υποδοχή της Αχέντ -σύμβολο του αγώνα της Παλαιστίνης-, η μηχανοκίνητη πορεία των διανομέων -που απεργούσαν και σήμερα-, το λεπτό σιγής για τον Παύλο Φύσσα, η ιαχή «η ελπίδα είναι εδώ» -πριν την κλείσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε κάλπικα κουτάκια. Η τελευταία φορά του Μητροπάνου, ο αποχαιρετισμός στον Θάνο, «του Αδόλφου τα εγγόνια» -όπου δάκρυσε και ο ουρανός με τους Υπεραστικούς. Λες τελικά να ζήσαμε στιγμές στα όρια του μύθου και να μην το ξέρουμε;

Ένα ψηφιακό δάκρυ κυλά στο μάγουλο της οθόνης. Η συγκίνηση είναι το παν, ο τελικός προορισμός δεν είναι τίποτα. Εδώ είναι το ταξίδι. Κι αυτό του Φεστιβάλ θα συνεχίζεται στο διηνεκές. Κι αν φτωχική την βρήκες την οργάνωση, δε σε γέλασε. Σύντροφοί μου, τους γέλασα...

Μήπως υπερβάλλεις λιγάκι; Μπορεί. Αλλά όταν έκλαψε ο Μήτσος, που είναι σιδερένιος σαν τις φτέρνες που κληρονόμησε από τη φάλαγγα και τα βασανιστήρια της χούντας, ποιος είσαι εσύ για να μείνεις αναίσθητος; Αν δε κλάψεις εσύ, αν δε δακρύσω εγώ, πώς θα λεγόμαστε άνθρωποι -μακριά από τον αφηρημένο ουμανισμό της Ουμανιτέ και του πανηγυριού της; Για να έρθει μετά ο ποιητής και να σου πει: ΚΚΕ, σκούπισε τα μάτια σου...


Βουρκώνει ο Γόντικας, δακρύζει ο Νικολάου, μπαίνουν σκουπιδάκια στα μάτια σου όταν ακούς από τα βάθη του χρόνου και της ιστορίας τη ρυθμική ιαχή «Κάπα-Νι-Έψιλον», όταν βλέπεις τον κόσμο που συγκεντρώθηκε στον Περισσό, μετά τη διάσπαση με τον ΣΥΝ, για να δείξει στήριξη συντροφική και ανησυχία.
Ανησυχώ για σένα, ανησυχώ... Γιατί το Κόμμα είναι σαν τη Χαλκιδική -το λέει και ο Πρωτούλης. Σαν το Κουκουέ δεν έχει!

Κι ας είχαμε γλιτώσει μόλις από τους Λαθρεπιβάτες κυρ-Παντελήδες, που έφυγαν από το καράβι που βούλιαζε -για να γίνουν αυτοί τελικά ταξικά ναυάγια. Όχι τον Θαλασσινό, αυτός χώρισε με τον Νικολάου (τον άλλο, όχι τον Κνίτη του Φεστιβάλ) και ήταν πάντα μαζί μας και στα «Πέτρινα χρόνια» της ανασυγκρότησης, που τα γύρισε ένας άλλος Παντελής, που απομακρύνθηκε και δε γύρισε ποτέ, αλλά μίλησε αντ’ αυτού η Καρυστιάνη -τόση διαφήμιση του κάναμε άλλωστε για το «Τελευταίο Σημείωμα».
Παντελής έλλειψη κριτηρίου, παντελής... -που θα έλεγε και μια ψυχή απ’ το διαφημιστικό της Διαμαντοπούλου.

Ακόμα και ο Μπίστης, που συναισθηματικό άνθρωπο δεν τον λες -και κομμουνιστή ακόμα λιγότερο- έχει στο βιβλίο του μια συγκλονιστική περιγραφή για την επιστροφή του Μίκη στο Φεστιβάλ, πώς έσπασε την αμήχανη σιωπή, την καχυποψία των -κατά δήλωσή του- γενίτσαρων, πώς κατέκτησε τα πλήθη με τη μαγεία της μουσικής του, τη σκηνική παρουσία του, καθώς τιναζόταν και ξεδίπλωνε το ανάστημά του, σαν σταυραϊτός της Κρήτης.

Και δεν είναι σκέτο, φτηνό συναίσθημα, ούτε απλά βιώματα -γιατί παντού μας κυνηγά αυτό το Κόμμα. Είναι έλλογη πίστη που κινεί βουνά, φτιάχνει πολιτείες, πρωτοπορεί, ανοίγει δρόμους, νέους χώρους -όπως στο Άλσος Περιστερίου, όπου οι σύντροφοι βρήκαν ένα ψόφιο άλογο (πιθανότατα πράσινο)-, μετασχηματίζει τις ιδέες σε πράξη, είναι πεδίο έμπνευσης, ομαδικής δουλειάς, συντροφικότητας, σφυρηλατεί δεσμούς με τους Κνίτες κάθε γενιάς, που παραμένουν τέτοιοι στο μυαλό και δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους -ούτε καν στο «φεστιβάλ των άσπρων μαλλιών, το ’90»-, ούτε έναν ανεξίτηλο λεκέ -που να μην επιδέχεται αληθινής κάθαρσης- στο βιογραφικό τους και θα ’ταν πρόθυμοι να ξαναδώσουν.

Και τι άλλο μένει στο τέλος -που να μην έχει ειπωθεί;

Ότι έχουν περάσει δυο ώρες, αλλά θα έβλεπες άνετα άλλο ένα δίωρο, με αντίστοιχο οπτικοακουστικό υλικό -και είναι κρίμα να πάει χαμένο και να μην αξιοποιηθεί με κάθε τρόπο, ιδίως αυτό των πρώτων χρόνων.

Ότι το Φεστιβάλ δυναμώνει μαζί με το Κόμμα και αντανακλά πιστά την πορεία του, την ποιοτική του ενίσχυση και ότι είναι Κόμμα παντός καιρού -μια βροχερή μέρα στο Φεστιβάλ είναι μάλλον ο καλύτερος τρόπος να το καταλάβει κανείς.

Ότι το Φεστιβάλ είναι για πολλούς το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής τους -και ας μην αποκτήσει ποτέ χορηγό για να γίνει σλόγκαν διαφήμισης. Και ότι αυτό φαίνεται στις μαρτυρίες όλων όσων μίλησαν -και αν έπρεπε να γίνει ειδική μνεία σε κάποιες, θα ήταν στην Εύα Μελά από τους δικούς μας και στον Λαμπρίδη από την ευρύτερη βάση. Γλυκές, μεστές, ειλικρινείς, συγκινητικές, πρωτίστως εγκεφαλικά παρά συναισθηματικά.

Ότι δε θα υπάρξει ποτέ κανείς, καμιά και τίποτα να ερμηνεύει σαν την Μαρία Δημητριάδη. Γιατί ήταν τεχνικά άρτια, ένιωθε τι τραγουδούσε όσο κανείς και γεννήθηκε την κατάλληλη εποχή, με το σωστό ρεπερτόριο. Η στρατευμένη τέχνη διάλεξε τη φωνή της, όπως η ιστορία διαλέγει τα κατάλληλα πρόσωπα που θα την ενσαρκώσουν.

Κι ότι παρόλα αυτά, στο τέλος θα σου έχει κολλήσει η εκπληκτική διασκευή από το «Ρόδι». Και δεν είναι μόνο οι στίχοι (του Ραβάνη-Ρεντή), οι φωνές (ιδίως της Καράκογλου) και η μουσική των ΚΘ, ούτε καν το τυπικό άθροισμα των παραπάνω, αλλά η δυναμική του συνόλου, που το εκτοξεύει, τολμώ να πω και πιο ψηλά από την αυθεντική εκδοχή -του Θάνου και της Μαρίας. Κι οι τακτικοί αναγνώστες ξέρουν καλά πως η κε του μπλοκ δε βγάζει συχνά τέτοιες κρίσεις, όταν κάνει συγκρίσεις με το παρελθόν εκείνων ειδικά των χρόνων.

Κι αν αλλάζει η ζωή, η σκέψη αλλάζει, σπάστε ένα ρόδι στο περβάζι. Γιατί κοντοζυγώνει η ανατολή και η μέρα εκείνη μπορεί να μην αργήσει όσο φοβόμαστε...

Εντάξει, αλλά μήπως το παρακάναμε με το Φεστιβάλ και πρέπει να γράψει και για τίποτα άλλο; Ναι, ίσως. Πέραν αυτού, ουδέν. Δείτε, απολαύστε υπεύθυνα και διαδώστε.

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

Φεστιβάλ με παν-ανθρώπινο πρόσωπο

Θέλουμε ελεύθερα εμείς τα πάρκα και πανανθρώπινο το Φεστιβάλ!

Γιατί βάζει στο κέντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Από κάθε σύντροφο (και επιρροή), ανάλογα με τη χρέωση και το μεράκι του, σε όλο τον κόσμο ανάλογα με τις αντοχές του -στο ξενύχτι και τις συγκινήσεις. Μια μικρογραφία της κομμουνιστικής κοινωνίας, στην ανώριμη βαθμίδα της, με αναπόφευκτες αντιφάσεις: τις ουρές στα σουβλάκια και τις τουαλέτες, και τις σχετικές ελλείψεις αγαθών -σε φαγώσιμα, μπλουζάκια κοκ, λόγω υπερπληθυσμού τύπου ΛΔ Κίνας.

Γιατί είναι άθροισμα ή μάλλον γινόμενο χιλιάδων ανθρώπινων ιστοριών (και όχι stories, χωρίς καμιά ιστορία από πίσω τους). Και όλοι οι συντελεστές, μικροί ή μεγαλύτεροι, δεν ξεχνάνε να πάρουν θέση: πάνω από όλα με τον άνθρωπο! Κι ας μην ήταν εκεί η Νατάσσα, που το ’πε και μπήκε στο στόχαστρο έμμισθων τρολ με ζήλο ανθρωποφύλακα, σαν αυτόν που σάπιζε στο ξύλο τον Μίσσιο, γιατί του είχε κάτσει άσχημα ένας στίχος -και η ελευθερία-, ποιος ξέρει γιατί: πάρε και αυτήν και αυτήν, που την ήθελες και πανανθρώπινη...

Βασικά, το Φεστιβάλ ήταν βαθιά ανθρώπινο τις δυο πρώτες μέρες, που κάποιοι φοβήθηκαν τη βροχή και άφησαν χώρο στους άλλους -εμείς είμαστε οι άλλοι- να κινούνται με άνεση και να τρέφουν αυταπάτες πως τα είδαν όλα -στο Φεστιβάλ και τη ζωή τους. Τις δυο τελευταίες μέρες το Φεστιβάλ γίνεται τόσο ανθρώπινο, που καταλήγει απάνθρωπο. Για τους μικρούς και άμαθους, για όσους ζορίζονται στον προσανατολισμό, όσους πίστεψαν (τη διαφήμιση) πως θα έχουν παντού «σήμα καμπάνα», όσους είδαν να έρχονται πάνω τους κύματα μαζών, σαν ατσάλινο τείχος και λάβα ανθρώπινη. Για όσους έβαλαν νοερά τα κλάματα μες στο πλήθος και ήθελαν να παραδοθούν πίσω από την κεντρική σκηνή, για να τους παραλάβουν οι δικοί τους από το χεράκι. Φρικτά βασανιστήρια, αυτά είναι τα πραγματικά «σταλινικά εγκλήματα», αλλά δεν τολμά να μιλήσει κανείς, γιατί έχουν οικογένειες και ακόμα δεν έχουν έρθει να τους παραλάβουν οι δικοί τους πίσω από τη σκηνή.

Τι είδαμε λοιπόν αυτές τις μέρες; Ας ρίξουμε μικρές ψηφίδες, βοτσαλάκια με αναμνήσεις πίσω μας, για να μη χάσουμε το νήμα. Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, Φεστιβάλ να αρχινίσει.

-Και η Λίνα Νικολακοπούλου; Και ο Λιάτσος (όχι ο Αιμίλιος) που σπούδασε κι αυτός στον σοσιαλισμό για να γίνει Πουτινικός; Ποτέ δεν είναι αργά να ανακαλύψεις, στα γεράματα, τη σωστή Μαριά της ιστορίας, στον δρόμο που χάραξε ο Νότης.

-Η βασική απουσία δεν ήταν καλλιτεχνική, ούτε πολιτική. Ήταν οι πάγκοι των μεταναστών, με τις κουζίνες της πατρίδας τους. Συχωρεμένοι, αλλά να μην επαναληφθεί.

-Η Μακεδονία είναι μία και είναι χάλκινη -όπως και τα Βαλκάνια. Κι όποιος δεν το ήξερε, είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει στη λαϊκή σκηνή, με το Balkan Express και την ορχήστρα από τη γειτονική -και τόσο οικεία- Β. Μακεδονία.

-Ο Τσακνής μας είπε τραγουδώντας «συνένοχο στον φόνο δε θα με έχετε». Εντάξει, Διονύση, αλλά σκουπίσου λίγο, κάτι κόκκινο στάζει από το μανίκι σου.

-Ο Νταράλας είπε στο μικρόφωνο ότι πρέπει να γίνει πράξη το σύνθημα του Φεστιβάλ μας για τον σοσιαλισμό. Για αυτόν αγωνιζόμαστε όλοι άλλωστε, που θα έλεγε ο Γιάννος στην Αννούλα και άλλους παλιούς συντρόφους -που όλοι μαζί τα έφαγαν.

-Ψυχρούλα, ε; Δεν είναι κλιματική αλλαγή, το Φεστιβάλ είναι. Από βδομάδα πάλι 30άρια θα έχει.

-Η «αναρχία του πληκτρολογίου» κλάφτηκε στο Τουίτερ για την «προδοσία» του Buzz -που ξεκίνησε στον χιπ-χοπ καφενέ της Πετρούπολης. Αλλά ισοφάρισε με έξυπνο σχόλιο για τους παράλληλους βίους Μηλιού και Dead Prez. Από το Resistance στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, μια κρίση δρόμος...

-Του το ’χες του Κότσιρα να συγκινεί τα πλήθη; Κι όμως. Το πέτυχε όσο λίγοι, αφήνοντας το κοινό να ψέλνει «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», ευλαβικά σαν προσευχή.

-Κάθε τέλος, μια καινούρια αρχή. Τελειώνουν οι λουκου-λουκουμάδες του Εισβολέα και αρχίζει η εισβολή των πιστών του στη λαϊκή. Με καρέκλες παραμάσχαλα και χαμόγελο στο στόμα, μέχρι να βρουν πού θα κάτσουν. Ίσως κάπου προς το πάρκινγκ του Σκλαβενίτη να είχε μείνει λίγος χώρος...

-Τσάμικο, ικαριώτικο και ζεμπεκιά ο ΓΓ. Free style στη μαθητική ο Κρις Σμολ -ο πρόεδρος της Άμαζον, όπως τον παρουσίασαν στο Κόκκινο Αερόστατο. Έχουν δυσκολέψει τα ταξικά πόστα στις μέρες μας. Δε φτάνει μόνο η θεωρητική κατάρτιση.

-Τι θα πει «ικαριώτικο γλέντι»; Ξεκινάμε όταν θέλουμε, τελειώνουμε το πρωί. Βάζουμε τον δήμαρχο να βγάζει πολιτικό λόγο και τον γγ να σύρει τον χορό στο ταψί. Και να φανταστείς πως όταν εκλέχτηκε, τα κανάλια τον είχαν για σκυθρωπό γραφειοκράτη...

-Μπλουζάκια καπετάν-Διαμαντής (μπράβο!), μπλουζάκια Οβελίξ (δύο μπράβο!), μπλουζάκια Social Waste (οκ, αλλά μπράβο), μπλουζάκια Κατιούσα -μωρέ μπράβο! Μα από πότε είναι αυτά τα τισέρτ; Απορώ και εγώ...
Μπλουζάκια «Παπαροκάδες» γιατί δεν έχουμε δει όμως;

-Μεσοβδόμαδα ο Ζαραλίκος δεν έβγαλε επεισόδιο. Επισήμως του έφαγε τη φωνή η υγρασία στα Γιάννενα. Ανεπισήμως όλοι υποψιάζονται ξέρουν ότι τη φύλαγε για το πάρκο Τρίτση -που έχει τη δική του ωραία υγρασία.

-Ή με τους γονείς που θρηνούν ή με τους γόνους που κάνουν καριέρα τον πόνο τους. Τάδε έφη Τσολιάς.

-Ο φασισμός ήρθε ντυμένος δικαιώματα. Τάδε έφη Μουζουράκης, αλλά το έσωσε στην πορεία: Κοινή γνώμη δεν είναι εκατό σχολιαστές στο διαδίκτυο, αλλά εκατό χιλιάδες στον δρόμο.

-Κι ο Μυστακίδης να εξομολογείται -μεταξύ μας, έτσι;- πως το Φεστιβάλ της ΚΝΕ τον καθόρισε καλλιτεχνικά. Κι αφού το λέει, έτσι θα είναι. Φαντάσου να ερχόταν κι από παλιότερα, δηλαδή.

-Πολυκοσμία, (η): όταν γίνεται πανικός και δε βρίσκεις ούτε ψωμάκια. Όχι στο Φεστιβάλ, αλλά στην παρακείμενη καντίνα στη Θηβών («Μπάρμπας», να πάτε. Προβατίνα κεμπάπ, κατά προτίμηση).

-Βασίλης, Μίλτος. Η ζωντανή ιστορία των Φεστιβάλ. Δεν περιμένουμε να τελειώσει για να την τιμήσουμε. Πιθανότατα είναι το δίδυμο με τα ρεκόρ συμμετοχών στα Φεστιβάλ. Ο Βασίλης στο σύνολο και ο Μίλτος το σερί -και με διπλές εμφανίσεις, σχεδόν κάθε φορά. Μόνο θεατές και διοργανωτές έχουν περισσότερα φεστιβαλικά ένσημα.

-Οι «διπλοθεσίτες» καλλιτέχνες στις συναυλίες γίνονται κανόνας, ακόμα και για πρωτάρηδες, όπως ο Anser -που έκανε τη μαθητική σκηνή να στενάξει από κόσμο. Απόδειξη ότι δεν είναι περαστικοί -που είδαν ΚΝΕ και μπήκαν- αλλά γουστάρουν να είναι μέρος του Φεστιβάλ.

-Η φωνή του Βασίλη δεν έβγαινε από τη συγκίνηση -και γενικώς. Αλλά μην τολμήσεις να το πεις στα πλήθη των πιστών του, αν δεν τρέχεις αρκετά γρήγορα για να γλιτώσεις το νόμο του Λιντς και τον «Τρίτο Παγκόσμιο» του Λοΐζου. Κι εντάξει, δε φταίει αυτός που πάει τόσο γρήγορα η μουσική και δεν προφταίνει τις ανάσες και την ορχήστρα στο τέλος...

-Μια μέρα πριν την έναρξη, βγήκε ζεστό-σπαρταριστό το νέο βιβλίο του Λάδη, συλλογή κειμένων και άρθρων από τα ταξίδια του στη Σοβιετία. Κι εγώ αναρωτιέμαι -με τρίλημμα φαϊτκλαμπικού τύπου- τι ήταν (το) καλύτερο. Ο πολύ μεστός πρόλογος; Ο τρομερός τίτλος «Ντα Ζβιντάνιγια» - δηλαδή «στο επανιδείν»; Ή μήπως η κυρία, στην ουρά για τις υπογραφές, που ρωτούσε αν ο Ντα Ζβιντάνιγια είναι ο συγγραφέας;

-Κάθε χρόνο, χρόνια τώρα, οι Υπεραστικοί είναι η πιο πολιτική συναυλία του Φεστιβάλ. Με διαφορά. Με πράξεις (τραγούδια), όχι μόνο στα λόγια-συνθήματα. Και με παλαιστινιακές σημαίες παντού.

-Punk is not dead. Άκουσέ το, διάδωσέ το. Μαζί με τα κουπόνια σου και τον Ρίζο.
CCCP is not dead. Communism is not dead.


-Γνωρίζατε μήπως ότι η νεανική σκηνή δε λέγεται φοιτητική -κι ας έχει δίπλα το περίπτερο του ΜΑΣ; Κι αν κάποιος μπερδεύει ακόμα το όνομα, είναι ανθρώπινο -σαν το Φεστιβάλ. Συμβαίνουν αυτά στις ευαίσθητες μεταφοιτητικές γενιές μας. Σημάδια των καιρών -και της ηλικίας μας...

-Όταν έπαιξαν οι πρώτες νότες από Maiden, μια γενιά μεταλόσαυρων πρέπει να έχυσε (δάκρυα χαράς, που έλεγε κι ο αθλητικός τύπος -που δεν αγαπήσαμε). Πού στράβωσε όμως το πράγμα κι έπαψαν να έχουν ιδεολογική ηγεμονία στην οργάνωση; Ποιος μετεωρίτης έπεσε πάνω τους και τους οδηγεί στον αφανισμό; Οι σωστές απαντήσεις στην επόμενη ανάρτηση. Αλλά όσοι νιώθουν είδος προς εξαφάνιση θα έχουν πάντα το Παρίσι - τον Χουλιαρά σαν εικόνα, να ανεβαίνει στις σκαλωσιές της σκηνής για έφοδο στον ουρανό και να φωνάζει: Fuck You, I won’t do what you tell me.

-Αν και ο βασικός ύμνος θα μπορούσε να είναι των Πόλκαρ -και του Γραμμένου: «Είναι η ζωή μου σκατά...». Που η γενιά μας το θεωρεί σχεδόν (αυτο)βιογραφικό, με εξαίρεση κάποια μικρά διαλείμματα, όπως τις μέρες του Φεστιβάλ.
Στο λαιμό σου γαμώτο ηρεμώ...

-Ούτε σε μπόρες, ούτε νεροποντές, ποτέ τους δε λυγίσανε...
Αλλά η απογευματινή βροχούλα πήγε πίσω τα sound-check και δυο ώρες μετά τη ροή των καλλιτεχνών. Οι Μπάμπο Κόρο πχ βγήκαν κατά τις δύο -και ακολουθούσαν οι «Γκιντίκι». Η Τετάρτη είναι το νέο φεστιβαλικό Σάββατο -και πάντως σου έδινε πιο πολλές επιλογές ξενυχτιού από το πρόγραμμα της Παρασκευής.

-Αλλά εμείς δεν ψάχνουμε δικαιολογίες, σαν τον Χατζηγεωργίου στο Καλλιμάρμαρο, που έλεγε πως τα σουτ δεν μπαίνουν γιατί έχει αεράκι -και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες.

-Πετύχατε-θυμάστε κάτι ιντερνετικά σχόλια για το έμμεσο «σαμποτάζ» στην ετήσια πορεία για τον Φύσσα, που συνέπεσε με την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ; Προφητικές μουσμουλιές! Το ξενέρωμα της Μάγδας -και των άλλων παιδιών στον πάγκο του συλλόγου- όταν αγκάλιαζε τον Αμπατιέλο ή στην ομιλία του ΓΓ, δύσκολα αποδίδεται με λόγια σε όσους δεν το είδαν ζωντανά -και γράφουν ό,τι θέλουν από την κοιλιά τους.

-Στη φετινή Διεθνούπολη μπορούσες να βρεις 45 νεολαίες (και 60 μαθητάδες), με διπλές παρουσίες από διάφορες χώρες -που έχει πάντα πλάκα να ψάχνεις τις διαφορές τους- αλλά (επιτέλους) χωρίς τους ευρωκομμουνιστές Ισπανούς -και να ετοιμάζεται η ΕΔΟΝ.

-Μπορούσες να δεις επίσης: Ρώσους και Ουκρανούς να συνυπάρχουν ειρηνικά, όπως τον καιρό της Σοβιετίας. Ισραηλινούς να έχουν κουτί ενίσχυσης για τον αγώνα των Παλαιστίνιων. Τους Μεξικάνους να βγάζουν τα έξοδα για δέκα υπερατλαντικά ταξίδια, ξεπουλώντας τη βαλίτσα με τα μπιχλιμπίδια τους. Τους Βενεζουελάνους να έχουν μπλουζάκι με τον Τσάβες. Και τους Ιταλούς μπλουζάκι με το σύνθημα «ερωτευμένη ναι, αλλά με τον Φιντέλ»!

-Που ήταν στίχος του γνωστού σουξέ «Μαρακαΐμπο» και το ’χε πει μεταξύ άλλων η Ραφαέλα Καρά -που ήταν συντρόφισσα κι ας μην το ήξεραν πολλοί. Αλλά το έκοψε η λογοκρισία που το βρήκε άκρως πολιτικό (!), και το ’κανε «ερωτευμένη, ναι, αλλά με τον Μιγκέλ». Κι όλα αυτά στην Ιταλία του ’70, που είχε θεωρητικά ισχυρό ΚΚ, μια κάποια «ιδεολογική ηγεμονία» και απολάμβανε -υποτίθεται- μεγάλο βαθμό ελευθερίας, αλλά φοβόταν ακόμα τη γοητεία του Φιντέλ και τους κομμουνιστές που θα τους πάρουν τις γυναίκες...

-Πού πάνε οι στιγμές που χάνονται; Σε ποιο κουτί μαζεύονται τα φεστιβαλικά μας παιχνίδια, όταν ξεστήνουμε; Και προπαντός: πού πήγε ο σκοτεινός θάλαμος της κρίσης και του 16ου Φεστιβάλ από την κεντρική έκθεση; Ποιος πήρε σπίτι του τις πλαστικές φιγούρες του Μίκη και του Θάνου που σε ακολουθούσαν με το βλέμμα και σε προσκαλούσαν για φωτογραφία; Και πότε θα βγει στον διαδικτυακό αέρα το ντοκιμαντέρ για την ιστορία του Φεστιβάλ;


-Πού μπορούσε να βρει κανείς τη μεγαλύτερη εικαστική έκθεση -των ημερών μας- στη χώρα μας; Στο Στέκι Πολιτισμού του Φεστιβάλ. Αλλά το πιο εντυπωσιακό -στα δικά μου, απαίδευτα μάτια- ήταν τα αναμνηστικά του Φεστιβάλ του εργαστηρίου Γ. Βαρλάμος, έξω ακριβώς από τον χώρο της έκθεσης, που παρασκευάζονταν μπροστά μας, με μια ιδιαίτερη, ρετρό τεχνική, που είχε κάτι από τη γοητεία παράνομης προκήρυξης και της εποχής του πολύγραφου, με αντίστοιχο αισθητικό αποτέλεσμα.

-Και οι Dead Prez, κύριε; Τόσος ντόρος έγινε, δε θα γράψεις τίποτα;
Να γράψω. Άγριο, καθαρό, τραχύ αφρο-αμερικάνικο ραπ. Τα μηνύματα περίσσευαν, ο ρυθμός επίσης, η μελωδία όχι τόσο -αλλά αυτά είναι υποκειμενικά, σε κάποιους σφους πχ αρέσει το χιπ-χοπ. Μπορεί να μη μάζεψαν όσο κόσμο είχαν οι άλλες σκηνές, αλλά το σημαντικό ήταν ότι μάζεψαν αυτόν τον κόσμο για τον οποίο γράφτηκαν τα τραγούδια τους, όπως είπαν στο μικρόφωνο.

-Έμαθαν να λεν συλλαβιστά την «πειθαρχία» στα ελληνικά -πού να μάθουν και τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», που κάποιοι τον συλλαβίζουν στην πράξη και ακόμα να τον μάθουν.

-Έβγαλαν τον Σμολ της Άμαζον επί σκηνής -άλλο που δεν ήθελε αυτός!- και μας ευχήθηκαν για τα 50 χρόνια του Φεστιβάλ και της Επανάστασης!
Ναι, κοιτάξτε, αφενός είναι περισσότερα χρόνια επαναστατικής διαδρομής, αφετέρου έχουμε 50 χρόνια νομιμότητας, αλλά υπάρχει η άποψη πως κακομαθαίνουμε και μας απομακρύνουν από την επανάσταση, κάτι που αγνοεί ωστόσο τη διαλεκτική παράνομης-νόμιμης δουλειάς και τον κομβικό ρόλο της στρατηγικής αντίληψης, από όπου ξεκινούσαν κάποια προβλήματα... Και τέλος πάντων, μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά το Δοκίμιο Ιστορίας -που δεν πρέπει να έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, αλλά συλλαβίζοντας, θα βρείτε άκρη στα βασικά.

-Ενδιάμεσα κατέληξαν στο αυτονόητο συμπέρασμα -αλλά τα αυτονόητα είναι για πολλούς τα πιο δύσκολα: Ούτε Τραμπ, ούτε Κάμαλα Χάρις, αλλά Power to the People. Που όταν το λέγαμε εμείς, οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, σοσιαλδημοκρατικό σανό και μας έλεγαν δογματικούς.
What Plastiras, what Papagos, που λένε και στο Αθαμάνιο της Άρτας.

Αλλά να το μαζεύουμε, σύντροφοι, γιατί περάσαμε τις 2 χιλιάδες λέξεις, έχει τελειώσει και το ξεστήσιμο και στο Βιγιαμπάχο (ναι, έτσι προφέρεται) ακόμα γράφουνε, σκόρπιες εντυπώσεις, μεταμοντέρνες σαν την Γκερνίκα -ναι κι αυτή έτσι προφέρεται.

Το Φεστιβάλ είναι μια ετεροτοπία -ή ετερο-Πολιτεία, με πιο «δικούς μας» όρους. Είναι ένα μαγικό μέρος όπου μπορεί να ψιχαλίσει σε ανέφελο ουρανό, ο Βασίλης μπορεί να βγάλει μαλλιά -αλλά όχι φωνή-, η μέταλ σκηνή γεμίζει με παιδικά μπαλόνια, οι πρόεδροι Σωματείων δεν ξεχωρίζουν από τους ράπερ -κάτι σαν το «5ος Μπιτλ», που έλεγαν για τον Μπεστ- και τα σουβλάκια πολλαπλασιάζονται και φτάνουν για όλους, σαν το θαύμα της Κανά -και ας μην ήρθε φέτος στο Φεστιβάλ, και ας ήταν άλλο το θαύμα του Ιησού με τα ψωμιά. Αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με το θαύμα του Πάρκου Τρίτση και τη μαγική εξαφάνιση 100 (και πλέον) χιλιάδων ανθρώπων από τα κανάλια. Περίμενε εσύ να μιλήσουν οι μουγγοί...

Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ακολουθήσει και ένα τρίτο μέρος κατά τας γραφάς, με τις συζητήσεις-εκδηλώσεις του 4ήμερου, έναν μικρό απολογισμό της γενιάς μας και πρόχειρες ιδέες για τα καλύτερα Φεστιβάλ που δεν έχουμε ζήσει ακόμα.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Πότε θα κάμει Φεστιβάλ...

Σκόρπιες, μεταμοντέρνες, κατά βάση (προ)φεστιβαλικές σημειώσεις


Λοιπόν, το Φεστιβάλ είναι κάπως σαν το Μουντιάλ, αλλά χωρίς χορηγούς και ηττημένους, όπου παίζει μπάλα η τάξη μας και δείχνει πόσα ξέρει να κάνει
(θαυμάσια, θαυμάσια, πάντα με την μπάλα, θαυμάσια, που θα έλεγε στα ντουζένια του και ένας δεξιός). Αναρωτιέσαι ποιο ήταν το καλύτερο της ιστορίας, αν θα έπρεπε να γίνεται πιο συχνά, να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερες συμμετοχές. Ονειρεύεσαι να ανέβεις μια μέρα στη σκηνή του, αλλά έτσι κι αλλιώς είσαι ένα μικρό εξάρτημα της μηχανής του κι αυτό κομμάτι της ζωής σου, αυτό με τις πιο γλυκές αναμνήσεις -χωρίς χορηγούς και τη Λάκτα.

Στο Φεστιβάλ φοράνε όλοι τα καλά τους, δηλαδή το καλό τους πρόσωπο -που δεν είναι όμως προσωπείο. Οι σφοι χαμογελάνε, λάμπουν από έξαψη γιατί ήρθε πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου, ο κόσμος δεν γκρινιάζει στις ουρές (είναι ακόμα πρώτες μέρες, γι’ αυτό), μέχρι και οι χαμουτζήδες σφοι μιλάνε σωστά.

Και να, Αθηνέζε αδερφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά.
Έτσι να λέμε πια τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.
Και τα σουβλάκια, σουβλάκια. Καταλαβαινόμαστε πλέον. Δε χρειάζονται περσότερα.

Τι ωραίο που ’ναι το 50άρι στο σήμα του Φεστιβάλ με τον Ρίτσο -τη Σωτηρία και άλλους! Αν και ένα κολάζ με φωτογραφίες ίσως να ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό -λέμε τώρα. Έξω από την οργανωτική επιτροπή πολλά τραγούδια λέμε -δικό σας. Βασικά η αφίσα έπρεπε να έχει σε μια γωνιά και τον Μαλάμη, με ένα κοντόξυλο. Δε λέω, συγκινητικά τα κείμενα επανασύνδεσης, αλλά σαν την περιφρούρηση δεν έχει. Που είναι πρωτίστως πολιτική έννοια, βεβαίως-βεβαίως. Βάρα μας/τους Μαλάμη...
Έχουμε μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους.

Για κάποιους περαστικούς που δεν ακούμπησαν το Φεστιβάλ είναι μόνο οι συναυλίες. Για τα κανάλια, που δεν ακουμπάν τέτοια επικίνδυνα θέματα, το Φεστιβάλ είναι δέκα δεύτερα στιγμιότυπα από την ομιλία του ΓΓ. Ενώ για κάποιους πολύ αντισυστημικούς ρεπόρτερ, που δεν κόβουν καν κουπόνι ενίσχυσης, μπορεί να είναι ένα μπλουζάκι για τις Σκουριές, που τους φαίνεται παράταιρο με τα φεστιβαλικά συμφραζόμενα. Κι όταν μεγαλώσει ο εν λόγω αντισυστημικός θα γράψει τη «λέσχη των αθεράπευτα κομπλεξικών», για να κλείσει η τριλογία του Γκενασιά -ο οποίος τουλάχιστον έχει ταλέντο.

Αστερίξ, να του(ς) δείξω πόσο σταλινικός ευγενικός μπορώ να γίνω;
Όχι, Οβελίξ, συγκρατήσου. Η περιφρούρηση εξάλλου είναι πρωτίστως πολ...
-Ναι, ναι, τα έχουμε ξανακούσει. Νια-νια, νια-νια, νια-νια.
Άλλωστε αυτοί είχαν πέσει μικροί στη χύτρα με την αλλεργία στο ΚΚΕ. Χαμένες περιπτώσεις, σαν την άνοιξη του Τσίρκα.

Το Φεστιβάλ δεν είναι (μόνο) οι ομιλίες, δεν είναι (μόνο) οι συναυλίες. Είναι η διαλεκτική τους ενότητα, κάτι παραπάνω από το τυπικό τους άθροισμα, κάτι παραπάνω από ένα Φεστιβάλ -mes que un κόμμα. Είναι ο κόσμος που το αγκαλιάζει και το γιγαντώνει -για να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Το άπειρο πλήθος, η ποσότητα που γίνεται ποιότητα, οι μάζες που κινούνται -αν και όχι πολύ εύκολα μες στον συνωστισμό- γράφοντας ιστορία, μπρος στα μάτια μας.

Πραγματικά τυφλός είναι όποιος δε θέλει να δει και βλέπει όσα θέλει -για το φεστιβάλ και το κόμμα- με τα μάτια της ψυχής του, διορθώνοντας την πραγματικότητα με τις επιθυμίες του. Κι αν τα κανάλια των εφοπλιστών κάνουν πως δε μας βλέπουν, δεν πάσχουν από μυωπία, ούτε κάνουν τη στρουθοκάμηλο που απωθεί τον φόβο και ξεγελά τον εαυτό της πως δεν υπάρχει. Είναι η ομερτά της σιωπής που επικρατεί για λόγους ταξικούς. Και μόνο.

Κι αν έρθουν ποτέ οι Χατζηφραγκέτα στο Τρίτση, θα δικαιωθεί και ο Τσολιάς, που έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου για τους πολιτικά άστεγους φασαίους που χτυπάν το κουδούνι του Περισσού, πλακώνονυν κατά κύματα και δε θα ξέρει το κόμμα πώς να τους διαχειριστεί ή να τους διώξει.

Λες να έρθουν όντως -οι ΧΦ, όχι οι φασαίοι; Για φαντάσου... Imagine ρε, που θα έλεγε κι ο Λένιν, εε... δηλαδή ο Λένον, ωχ με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο.
-Μα τι ωραία σαρδάμ που κάνετε, κύριε γενικέ; Γι’ αυτό είστε ο δημοφιλέστερος...

Το Φεστιβάλ είναι η νιότη του κόσμου. Αν ψάχνεις το ελιξήριο και αιώνιους έφηβους, δε χρειάζεται να δεις τον Βασίλη αλλά το κοινό του που χτυπιέται από κάτω, τον παλμό των ασπρομάλληδων νέων (πλην Σοφιανού), τον ενθουσιασμό των βετεράνων από το Σπίτι του Αγωνιστή. Να πας λίγο δίπλα τους, να σε ευλογήσουν με την αύρα τους, να νιώσεις ότι πήγες εκεί να καθίσεις με τη νεολαία, με την Ιστορία, με την επανάσταση! Το μυστικό της αιωνιότητας, το νέο που παλεύει να γεννηθεί και να τα αλλάξει όλα από τη ρίζα τους. Αχ, να ’ταν η νιότη (του κόσμου) δυο φορές...

Ίσως κάποιοι νιώθουν πολύ μεγάλοι πια για να ενθουσιαστούν (με το Φεστιβάλ και γενικώς), για να ερωτευτούν, για να αλλάξουν τον κόσμο επαναστατώντας -όλα αυτά είναι περίπου ταυτόσημα. Το 1917 ο Λένιν ήταν 47 χρονών, τον φώναζαν ήδη γέρο και ο ίδιος έλεγε πως την επανάσταση θα την ζήσουν οι επόμενες γενιές. Αλλά δεν κάθισε -με τη νεολαία- να κλαίει τη μοίρα του στο περιθώριο της ιστορίας, ούτε έβαλε μαλλιά, σαν τον Βασίλη (τον Μπογιό και άλλους), παρά μόνο μια περούκα για να κρυφτεί στη Φινλανδία από τους διώκτες του, μέχρι να δώσει το σύνθημα για την έφοδο στον ουρανό και τα χειμερινά ανάκτορα.

Μπορείς άραγε να φυτέψεις νέες φωνητικές χορδές, εκτός από μαλλιά; Και ποιος συνδυασμός μας δίνει τον τέλειο τραγουδιστή, τον καλύτερο στα χρονικά του Φεστιβάλ (κάπως σαν το αντίστοιχο κυνήγι στον «δράκουλα των Εξαρχείων», του Τζίμη και του Τζούμα, που κι αυτός βασικά με το Φεστιβάλ καταπιανόταν. Κράζεις, θαυμάζεις...)


Η φωνή του Βασίλη με την εγκράτεια και τη ζωή -χωρίς καταχρήσεις- του Νταράλα. Η Μποφίλιου, αλλά 40 χρόνια πριν, και με άλλο ρεπερτόριο. Ο Καζαντζίδης -κι ας μην ήρθε ποτέ αυτοπροσώπως- με τον μαγικό ζωμό της αθανασίας, για τους θαυμαστές του. Και ο Μητροπάνος για τους δικούς του -που η νοσταλγία τους γεμίζει σκηνές με την Πέγκυ Ζήνα, για χάρη του. Σ’ αρέσει στα κρυφά και ο Μουζουράκης -αρκεί να μην ανεβαίνει κόκαλο στη σκηνή. Ο Ξυλούρης και ο Μεράντζας, που τραγουδά στο Φεστιβάλ από όταν είχε μούσια και πυκνό μαλλί. 


Κι αν βάλουμε στη συζήτηση κάποιον ράπερ, καλύτερα να μείνει εκεί και να πούμε κάτι άλλο -πχ για τον Μουζουράκη, που μπήκε λαθρεπιβάτης σε αυτή τη συζήτηση. Ή για τον καιρό. Λες να βρέξει;
Φυσικά θα βρέξει, Φεστιβάλ έχουμε...

Πότε θα κά- βρε πότε θα κάμει Φεστιβάλ.
Βρε πότε θα Σεπτεμβρίσει... (...) και την έμορφη Αλέκα.
Να κάμω νότες, να κάμω νότες δίχως γιο (και «γιο» και πάλι «γιο», μπρο).

Ακολουθεί εσωτερικός μονόλογος -διάλογος, αν λάβεις υπόψη τον εσωτερικό αντίλογο. Αλλά βασικά δε χρειάζεται να λάβεις τίποτα υπόψη. (Μη δίνετε σημασία, κάτι δικά μου -και ο αντίλογός τους).

-Το χιπ-χοπ έχει σαφώς λαϊκά, αν όχι ταξικά χαρακτηριστικά. Είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, τρόπος έκφρασης για τους αποκλεισμένους που δεν έχουν άλλο τρόπο να ακουστούν και τα λεφτά για σπουδές σε ένα ωδείο.

-Αυτό δε λέει κάτι από μόνο του. Πολλές μουτζούρες στην τέχνη -και την ιστορία- είχαν αντίστοιχο ταξικό υπόβαθρο, χωρίς αυτό να τους δίνει άλλοθι. Δεν είναι η μουσική των καταπιεσμένων -πολύ περισσότερο ενάντια στην καταπίεση.
-Και τι ήθελες δηλαδή; Οργανωμένη καχυποψία για το είδος, όπως κάποτε για το ρεμπέτικο;
-Όχι απαραίτητα. Θα ήθελα όμως διαπάλη, διάλογο και κριτικές προσεγγίσεις, πχ για τον άκρατο μιμητισμό της εγχώριας σκηνής, χωρίς να υπάρχει -κατά κανόνα- ένα δημιουργικό πάντρεμα με κάποια δικά μας στοιχεία.
-Μα ό,τι ακούς και έχεις αποδεχτεί (ποπ, ροκ και δε συμμαζεύεται) είναι εξίσου δυτικότροπα και εισαγόμενα, σαν τον Λαλάκη. Να τα αποκηρύξουμε και αυτά και να ξεμπερδεύουμε;
-Και τι θα ήταν σήμερα η λαϊκή (ποπ) κουλτούρα, χωρίς «αμερικανιές»; Χωρίς ντραγκζ, χασίσια και όλα αυτά για τα οποία -δεν- αγωνιστήκαμε;

Τοίχος, αδιέξοδο, τέλος εσωτερικής διαπάλης. Οι χτεσινές εισηγήσεις στη συζήτηση για τη λαϊκή κουλτούρα, έβαλαν καλύτερα κάποια πράγματα.

Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Η σχέση του Φεστιβάλ με την Ιστορία. Που την αποτυπώνει σαν καθρέφτης, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, όπως τη διετία 1989-91, που στην κεντρική έκθεση του Φεστιβάλ μπαίνει συμβολικά σε έναν σκοτεινό θάλαμο, σαν στενωπό -στενεύουν τα περάσματα, οι φίλοι μου φαντάσματα, που πλανώνται επίμονα πάνω από τον γηραιό κόσμο που σαπίζει.

Πότε ήταν όμως το καλύτερο Φεστιβάλ; Το (πιο) μεγάλο, ωραίο και συγκλονιστικό; Ήταν όσα δεν προλάβαμε ή αυτά που δεν έχουμε ζήσει ακόμα; Αυτά που ζήσαμε ή αυτά που ζούμε τώρα;

Η αίγλη και τα ιερά τέρατα (των πρώτων χρόνων) της Μεταπολίτευσης; Η ανατριχίλα από τις συναυλίες, από την ανακοίνωση στα μεγάφωνα για τον θάνατο του Λοΐζου, που πάγωσε μια κόκκινη Πολιτεία; Ήταν τότε που στήναμε εννιαήμερο Φεστιβάλ -για τη σημειολογία του πράγματος- στο Γαλάτσι; Όταν φέρναμε τη Σόσα Μερσέντες και κάναμε -στον απόηχο του τιρινίνι- μια από τις μεγαλύτερες συναυλίες ρέγκε;

Ήταν στα Ιλίσια Πεδία, όταν φέρναμε την μπάντα Μπασότι να τραγουδά μες στη βροχή;
(Τελικά είναι πιο εύκολο να στηθεί ένα Φεστιβάλ στο μπόι των ονείρων μας, παρά στο μπόι των ωραιοποιημένων αναμνήσεων. Μην πας μακριά -ηλικιακά-, σκέψου απλώς όσους συνεχίζουν να θεωρούν την Πανεπιστημιούπολη ιδανικό μέρος για Φεστιβάλ. Και πού θα χωρούσε τόσος κόσμος; Έλα μωρέ τώρα. Εδώ υπάρχει ένα Φεστιβάλ μεγάλο και εσύ κολλάς σε κάτι πράγματα μικρά -σαν τον χώρο που έχουμε να σταθούμε).

Ή μήπως όσα ζούμε τώρα και θα λέμε μια μέρα πως ήμασταν κι εμείς εκεί; Τώρα που φέρνουμε τον συνδικαλιστή της Άμαζον και τους Ντεντ Πρεζ;
(Θα είμαι ειλικρινής. Εγώ και ο μισός μου κύκλος, από τη γενιά μου, τους αγνοούσε εντελώς. Θα γίνω ακόμα πιο ειλικρινής. Η ιστορία και το συγκρότημα μπορούν να αντέξουν το χτύπημα της μοίρας και να συνεχίσουν χωρίς να κοιτάν τη δική μας άγνοια και τη μελαγχολία που τους προκαλεί).
Μόνο αν περάσουν λίγα χρόνια, θα εκτιμήσουμε την πραγματική τους διάσταση.

Κι όμως, το Φεστιβάλ είναι ήδη σημείο αναφοράς, με διεθνή εμβέλεια. Ο Σμολς μας βλέπει ως τεράστιους, πρότυπο για μίμηση, οι αποστολές των άλλων νεολαιών θέλουν να γίνουν σαν την ΚΝΕ όταν μεγαλώσουν. Ο κόκκινος πλανήτης μπορεί να μην είναι πια το 1/6 και το 1/3 του κόσμου, μπορεί να θυμίζει τον Μικρόκοσμο του Μικρούτσικου, αλλά έχει το Φεστιβάλ ως την κορυφαία στιγμή στο παγκόσμιο εορτολόγιό του, φανερό καμάρι με κρυφή ζήλια σε μικρές δόσεις, όπως έβλεπαν κάποτε οι δικοί μας τη γιορτή της Ουμανιτέ στη Γαλλία, τον καιρό που ασφυκτιούσαμε στην παρανομία.

Και ήταν όλοι τους εκεί (η Καιτούλα και ο Σταμάτης) -με ηχηρές εξαιρέσεις, που είχαν ωστόσο νόημα και αιτία. Ακόμα και οι άλλοι απόντες, που έλειψαν για ό,τι πρέπει και για αυτό είναι μέσα σε όλα. Και δε θα μπορούσε να λείπει ασφαλώς ο επίσημος απρόσκλητος, που ήταν πάντα εκεί, σε όλες τις μεγάλες στιγμές, σε όλα όσα δεν έπρεπε να είναι.

Καλοκαίρι με ανομβρία και ρεκόρ λειψυδρίας; Ναι.
Που έχει καύσωνα διαρκείας και ξεραίνονται ακόμα κι οι ελιές; Ναι.
Σε ένα λεκανοπέδιο, που δεν έχει ποτέ αρκετό νερό για τους κατοίκους του.
Ωραία.
Και τι καιρό θα κάνει τις μέρες του Φεστιβάλ; Θα βρέχει.
Κάντε λιτανείες και χορούς της βροχής εσείς...

Κι όμως, όλα αυτά δεν είναι μεταφυσική. Τα εξηγεί πολύ καλά μια παλιά παιδική έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, για το ταξίδι της σταγόνας, της βροχής -ή κάπως έτσι. Συσσωρεύονται δάκρυα και συγκινήσεις. Οι ήρωες παρελαύνουν νοερά μπροστά μας, όπως στην τοποθέτηση του Ντε Νίρο στο 13ο Συνέδριο. Αυξάνεται εκθετικά η υγρασία στα μάτια, στην ψυχή, στις αναμνήσεις και στην ατμόσφαιρα. Ο ουρανός βαραίνει από συγκίνηση, από τα πλήθη που εφορμούν να τον καταλάβουν. Το νερό επιστρέφει σαν ευλογία και σαν θυμίαμα, για την έφοδο. Μια λάθος νότα, μια άκαιρη τσιρίδα στις πρόβες, μια παραφωνία είναι ικανές να επισπεύσουν το κακό.

Αλλά δεν πειράζει, λίγη λάσπη μετά τη βροχούλα θα την αντέξουμε. Εδώ έχουμε αντέξει τις χειρότερες εκδοχές της -και βροχής και άλλου είδους λάσπης. Κι αν συνεχίσει ο καιρός το ίδιο βιολί, θα ’ναι πάλι Φεστιβάλ παντός καιρού και το Σάββατο θα δούμε λασπομαχίες για μια καρέκλα -και γύρω σύντροφοι με ποπ-κορν.

Ούτε σε καταιγίδες, ούτε και με βροχές... Πολεμάμε και τραγουδάμε.

Μήπως όμως τραγουδάμε πολύ και πολεμάμε λιγότερο; Μήπως έχει συγκροτηθεί μια κάστα πανηγυρτζήδων (σιγά μην είναι και στρώμα), που ακολουθεί το κόμμα όπως οι γκρούπις το αγαπημένο τους συγκρότημα και κάθεται εδώ -με τη νεολαία και την επανάσταση; Που καταναλώνει στιγμές, με το... «ΚΚΕ travel» για τις εκδρομές, με ένα κόμμα εγγύηση για τον Πολιτισμό, για συναυλίες και Φεστιβάλ, με μαχητικά στελέχη που τους δίνουν ατάκες και υλικό για τα social, για να πουλάν μούρη με δανεική μαγκιά συντρόφων -πώς τους πετσόκοψε και πώς τα είπε έτσι...

Και τι να κάνουμε ρε εσύ; Να τους δίνουμε όπλα στην είσοδο να πολεμήσουν;
Να πάρω το, να πάρω το ντουφέκι μου. Και την έμορφη-η-η Αλέκα...

Αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό, αλλά γιατί να χάσουμε από την οπτική μας τη μεγάλη εικόνα; Την Κόκκινη Πολιτεία, που δεν έχει ούτε έναν χορηγό, δε χρειάζεται εργολάβους, ούτε ιδιώτες, είναι φτιαγμένη από την αρχή ως το τέλος με μεράκι και ανιδιοτελή προσφορά. Και πάνω από όλα δείχνει τι μπορεί να πετύχει η τάξη μας, όταν οργανωθεί και έχει πρόγραμμα. Εικόνα απ’ τα προσεχώς κι από το πώς θα μοιάζει η κοινωνία του μέλλοντος.

Και στο επόμενο πάνελ που θα ρωτήσουν κάποιον δικό μας, τάχα για να τον στριμώξουν: μα πού βρήκαν εφαρμογή αυτά που λέτε; Πού τα είδατε να γίνονται πράξη και να πετυχαίνουν;
Πρέπει βασικά να τους πει.
Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αυτός είναι ο κόσμος που θα φτιάξουμε.
Και ο δικός σας, που σαπίζει, δεν αντέχει καμία σύγκριση μαζί του.

Υστερόγραφο

Δηλαδή μόνο πρόλογος; Για το Φεστιβάλ, αυτό καθαυτό δε θα πεις τίποτα;
Όχι, γιατί ξεφύγαμε πολύ σε έκταση. Αλλά ας πούμε αυτό, σαν πρόγευση-προδημοσίευση.
Τι σχέση έχει το «Μαρακαΐμπο» και η ιταλική ντίσκο με το νησί της επανάστασης;
Τι σχέση είχε η Ραφαέλα Καρρά με τον Φιντέλ; Και πώς συνδέονται όλα αυτά με το Φεστιβάλ;


Η απάντηση στο επόμενο επεισόδιο, όταν και όποτε γραφτεί...

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Φεστιβάλ δυτικών προαστίων

Ναι, οκ, οι περισσότεροι νοσταλγούν τα φεστιβαλικά τους νιάτα στην Πανεπιστημιούπολη, που όλα ήταν δυνατά-δυνατά (γίναν όλα δυνατά τα αδύνατα), οι συναυλίες κρατούσαν ως το πρωί ή κατ’ άλλους συνεχίζονταν όλη μέρα, το παίρναμε σερί, 72 ώρες φεστιβαλικό non-stop, κομμουνισμός χωρίς αύριο και στο μάζεμα ένα συνεργείο ντάνιαζε δίπλα στα υλικά άυπνους, εξαντλημένους συντρόφους και τους παρέδιδε στις οργανώσεις τους. Και να ξέρεις, μια σφοδρή χαλαζόπτωση είναι πιο πιθανό να διακόψει έναν αγώνα EURO, παρά μια φεστιβαλική συναυλία. Εκεί ο βασικός κανόνας είναι να κάνει γκελ η μπάλα όταν χτυπά στο χόρτο. Σε εμάς είναι να μη χτυπά το ρεύμα τους μουσικούς, όπως κάποτε τον Σταρόβα -αλλά επέζησε, οπότε συνεχίζουμε.

Για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη, μόνο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή

Αλλά αν παραμερίσεις τα βιώματα, τις αναμνήσεις και τα χρόνια που είναι ασήκωτα, όλοι παραδέχονται (ο Μπάμπης ο Σταλίνας, ο Θανάσης ο Μιζέριας, ο Νίκος ο Κοντόξυλος, ο Γιώργος ο Γραμμάς, όλοι) ότι η μετακόμιση του Φεστιβάλ στα δυτικά ήταν η καλύτερη απόφαση για την εξέλιξή του (διάβαζε γιγάντωση) από όλες τις απόψεις, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Πήγε σε εργατικές γειτονιές, μακριά από τη φοιτητική ανεμελιά, την εργατική αριστοκρατία και κατά φαντασίαν πρίγκιπες (εξαιρούνται της δυτικής όχθης), σε πολύ ωραίους χώρους που τους ανέδειξε, και δικαιώθηκε εκ του αποτελέσματος και της κοσμοσυρροής, που σπάει ρεκόρ κάθε χρόνο. Φαντάσου δηλαδή να υπήρχε και μετρό κοντά στο Τρίτση -ή γενικώς στη δική μας Σαλούγκα- τι πανικό θα είχαμε.

Μπαρουτάδικο, Άγιος Ιερόθεος (απέναντι από το Coal Mine, που έχει τη δική του κινηματική ιστορία, που οφείλει να την ψάξει όποιος δεν την ξέρει) -σιγά μη μας έδινε το Άλσος ο «υπερκομματικός» Παχατουρίδης-, πάρκο Τρίτση. Μόλις περνάς το ποτάμι είναι ένας άλλος κόσμος -κι ας μην υπάρχει κανένα ποτάμι, φίλε αναγνώστη από τη ΛΔ του βορρά, μη φανταστείς κανέναν Λουδία, μάλλον κάτι σαν τον Γαλλικό το καλοκαίρι, αλλά με άσφαλτο κατά μήκος. Εκεί που η δυτική αλητεία συναντά τη μαγεία του φεστιβάλ και καταργεί τους φραγμούς -σύνορα η αγάπη για το Φεστιβάλ μας δε γνωρίζει.

Δεν υπάρχουν ποτάμια και άσφαλτοι, δεν υπάρχουν κόμματα και Παχατουρίδηδες (ένα είναι το κόμμα, Παχατουρίδη έχει και άλλον, πχ τον Δανιηλίδη στις Συκιές), μόνο η τάξη μας και όσα μπορεί να φτιάξει, αν οργανωθεί. Δεν υπάρχουν κάγκουρες και φασαίοι, καλλιτεχνικά κουτάκια και γεωγραφικοί προσδιορισμοί, δυτικοί και φλώροι, βουπου, νουπου και Πειραιώτες (όλοι χαμουτζήδες είναι και ας λένε σωστά τα σουβλάκια στο Φεστιβάλ), βόρειοι και νότιοι Μακεδόνες. Εκτός και αν θεωρείς σοβαρά πως η μουσική και ο πολιτισμός σταματάν στα τελωνεία και το σαββατιάτικο αφιέρωμα της Banda Calda στη Μακεδονία έκανε συνοριακές διακρίσεις και δεν έπιανε ενιαία το θέμα «χάλκινα».

Τα σύνορα είναι χαρακιές στο σώμα του πλανήτη, γεμάτες με αίμα από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Οι ώρες χαρακιές στο σώμα της ζωής μας, γεμάτες άγχος και κενό. Και τα φεστιβάλ ρωγμές στη σκόνη του χρόνου, που της δίνουν χρώμα και νόημα. Εικόνες από τα προσεχώς μιας κοινωνίας που μπορεί να αλλάξει και να σταθεί στο ύψος των ονείρων μας.

Στα δυτικά προάστια το Φεστιβάλ έχει ζήσει εμβληματικές στιγμές. Την ανατριχίλα στο άκουσμα της παγερής είδησης για τον θάνατο του Λοΐζου, το «πένθιμο» Φεστιβάλ που ήταν αφιερωμένο στη Σωτηρία, το ηρωικό Φεστιβάλ του ’91 -το πρώτο της ανασυγκρότησης και το τελευταίο που ο Σοφιανός δεν είχε κάτασπρη κόμη, παρά μόνο τις πρώτες γκρίζες τούφες, σε μια εποχή που όλα ήταν κατάμαυρα -εκτός από τα μαλλιά του.


Κάποτε στις ΛΔ και τις ΣΔ της Ευρώπης είχαμε ασπρομάλληδες ηγέτες της νεολαίας, χρεωμένους 40άρηδες σφους σαν τον Χόνεκερ, που είχαν ωστόσο μέσα τους τη νιότη του κόσμου. Αλλά στην ηρωική γενιά της ανασυγκρότησης, που άρχισε να τσουλά από την αρχή τον βράχο του Σίσυφου, ο γραμματέας της ΚΝΕ άσπρισε πριν τα 25 του, γιατί τα είχε δει όλα: τη διάσπαση του ’89 (που ήταν σα διάλυση), την πτώση του Τείχους -που ήταν η αρχή του τέλους (της Ιστορίας), τη διάσπαση του ’91 (που παραλίγο να έγραφε τίτλους τέλους για το Κόμμα που γνωρίσαμε), τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Και παρόλα αυτά, έμεινε όρθιος, με ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή του. Και αν δεν είχαν διαλυθεί οι Νέοι Πρωτοπόροι τότε, μπορεί να βλέπαμε και ασπρομάλλικα παιδάκια, να παίρνουν πακέτο από τα δέκα τους...

Ιστορική παρένθεση: Στον χώρο της ΕΤΜΑ δεν υπάρχει πλέον εργοστάσιο, μόνο μια ανθρώπινη χαβούζα. Η ζωή θάφτηκε κάτω από τόνους σκουπίδια και εγκατάλειψης, σε ετοιμόρροπα παραπήγματα, με περήφανες ελληνικές σημαίες να κυματίζουν εδώ και εκεί, μη τυχόν μπερδευτεί κανείς και πιστέψει πως αυτό το βομβαρδισμένο τοπίο μπορεί να μην είναι ελληνικό και μας το πάρει κάποιος άλλος. Μα κάπου στη μέση, μια κόκκινη όαση ζωής: η πλακέτα προς τιμήν της Σωτηρίας, σε έναν τόπο χωρίς επίγεια σωτηρία -εκτός αν πάρει φόρα για την έφοδο στον ουρανό. Και αν ποτέ την κάνουμε, σε αυτόν τον ρημαδότοπο δε θα αφήσουμε πέτρα πάνω στην πέτρα, μόνο την πλακέτα της Σωτηρίας. Εκτός και αν τον αφήσουμε σαν μνημείο αθλιότητας, ενός κόσμου που παρασάπισε -αλλά γλίτωσαν ευτυχώς οι συνθήκες, που έχουν παρα-ωριμάσει.

Κλείνει η παρένθεση, επιστροφή στο φεστιβάλ δυτικών προαστίων. Όπου η Φριτζήλα είχε ζωντάνια, καλές ατάκες και ωραίο πρόγραμμα (λαοκρατία). Και ένα περίεργο χορευτικό (πάω από εδώ... πάω και από εκεί), σαν σουρεάλ σατιρική μίμηση του οπορτουνιστικού χυλού, που άγεται και φέρεται. Είπε ότι θα ξανάρθει στα εξηκοστά γενέθλια (και πιο νωρίς, ελπίζω) και έκλεισε με ένα ποτ πουρί, που ξεκίνησε από Θανάση για να φτάσει στο aqui se queda la clara (Comandante Che Guevara). 

Κι όλοι ξέρουν κατά βάθος πως η βασική αιτία που αποσύρεται από τις συναυλίες ο ΘΠ είναι για λόγους υγείας. Του φασέικου κοινού του, που θα πάθαινε εγκεφαλικό αν τον έβλεπε σε Φεστιβάλ της ΚΝΕ, τώρα που το/μας γυροφέρνει. Πρώτα στο στέκι της ΚΝΕ (Μανχάταν), μετά στον 904 Αριστερά στα FM (East Berlin)... Άραγε να υπάρχει αριστερόμετρο και για τους ραδιοφωνικούς σταθμούς;

Αλλά για την κε του μπλοκ η πραγματική έκπληξη ήρθε από αλλού. Η ελευθερία για μας είναι η συνείδηση της αναγκαιότητας. Και μια ωραία γυναίκα, καλλίφωνη, με υπογάστριο-υπεργάστριο, κοινωνικές ευαισθησίες, αντίστοιχο ρεπερτόριο, που δεν πάσχει από αλλεργία στη στρατευμένη τέχνη. Θα μπορούσε να είναι η Μποφίλιου. Ίσως και η Φριτζήλα. Αλλά η Ελευθερία γιατί;

Βάλε το κόκκινο φουστάνι
Εκείνο που σε κάνει
Να μοιάζει Κουκουέ

Μήπως μας βλέπει σαν (πολιτική) οπισθοδρομική κομπανία και μας πεθύμησε;
Μα εμείς αντλούμε την ποίησή μας από την κοινωνία του μέλλοντος.
Μήπως έχει σχέση με τον Μήτσο Αρβανιτάκη, που ήταν κάποτε στο ΠΓ; Χλωμό.
Μήπως τότε με τον Διονύση από το Τμήμα Ιστορία της κετουκε; -...
Μήπως μάζεψε πείρα τα τελευταία χρόνια και έβγαλε συμπεράσματα;
Μα αυτή με τον ΓΑΠ δεν ήταν -μη σου πω και με το Ποτάμι;
Μήπως τότε νιώθει το τέλος κοντά και θέλει να επιστρέψει στις ρίζες της, όπως κι οι άλλοι;
Δε νομίζω.
(Δε) Νομίζεις...

Πήγα και σε πορεία για τον Γρηγορόπουλο. Σήμερα δεν ξέρω γιατί δεν έχω αυτή τη διάθεση…

Ίσως γιατί έχει ξεφτιλιστεί κανονικά ο πολιτικός βίος της χώρας. Τα οράματα και οι αγώνες, όμως, δεν σταματούν.

Παρακολουθώ τι γίνεται χωρίς ν’ ανήκω σε κανένα κόμμα. Στα νεανικά μου χρόνια ανήκα στο ΚΚΕ κι αυτό πρώτη φορά σε εσάς το λέω τώρα. Δεν μπήκα καν στην ΚΝΕ, αλλά κατευθείαν στο κόμμα. Κράτησε πολύ λίγο, βέβαια. Σήμερα παρακολουθώ, κρίνω και ψηφίζω ανάλογα. Θα ήθελα να είμαστε πιο ενεργοί πολίτες, να έχουμε έλεγχο και να ξέρουμε που πάει η ψήφος μας. Η ίδια η εποχή, τώρα που συζητάμε, δεν έχει ανάγκη τη διαμαρτυρία.

Μην το λέτε. Γάνιασα να έρθω στο ραντεβού μας με το κλείσιμο του κέντρου από το ΠΑΜΕ. Τη μία είπα «Ε, άι σιχτίρ πια που κλείνουν τους δρόμους», αλλά μετά άλλαξα γνώμη «Καλά κάνουν οι άνθρωποι για το δίκιο του εργάτη».

Ναι, σωστά γίνεται! Άσχετο αν εγώ τελευταία φορά βγήκα στο δρόμο όταν έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ ή τότε με τις πλατείες και τους Αγανακτισμένους. Με βλέπετε πολύ αλλαγμένη; Είναι καλό ή κακό;

Πώς θα μοιάζουν μετά από καιρό
τα οράματα που ζούμε...;

Καμιά φωνή δεν περισσεύει. Κι ας έχει σπάσει κάπως η δική της -κρατώντας όμως την ιδιαίτερη χροιά της, σα να έχει πέσει στη χύτρα με το Ίλιον. Δηλαδή θα ξανάρθει και στο ήλιον στο πάρκο Τρίτση τον Σεπτέμβρη; Ή ήρθε μια φορά να θυμηθεί τα παλιά, τιμής ένεκεν;

Όχι δε μιλώ για μια νύχτα εγώ
Δε μιλώ για ένα βράδυ εγώ
Δε μιλώ για ένα χάδι εγώ
Για όλη τη ζωή μας εγώ μιλώ

Να το, μας απειλεί καθαρά πως θα ξανάρθει.
Δεν μπορεί παρά μια μέρα να ξανάρθει.

Τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα  πάντως δε γίνονται στο παρασκήνιο, αλλά με όσους θα ανέβουν επί σκηνής το Σεπτέμβρη, που το Φεστιβάλ θα είναι τετραήμερο, όπως παλιά (η Ελλάδα στα δύο, εσύ με τανκς, εγώ Πολυτεχνείο). Κι η σφισσα έτρεξε με ζήλο και προσμονή που είχε να ζήσει χρόνια, να πάρει τον Οδηγητή και να δει τα πρώτα ονόματα, ξεχωρίζοντας όσα της έκαναν εντύπωση.

-Τάνια Τσανακλίδου!
Κι αν είπαμε κάτι παραπάνω (εσύ για τον Αλέξη, εμείς για τα ΛΟΑΤΚΙ), νερό και αλάτι.

Ραψωδός φιλόλογος!
-Και γιατί σου κάνει εντύπωση;
-Γιατί είχε βγάλει κάτι περίεργα τραγούδια, πχ για την ελληνική γλώσσα που είναι μοναδική. Έχει όμως μεγάλο φάσμα συνεργασιών, είναι και ψυχοθεραπευτής, πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση.
-Εντάξει, όλοι έχουμε δικαίωμα να ωριμάσουμε και να εξελιχθούμε.
-Σωστά. Ακόμα και ο Μαριάς...

Anser!
-Οκ, δεν ακούς χιπ-χοπ, για να σου κάνει εντύπωση, αλλά είναι κορυφαίο όνομα για το είδος. Και έχει μετρηθεί με το πιο γρήγορο flow.
Παρανάλωμα πυρός όπου πηγαίνουμε...

-Πιο γρήγορο και από τον Πουρουπουπού;
-Και μάλιστα δυο μέρες!
-Τις άλλες θα τον βάλουμε χρέωση στα σουβλάκια.

-Θα είναι πολύ μπουμεριά να γράψω ότι πρέπει τώρα να έρθει και ο Άλεν Άιβερσον;
-Ναι εντελώς. Αλλά αν έρθει, συγκίνηση μόνο.
-Καλά. Αλλά όποια κι αν είναι η κριτική για το Φεστιβάλ, ο Anser είναι η απάντηση.
-Μπορεί και η ερώτηση.
-Σαν τον Δεκέμβρη...

Επίλογος και αυλαία, με μια ιστορία κνίτικης αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας, που δοκιμάζεται (και φαίνεται) στις λεπτομέρειες. Όπως πχ στα μπλουζάκια με τον στόχο -κακώς το χαρίσαμε σαν σύμβολο στους μαύρους-, για τα 25χρονα από τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία. Που τα είχε προαναγγείλει το portal, αλλά κατά βάση είναι τα αναμνηστικά μπλουζάκια για το διήμερο της ΚΝΕ στο Ποσείδι. Και η σφισσα στον πάγκο εξηγούσε αμήχανα ότι είχε γίνει λάθος.

Μα το όργανο δεν κάνει ποτέ λάθη. Τη δεύτερη μέρα στο Μπαρουτάδικο τα μπλουζάκια ήταν εκεί, σε φαρδιά γραμμή για να μας χωράει όλους (ακόμα και τον Μαριά) και τρία χρώματα, κόκκινο (μπορντό), πράσινο και μαύρο, σαν τα χρώματα του καρπουζιού και της Παλαιστίνης. 
Και με το σηματάκι του διημέρου στο πίσω μέρος. Κι έτσι κάποιοι τυχεροί έχουν ήδη τα αναμνηστικά ενός διημέρου που δεν έχει γίνει ακόμα.


Ως τότε θα σκέφτονται τα προηγούμενα, ξετυλίγοντας ιστορίες κι αναμνήσεις στα όρια του μύθου.

Για το πρώτο διήμερο, όπου οι λιγοστοί Δευκαλίωνες σφοι πετούσαν πέτρες πίσω τους, που έγιναν Κνίτες. Και αυξάνονταν και πλήθαιναν κατά τας γραφάς του καταστατικού, μες στο πηχτό σκοτάδι της αντεπανάστασης και του εθνικιστικού παραληρήματος, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη.

Για τη Μακρόνησο (Ανάβυσσο) και τις Πρέσπες το ’08, όπου οι σφοι ψήθηκαν στον ήλιο και ο ταξικός εχθρός τούς γυρνούσε σε σούβλες, προσμένοντας μάταια μια δήλωση μετανοίας.

Για τον αντάρτικο ελιγμό (Γράμμος-Βίτσι), όταν έπιασε μπόρα στο Νεστόριο, όπου γλίτωσε ο κύριος όγκος των συντρόφων και των σκηνών τους.

Για τα σύννεφα στο Βίτσι, που κατέβηκαν βαριά και πηχτά από το βουνό, σαν ένοπλη αρμάδα, και σκέπασαν την κεντρική σκηνή, σαν εφέ του Αγγελόπουλου.

Για τα ένοπλα κουνούπια Στούκας στο Στόμιο, που μας βομβάρδιζαν με την προβοσκίδα τους, σαν Ναπάλμ.

Για τους μαύρους που την έπεσαν στα γραφεία της ΚΝΕ στη Θεσσαλονίκη, το ’03. Και το επιτελικό σχέδιο για να τους γλιτώσουμε από τους άλλους μαύρους, κάνοντας διάδρομο με αλυσίδες και ανοίγοντας τους μπάτσους στα δύο με ένα μαγικό κοντόξυλο.

Για τους χαλκέντερους σφους που ήπιαν αδέσποτο νερό, γιατί είχαν πέσει μικροί στη χύτρα με το αντίδοτο, σαν τον Οβελίξ που έγινε δοκιμαστής της Κλεοπάτρας, για μια τούρτα κομμένη (περίπου) στα τρία. Μην καρτεράτε να λυγίσουνε...

Για τις νατοϊκές βάσεις, που τις ανοίγαμε σα ρωμαϊκά στρατόπεδα.
Μα δεν ήταν παρά ένας τόσο δα στρατουδάκος...

Εκεί που έχω ταξιδέψει εγώ, μαζί με τον κομμουνισμό.
Αλλά τα καλύτερα διήμερά μας δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα...

Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2023

Τα καλύτερά τους χρόνια - Ένα «αχτίφ» για έναν ζεστό Νοέμβρη

Σας ενημερώνουμε πως λόγω της μεγάλης προσέλευσης, το ντοκιμαντέρ θα προβληθεί και στον χώρο έξω από το κτίριο Αβέρωφ...


Ποιος να το 'λεγε. Είναι μικρό-είναι μικρό το αίθριο. Αλλά είναι άκρως εντυπωσιακός χώρος. Αξίζει και με το παραπάνω να είναι η αφετηρία ενός ζεστού Νοέμβρη. Ή έστω ενός καυτού Οχτώβρη στο κοντινό μέλλον -που και αυτός πάντως Νοέμβρη είχε ξεκινήσει με το καινούριο ημερολόγιο. Λες για αυτό να μας λένε παλαιοημερολογίτες οι εχθροί μας, που νοσταλγούν τον «παλιό, καλό καιρό» της παμπάλαιας σοσιαλδημοκρατίας και της χαμένης μικροαστικής Ατλαντίδας τους;

Ζούμε την εποχή των τεράτων, όπως λέει ο Γκράμσι για την κοινωνία -και ο Βούτσης για τον Κασσελάκη- και της κλιματικής αλλαγής, όπου δε χρειάζονται εξεγέρσεις και η καύσιμη ύλη που κινεί την ιστορία, για να έχουμε έναν ζεστό Νοέμβρη και κατακαλόκαιρο μες στην καρδιά του χειμώνα, όπως έγραφε ο σπουδαίος λογοτέχνης Ραβάνης Ρεντής (όποιος δεν έχει διαβάσει το δικό του «Ημερολόγιο ενός Αντάρτη» δεν ξέρει τι θα πει αυτοκριτική για τους κομμουνιστές -και ας μην συμφωνεί σε όλα μαζί του). Αλλά το ζητούμενο παραμένει η επαναστατική αλλαγή του πολιτικού κλίματος, που θα ανεβάσει ψηλά το θερμόμετρο, για να σπάσει τον πάγο και να χαράξει τον δρόμο (και τα τραγούδια) της φωτιάς.
Πάρε τηλέφωνο τη μοναξιά σου...

Η χτεσινή προβολή του ντοκιμαντέρ της ΚΝΕ ήταν ένα εύκολο και προβλέψιμο sold-out, που αν είχε εισιτήρια, θα είχε ξεπουλήσει από την προπώληση. Αλλά αυτοί που ξεπουλήθηκαν στο πολιτικό γιουσουρούμ για ένα κουστούμ και μια θέση βουλευτή-υπουργού κτλ, δεν είχαν καμία θέση εδώ και ας έχουν ξεμείνει επικίνδυνα από επιλογές σαν επαγγελματίες γυρολόγοι, προχωρώντας και αναθεωρώντας.

Το μυστικό για να βρεις θέση να καθίσεις, ήταν να φύγεις λίγο πριν τελειώσει η κατάθεση στεφάνων από τα σωματεία του ΠΑΜΕ, με το που άνοιξε η αίθουσα. Αλλά έτσι θα έχανες κάποιες συγκινητικές στιγμές, όπως την κατάθεση λουλουδιών από την Ένωση Εργατών Μπαγκλαντές ή τα στεφάνια του Βασίλη Δούρου (πολιτικός κρατούμενος της χούντας) και της αδερφής του Μυρογιάννη, που τον εκτέλεσε εν ψυχρώ, την Κυριακή μετά την εξέγερση, ο Ντερτιλής και καμάρωνε κυνικά -με παραδέχεσαι ρε...; Κι όμως, τα σταγονίδια που τον νοσταλγούν δεν παραδέχονται τίποτα -και πρωτίστως τους νεκρούς του Πολυτεχνείου.

Το πλήθος ήταν μια μικρή λαοθάλασσα, αλλά άνοιγε σαν την Ερυθρά -βασικά μόνο διάδρομο με αψίδα από κοντόξυλα και θριαμβευτικά «όλε» δεν έκανε- στους βετεράνους αγωνιστές και αγωνίστριες, που έφταναν ακόμα και με Πι, ή στον Κούτσι που ερχόταν κούτσα-κούτσα, μετά την επέμβαση που έκανε. Είναι αν μη τι άλλο συγκινητικό να τους βλέπεις εδώ παρόντες -ίσως στην τελευταία στρογγυλή επέτειο που είναι όλοι μαζί, πριν αρχίσουμε να μετράμε αρκετές απώλειες και επιζώντες, όπως με τη γενιά της Αντίστασης.

Παρόντες και μάχιμοι, μισό αιώνα μετά, παιδιά του Νοέμβρη και του Φλεβάρη (της Νομικής του ’73, αλλά και των συλλήψεων του ’74) και πάντα Κνίτες στην ψυχή, γιατί μια φορά Κνίτης, πάντοτε Κνίτης -εξαιρούνται ο Τσίπρας, ο Θεοδωρικάκος κι όσοι άλλοι εξαργύρωσαν το παρελθόν τους στο χρηματιστήριο). Κι αν η λεχώνα ζωή έβγαλε τις ελπίδες τους ανεμογκάστρι, έρμαιο στους ανέμους της Αλλαγής και των ανατροπών, η μοναδική αδιάψευστη ελπίδα είναι ο αγώνας ως το τέλος.

Κι είναι ακόμα πιο σημαντικό ότι όσο μεγαλώνουν, πληθαίνουν αντί να μειώνονται τα μέλη της γενιάς που μας (επανα)προσεγγίζουν και φεύγουν κάθε φορά με βουρκωμένα μάτια. Μπορεί να γίνει μια ΚΟΒ βετεράνων του Πολυτεχνείου, που να έχει δράση, πλάνο για στρατολογίες και χαρτογράφηση, αλλά με κωδικούς και ψευδώνυμα, όπως παλιά, για να μην πέσουν στα χέρια της ασφάλειας, γιατί το αίμα νερό δε γίνεται και κάποιες συνήθειες δε φεύγουν ποτέ -σαν τους παλιούς Οπλατζήδες που τηρούσαν συνωμοτικά μέτρα αυτοπροστασίας ακόμα και στις κομματικές συνεστιάσεις και έφευγαν πάντα λίγο πριν το τέλος, που γινόταν συνήθως το πέσιμο των παρακρατικών.


Το δίωρο ντοκιμαντέρ για τον ζεστό Νοέμβρη έχει άπειρο υλικό και τροφή για σκέψη. Θα αναφέρω παρακάτω μερικά σημεία, εντελώς ενδεικτικά, χωρίς πρόθεση να κάνω χαλάστρα (σποϊλεριά) σε όσους δεν το έχουν δει ακόμα -αλλά θα έχουν αρκετές ευκαιρίες να το κάνουν στο άμεσο μέλλον.

Ο Χαλβατζής δούλευε ως νέος στην Καστοριά, στα γουναράδικα. Εκεί «έδωσε ραντεβού» με την Ασφάλεια, που ήρθα να τον συλλάβει.

Η μάνα της Αλέκας (Δρόσου) είχε καλύτερο πολιτικό κριτήριο από τη διεύθυνση της «Αυγής» για την επικείμενη δικτατορία και σχολίαζε «σας τα έλεγα» στους δικούς της, όταν έγινε, μολονότι αρχικά πίστευε πως την είχε κάνει ο Κανελλόπουλος. Αυτή ξύπνησε την Αλέκα τη νύχτα -σήκω μωρή...- για να ακούσει τις ερπύστριες των τανκς και να μην την πιάσουν με τις πιτζάμες, την ίδια νύχτα. Αλλά ο λόγος που τελικά δεν την συνέλαβαν αμέσως, όταν ήρθαν να πάρουν τον πατέρα της, είναι ότι ο δικός της φάκελος δεν ήταν στο τοπικό Α.Τ. αλλά στο Σπουδαστικό της Ασφάλειας. Και όταν επέστρεψαν για αυτήν, μετά από κάνα δίωρο, είχε πετάξει το πουλάκι.
Παντού αθάνατη ελληνική γραφειοκρατία...

Όταν πήγαν να συλλάβουν τον Θανάση Παπαρήγα, μετά το Πολυτεχνείο, η Αλέκα ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί, που τελικά το έχασε (και δε σπούδασε σε ιδιωτικό για να το μνημονεύουν μέχρι σήμερα οι κολλημένοι). Αλλά δεν κρατιόταν να μην πάει στο Πολυτεχνείο, με την κοιλιά σχεδόν τούρλα. Και την στενοχωρούσε ο Θανάσης που ήταν απονήρευτος και δεν καταλάβαινε πού θα του χρησίμευε, εν μέσω ενός ζεστού Νοέμβρη, το πιο χοντρό παλτό του, για να αντέχει καλύτερα το ξύλο και τα χτυπήματα στην Ασφάλεια.

Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις τον Γόντικα, που πρακτικά οι βασανιστές του τον έχουν αφήσει χωρίς φτέρνες, να διηγείται αποστασιοποιημένος και ψύχραιμος τα βασανιστήρια, λες και τα είχε υποστεί κάποιος τρίτος. Και τον Χαλβατζή να σημειώνει το τεράστιο εύρος τους, από τη φάλαγγα, το εκτυφλωτικό φως ή την παντελή απουσία φωτισμού για να χάνεις την αίσθηση του χρόνου στην απομόνωση, μέχρι το να πληροφορείσαι πχ δύο χρόνια μετά την απώλεια κάποιου πολύ δικού σου ανθρώπου...
Και αφού πιάσαμε τη λέξη, ένα από τα βασικά συμπεράσματα -που πάντα πρέπει να βγαίνουν-, όπως λέει ο Γόντικας, είναι ότι σήμερα μπορεί να μην έχουμε χούντα, αλλά η δικτατορία του κεφαλαίου εξακολουθεί να τσακίζει δικαιώματα, ελευθερίες και ανθρώπινες ζωές.

Όταν έπιασαν πρώτη φορά τον Γόντικα, του έριξαν το δόλωμα τι σκοπεύει να κάνει αν τον αφήσουν ελεύθερο και αυτός τους είπε χωρίς να διστάσει στιγμή ότι θα τους πολεμήσει. Ας αναλογιστούμε πόσοι θα προτιμούσαν στη θέση του να κάνουν την πάπια, πόσοι αγαπάνε κάποια υποκατάστατα (ερζάτς) δήθεν ελευθερίας και πόσο λίγοι αγαπούν την πραγματική ελευθερία, που σημαίνει συνείδηση της αναγκαιότητας και αγώνας για να την κατακτήσεις.
Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει. Τόσο ώστε να είμαστε σε θέση να την θυσιάζουμε για κάποιον συλλογικό σκοπό.

Η πιο συγκινητική ίσως στιγμή του ντοκιμαντέρ είναι η αναφορά του Χαλβατζή στους αφανείς ήρωες, που στήριζαν τον αγώνα και τους οργανωμένους αγωνιστές που χρειάζονταν καταφύγιο (τα... «κρησφυγέτα» -sic-, όπως τα είπε κάποια στιγμή ο Κουτσούμπας) ή άλλου είδους στήριξη. Και η ιστορία ενός απολυμένου πολιτικού κρατούμενου, που επέστρεψε στη δουλειά του και όταν μπήκε να αλλάξει στο καμαρίνι, οι συνάδελφοί του πετούσαν κρυφά από τις τρύπες όσα κέρματα είχαν και δεν είχαν από το υστέρημά τους.

Ο ΓΓ ήταν πρωτοετής φοιτητής στη Νομική, πριν οργανωθεί στο Κόμμα, παρών στη συνέλευση της 14ης Νοέμβρη, όταν ακούστηκε μια φωή πως γίνονται συμπλοκές με την αστυνομία στο Πολυτεχνείο, που τελικά αποδείχτηκε πως δεν ήταν άλλη από του Μαυρογένη (πώς μας ενώνει και πώς μας δονεί του Μαυρογένη φωνή...). Και έτσι ήταν ανάμεσα στους 300 που κατευθύνθηκαν εκεί με πορεία και πήραν την απόφαση να κλειστούν μες στο Πολυτεχνείο. Ώρα είναι να μας πουν πως το περιβόητο φύλλο 8 της Πανσπουδαστικής κατήγγειλε ως προβοκάτορα και τον Κουτσούμπα.
Μα πού τα βρίσκετε τέτοια φυντάνια;

Αντιθέτως θα μπορούσε να υπάρξει μια επανόρθωση για την καταγγελία κατά του Μαυρογένη -που την ίδια στιγμή ήταν μερικά μέτρα πιο εκεί, σε μια άλλη εκδήλωση στον χώρο του Πολυτεχνείου. Να δεις που θα μπει στον Τόμο του Δοκιμίου, που κυκλοφορεί οσονούπω...

Τα παράνομα μέλη της ΚΝΕ -που ιδρύθηκε σε βαθιά παρανομία από 5 ανθρώπους- ήταν παντού, όπου υπήρχε ζωή και νεολαία, και έπρεπε να δρουν με φαντασία και ευρηματικότητα, να κόβουν αντιδράσεις στις εκδρομές όταν έμπαιναν τραγούδια του Μίκη ή να κάνουν πολιτιστικές εκδηλώσεις πχ για τον Πικάσο και τη δικτατορία στην Ισπανία, παίρνοντας έμμεσα αφορμή να μιλήσουν υπαινικτικά και για τα καθ’ ημάς.

Η δεύτερη πιο (ή εξίσου) συγκινητική στιγμή ήταν η παραδοχή του Γ. Καραγιάννη πως νιώθει ακόμα Κνίτης και πως η πιο ευτυχισμένη περίοδος στη ζωή του ήταν αναμφίβολα τα χρόνια της ΚΝΕ!

Με έναν πύραυλο Γκαγκάριν
Φτάσαμε ως το φεγγάρι (...)
Δεν ξεχνιούνται, θα δεις, τα καλύτερα χρόνια.

Τα οποία, ως τηλεοπτική παραγωγή, μπορεί να μην αναφέρονται ευθέως στην ίδρυση της ΚΝΕ, μπορεί να έχουν κάποιες στιγμές Πασοκικής αφέλειας, αλλά είναι απροσδόκητα αξιόλογη σειρά, με μηνύματα που δεν περνάνε συχνά το τείχος της σύγχρονης αόρατης λογοκρισίας, για να βρουν χώρο στους τηλεοπτικούς δέκτες.

Για τα πολιτικά συμπεράσματα, υπάρχει η έκδοση της ΚΕ για την εξέγερση και το υπό έκδοση Δοκίμιο Ιστορίας. Εντελώς περιληπτικά, λοιπόν, θα αναφέρω τα εξής:

-Όταν υπάρχει πρωτοπορία, ο λαός θα δείξει τις δικές του δυνατότητες (Αλέκα).
-Η τελική έκβαση της κατάληψης και η επέμβαση της χούντας, κρίθηκε όταν έπαψε να είναι αμιγώς υπόθεση των φοιτητών και κατέβηκε μαζικά ο λαός στους δρόμους (Αριάδνη Αλαβάνου).
-Ακόμα και μια επαναστατική κατάσταση μπορεί να προκύψει αυθόρμητα, να μην είναι σχεδιασμένη και οργανωμένη από πριν. Αλλά οι κομμουνιστές πρέπει να μπαίνουν πάντα μπροστά, σε οποιαδήποτε κατάσταση (Κουτσούμπας).
-Οι αδυναμίες των κομμουνιστών στη συγκυρία δεν ακυρώνουν την προσφορά τους (Γόντικας).

-Το αυθόρμητο ξέσπασμα δεν ήρθε στον αέρα. Το Πολυτεχνείο ήταν η κορύφωση της ανόδου του φοιτητικού κινήματος. Αν δεν είχε συμβεί αυθόρμητα τότε, θα εκδηλωνόταν σε κάποια άλλη χρονική στιγμή. Όσοι λένε πως η ΚΝΕ δεν το ήθελε, είναι εκτός πραγματικότητας και διαστρεβλώνουν τα γεγονότα (Καραγιάννης).

-Τα βασικά διδάγματα είναι ότι χρειάζονται:
Σωστές θεωρητικές επεξεργασίες, πρόγραμμα και στρατηγική.
Ισχυρές κομματικές οργανώσεις.
Ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο, σα να ήταν να έρθει το ξέσπασμα την επόμενη μέρα, αλλά με υπομονή και γνώση ότι μπορεί να έρθει ακόμα και τον άλλο αιώνα (Κουτσούμπας).

Κανένα κόμμα δεν μπορεί να νικήσει, αν δεν έχει οργανώσεις -πόσο μάλλον μια στρατιωτική δικτατορία.
Το Κόμμα είχε ενδείξεις και πληροφορίες για το πραξικόπημα αλλά φάνηκε ανέτοιμο να το αντιμετωπίσει στην πράξη. Βρήκε όμως τη δύναμη να απαλλαγεί εν μέσω παρανομίας από τις διαλυτικές δυνάμεις, να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του και να ανασυστήσει την ΚΝΕ.

Η επιλογή των σωστών συνθημάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση και δόθηκε σκληρή μάχη πχ για να γραφτεί το «έξω αι ΗΠΑ, έξω το ΝΑΤΟ» στην πύλη του Πολυτεχνείου (Καραγιάννης). Τα συνθήματα δεν έπρεπε να είναι ούτε νερόβραστα, ούτε και απογειωμένα, πχ «κάτω η θρησκεία/το κράτος» κοκ, με περιεχόμενο που δε θα συσπείρωνε κανέναν και... «δε θα ερχόταν ούτε η μάνα μας» (Τόκας).

Υπάρχει μια δύσκολη ισορροπία για να αναδειχθούν σωστά οι αιτίες της χούντας, που προέκυψε από εσωτερικούς παράγοντες και την κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος*, αλλά είχε την ανοιχτή στήριξη των ΗΠΑ από την πρώτη μέρα -και δε θα μπορούσε να σταθεί δεύτερη, χωρίς τη δική τους συγκατάθεση. Είναι κρίσιμο να μην αθωώσεις κανέναν, βγάζοντάς τον έξω από το κάδρο των ευθυνών.

*Η κρίση αυτή συνίστατο στην ύπαρξη δύο διαφορετικών κέντρων εξουσίας, της εκτελεστικής (κυβέρνηση) και του παλατιού. Αυτή ήταν ένα είδος (βασικά καρικατούρα) «δυαδικής αστικής εξουσίας», που έκανε τον Καραμανλή να αναφωνήσει με απόγνωση: Ποιος κυβερνά επιτέλους αυτόν τον τόπο; (Μπρεζνιεφικό απολίθωμα)
Δικός μου και ο αδόκιμος νεολογισμός περί
αστικής δυαδικής εξουσίας.


Και πώς μας φάνηκε τελικά, σύντροφοι;

Στο τέλος της προβολής έβλεπες αρκετά βουρκωμένα μάτια. Αλλά δεν υπήρχε εκμαίευση συναισθήματος ή κάποια εύκολη συγκίνηση. Ήταν εκείνη η συγκίνηση που προκύπτει από την κίνηση, τη γνώση, την πολιτική ουσία όσων είδαμε και ακούσαμε.

Το ντοκιμαντέρ είχε πρωτοποριακή χρήση animation (κινούμενων σχεδίων), που νομίζω πως είναι πολύ καλύτερη λύση από τις δραματοποιημένες σκηνές με επαγγελματίες και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Είχε μεράκι, τεράστιο όγκο δουλειάς, πληθώρα στοιχείων και είναι βέβαιο -σχεδόν νομοτελειακό- πως θα το αγκαλιάσει το ευρύ κοινό.

Αλλά τι θα ήταν η ζωή αν δεν ήμασταν αντιδραστικά στοιχεία, για να επισημάνουμε αδυναμίες και "αρνητικά";

Ο τίτλος, παρμένος από το έργο του Ραβάνη-Ρεντή, είναι εμπνευσμένος αλλά ίσως κάπως παραπλανητικός. Το ντοκιμαντέρ καταπιάστηκε συνολικά με την επταετία της χούντας και τις συνέπειες ενός παγωμένου Απρίλη και όχι μόνο με τον ζεστό Νοέμβρη ή τα προλεγόμενά του. Η πρώτη ώρα αναφέρεται εκτενώς στις αιτίες του πραξικοπήματος, τις δυσκολίες της παρανομίας, τα βασανιστήρια και τα ξερονήσια, την ίδρυση της ΚΝΕ κτλ και μόλις στη δεύτερη ώρα μπαίνουμε στο «σωτήριο ’73», όπως το αποκάλεσε η Αλαβάνου.

Μια άλλη σφισσα είπε εύστοχα ότι ήταν ένα αχτίφ σε συσκευασία ντικιμαντέρ, που θέλησε να τα βάλει όλα: πώς φτάσαμε στη δικτατορία, ποιες ήταν οι δυσκολίες, πώς τις αντιμετωπίσαμε, τι στρατηγική είχαμε, τι έγινε μετά το Πολυτεχνείο -με τις συλλήψεις του Φλεβάρη του ’74.
Η δική μου αίσθηση είναι πως θα μπορούσαν να χωρέσουν ακόμα πιο πολλα πράγματα (περισσότερες μαρτυρίες, αρχειακό υλικό και ανάλυση) σε λιγότερο χρόνο -πχ με πιο σφιχτό μοντάζ. Κάλλιο λιγότερα και καλύτερα, που έγραφε κάπου και ο Βλαδίμηρος, αλλά έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λες.

Σε κάθε περίπτωση, είναι μια παραγωγή που αξίζει και επιβάλλεται να δείτε. Αλλά τα καλύτερα ντοκιμαντέρ μας δεν τα έχουμε φτιάξει ακόμα. Όπως και τις εξεγέρσεις μας, άλλωστε.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Πάει κι αυτό το Φεστιβάλ κι ας καρτερούμε ένα άλλο

Πηγή: Κατιούσα

Σα βγεις στον πηγαιμό για το Ίλιο, να εύχεσαι να είναι μακρύς και σίγουρος ο δρόμος. Τώρα θα γίνει δικός σου αυτός ο δρόμος. Αλλά είναι συλλογικός, όχι ατομικής χρήσης, τον έχουν διαλέξει πολλοί σαν κι εμάς, για αυτό κι έχει μποτιλιάρισμα, μια δυσκολία στη στάθμευση, και τα αυτοκίνητα προχωρούν σημειωτόν, σα να κάνουν μαζί αλυσίδες και βήμα ρυθμικό.

Και μένουμε στάσιμοι, όπως στα δύσκολα χρόνια, και δεν μπορεί να πει ο Ελευθέριος Ριλοάδης το δικό του αγαπημένο κλισέ “προχωράμε”. Αν και τότε ακριβώς κολλάει, γιατί είναι πάντα ειρωνικό, ιδίως από όταν το έπιασαν στο στόμα τους τα κυβερνητικά παπαγαλάκια: “Τρίτο Μνημόνιο; Προχωράμε…”. “Μόρια; ΜΑΤ; Ασφαλιστικό; Προχωράμε…” Γιατί η κυβέρνηση προχωρά χωρίς να κοιτάζει τη μελαγχολία του αριστεροχωρίου. Και τα ΜΜΕ προχωράνε χωρίς να βλέπουν πουθενά Φεστιβάλ, την Ταμίμι, τον κόσμο που ήρθε να την δει.
-100 χιλιάδες και πλέον κόσμου σε τρεις ημέρες; Προχωράμε…

Η πρώτη βδομάδα μετά το Φεστιβάλ είναι ουσιαστικά η πρώτη βδομάδα του Χειμώνα. Το επιβεβαιώνει και η πτώση της θερμοκρασίας σήμερα, αν και ουσιαστικά έχουμε χειμώνα παντός καιρού και πασών συνθηκών, ακόμα και 30 βαθμούς να είχε, κάπως σαν την επιλόχειο κατάθλιψη, που τίποτα πια δε σε συγκινεί σαν αυτό που έχεις ζήσει. Κι αναρωτιέσαι γιατί να μην είναι έτσι όλες οι μέρες, το ίδιο γεμάτες, το ίδιο μαζικές και συλλογικές, να συσπειρώνουν κόσμο, να κερδίζουν συνειδήσεις με το μέρος μας, να κάνουν δικό τους αυτό το δρόμο. Χαλάλι μετά το μποτιλιάρισμα, αν είναι να γίνει ακόμα πιο μαζικό το Φεστιβάλ. Και πού να είχε και κάποιο σταθμό του Μετρό κοντά στο Πάρκο…

Το ζητούμενο εξάλλου είναι να επιταχύνουμε τους νόμους του ιστορικού προτσές, κι εκεί οι όροι αντιστρέφονται, ο συλλογικός δρόμος είναι ο πιο γρήγορος, ο πιο σίγουρος, μακριά από τα αδιέξοδα του ατομικού, όπου φτάνεις μόνος σου και χωρίς εφόδια. Κι ας είναι ανηφορικός ο δικός μας δρόμος, δεν υπάρχει άλλη λύση αν θες να κάνεις την έφοδο προς τον ουρανό. Ακόμα κι αυτή η χαρά του Φεστιβάλ δεν είναι ένας ανέμελος δρόμος στα λιβάδια (με ξέπλεκες κοτσίδες όπως λέει και το κλισέ), αλλά έχει άπειρη δουλειά και πειθαρχία πίσω της.

Κάποιοι λένε συχνά σαν κλισέ για τις χρονιάρες μέρες πως πρέπει τότε να φροντίσουμε να είμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι από ό,τι τον υπόλοιπο χρόνο -που προφανώς δε μας ενδιαφέρει το ίδιο. Κατ’ αντιστοιχία, για εμάς το Φεστιβάλ είναι η δική μας γιορτή -το λέει κι η λέξη- οι δικές μας χρονιάρες μέρες, που βγαίνει ο καλύτερος εαυτός μας, τα πιο ευχάριστα συναισθήματα. Κι όταν φτάνει η ώρα για να ξεστήσεις, έχεις τη λύπη που νιώθει ένα μικρό παιδί, όταν του λέει η μητέρα του να μαζέψει τα παιχίδια του και να τα βάλει στο κουτί τους, χαλώντας την Πολιτεία που είχε φτιάξει.

Η επιτυχία του Φεστιβάλ φαίνεται κι από κάποιους επαγγελματίες γκρινιάρηδες -και δεν εννοώ τους καλοπροαίρετους, αλλά αυτούς που θα ψάξουν να βρουν κάτι με το ζόρι. Γιατί χορεύετε; Γιατί υπάρχετε; Γιατί τρώτε σουβλάκια; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος πατέρα; Και γιατί είναι τόσο πολύς ο κόσμος; Γιατί τα κάνετε όλα αυτά, ενώ ο κόσμος καίγεται; Γιατί χορεύει ο Γραμματέας; Γιατί έχει τέτοιο εκτόπισμα; Γιατί φέρατε την Αχέντ Ταμίμι; Γιατί χαίρεστε που συμβάλατε στην άρση απαγόρευσης εξόδου; Γιατί ακούτε Μποφίλιου; Γιατί…;

Αν τους πετύχετε πουθενά, μην τους πάρετε σοβαρά και μην τους ξεσυνερίζεστε. Είναι κατά βάθος ο δικός τους τρόπος να χαρούν και αυτοί το Φεστιβάλ, ζηλεύοντάς το.

Τα καλύτερα Φεστιβάλ μας δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα. Κι αν κάποιοι αναρωτιούνται πώς θα γίνει αυτό πράξη, πώς θα βελτιωθούν, πώς θα ξεφύγουμε από την πεπατημένη και κάποιες επαναλήψεις, πώς θα βρούμε κι άλλα νέα στοιχεία, να προκαλούν ενθουσιασμό, και πώς, και τι, κτλ… στην πραγματικότητα θέτουν ένα άλλο ερώτημα: πώς θα γίνουμε πιο δυνατοί ως κίνημα. Πώς θα κερδίζουμε τα πιο ανήσυχα μυαλά, τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες με το μέρος μας, πώς θα μπολιάζουμε τη σκέψη τους και τη δημιουργία τους με ιδανικά. Πώς θα γίνουμε πιο μαζικοί, για να βγάζουμε πιο πολλά ταλέντα, από τα οποία θα ξεχωρίσουν τα καλύτερα. Πώς θα έχουμε περισσότερες κατακτήσεις, γιατί τώρα πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν από το υστέρημα του χρόνου τους, παράλληλα με την καθημερινή βιοπάλη. Ελάχιστοι μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους και αυτοί αναγκάζονται να κάνουν κι αρκετούς συμβιβασμούς, για να επιβιώσουν.

Το επιμύθιο είναι πως πρέπει να τα δώσουμε όλα, για να γίνουμε πιο δυνατοί και καλύτεροι. Και τότε θα ζήσουμε όχι μόνο τα καλύτερα Φεστιβάλ μας, αλλα και τις καλύτερές μας μέρες -που δεν έχουν καμία σχέση με τις “καλύτερες μέρες” και τα ψέματα του εκάστοτε ΠΑΣΟΚ.

Και του χρόνου…

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Σα να μην πέρασε μια μέρα

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα
Και για να μη σπάσει η παράδοση με τις φεστιβαλικές ανταποκρίσεις, θυμηθείτε επίσης
Το 1ο μέρος
Το 2ο μέρος
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της πρώτης μέρας
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της δεύτερης μέρας
Τα φωτογραφικά στιγμιότυπα της τρίτης μέρας
Το ζεϊμπέκικο του ΓΓ
Τις δηλώσεις του Θ. Μικρούτσικου
Το ρεπορτάζ για το αφιέρωμα στο Λοΐζο
Αύριο θα έχει λογικά κείμενο αποτίμησης

-.-.-

Αν κάποιος θέλει να καταλάβει τι σημαίνει συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος και τη σχετικότητά του, το Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή προσφέρεται για ταχύρρυθμα, εντατικά μαθήματα.

Εκεί βλέπεις τα 100 χρόνια από τις 10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο να συμπυκνώνονται σε ένα τριήμερο εκδηλώσεων και μια εντυπωσιακή έκθεση, που εκτός από τα στοιχεία της, ξεχώριζε και για το συμβολισμό της, με το κυκλικό της σχήμα, που κοβόταν από μια σφήνα, όπως στο κλασικό σοβιετικό σχέδιο.

Εκεί νιώθεις να μπαίνεις σε μια μηχανή του χρόνου, να (ξανα)ζείς τις συναυλίες και την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της Μεταπολίτευσης. Ή να γυρνάς στη δεκαετία του 50′, στο λεωφορείο του πηγαιμού, καθώς παστώνεσαι σε ένα ετερόκλιτο πλήθος από το οποίο λείπει μόνο η Αλίκη ως Πίπης και ένα γιαούρτι, για να την βγάλει ασπροπρόσωπη. Ή να επιστρέφεις στα παιδικά σου χρόνια και τις εποχές που δεν υπήρχαν κινητά για συνεννοήσεις. Κι αν κάποια εταιρία θέλει να καμαρώσει ότι “έχει σήμα, σήμα καμπάνα”, δε χρειάζεται να τρέχει ως την Κόπα-καμπάνα. Ας τα βάλει πρώτα με την πολυκοσμία της τρίτης ημέρας, όπου δεν πιάνεις σήμα ούτε με αίτηση, και το ξανασυζητάμε…

Κι ακολουθούν τα μαθήματα για το συμπυκνωμένο πολιτικό χώρο. Δως μου ένα μέρος να σταθώ και ένα κόμμα (νέου τύπου) σα μοχλό, και θα κινήσω τη γη (θα έρθει ανάποδα ο ντουνιάς). Άντε να το βρεις όμως κοντά στην κεντρική σκηνή, όπου γινόταν το αδιαχώρητο και το “κοντά” ήταν πολύ σχετικό και μπορεί να εξελιχθεί διαλεκτικά στο αντίθετό του. Πίσω από τα βιβλιοπωλεία της Σύγχρονης Εποχής, στο θεατράκι του Πολιτστικού, που δεν είχε οπτική επαφή με τη σκηνή, αλλά έφτανε ο ήχος, στους μικρούς λόφους στα όρια του χώρου, κι όπου μπορούσε να σταθεί κανείς.
Ίσως να γίναμε μάρτυρες της μεγαλύτερης προσέλευσης σε μία μοναδική μέρα, από τότε που το Φεστιβάλ μετακόμισε στο Πάρκο Τρίτση, όπου το “μάρτυρες” περιλαμβάνει και το “μαρτύριο της καρέκλας”, που -όπως λέει κι ο 2310net- δε θα σου έρθει από μόνη της, νέτη-σκέτη, αν δεν πάρεις κι εσύ μέτρα για αυτό. Υπήρχαν πολλές σχετικές ενδείξεις, από τις καρέκλες και το σήμα στα κινητά, μέχρι τα σουβλάκια που εξαντλήθηκαν στην κεντρική και τη μαθητική σκηνή. Ενώ οι διοργανωτές έκοψαν εκατοντάδες χιλιάδες εισιτήρια συνολικά μες στο τριήμερο, κάτι που σημαίνει πως το Σάββατο ο κόσμος ξεπέρασε σίγουρα τις 100 χιλιάδες.
Αλλά τι να ψηφίζουν όλοι αυτοί άραγε;

Συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος -συνεχίζοντας στον ίδιο τόνο- είναι ότι νιώθεις σα να μην πέρασε μια μέρα από την Πέμπτη που αδημονούσες να αρχίσει το Φεστιβάλ, κι ούτε που κατάλαβες πως πέρασαν τρεις κιόλας κι ανήκει πλέον στο παρελθόν. Πάει κι αυτό το Φεστιβάλ, κι ας καρτερούμε ένα άλλο -που θα είναι ακόμα καλύτερο. Αλλά κάθε μέρα του μετρούσε σα μήνας, και σε αφήνει γεμάτο, με μπόλικο υλικό για ηθική ανάταση κι αναμνήσεις.

Σα να μην πέρασε μια μέρα για τους κομμουνιστές, το κόμμα της εργατικής τάξης, τους λόγους που επέβαλαν τη δημιουργία του, την ανάγκη που περιμένει να γίνει ιστορία. Αρκεί να μη μας θρέφει μόνο αυτή, όπως κάτι σ/φους, οπαδούς της (Θ)Λίβερπουλ -όπως την είχε πει κι ο Τοτέμ- και να γειώνουμε την ανάγκη στην εποχή μας και την προοπτική του μέλλοντος. Κι αν προβάλλουμε την ιστορία μας, δεν είναι για να επαναπαυτούμε στις δάφνες των δοξασμένων στιγμών της, αλλά γιατί όπως έλεγε πολύ εύστοχα ένα σύνθημα του Φεστιβάλ:
Πυροβολούν το παρελθόν, για να σκοτώσουν το μέλλον.

Σα να μην πέρασε μια μέρα και για τη φωνή του Νταλάρα, που μπορεί να γέρασε ως προς τις ιδέες του ή να πιστεύει ότι πάλιωσαν αυτές, αλλά στη φωνή παραμένει αγέραστος -για να μην πω αξεπέραστος. Σα να μην πέρασε μια μέρα και για τη σχέση του με το κοινό, που τον υποδέχτηκε μουδιασμένο και του προξένησε αρχικά μια αμηχανία, που έφευγε όμως σταδιακά, όσο λύνονταν αμφότεροι, με φάρμακο τα τραγούδια του Λοΐζου. Θυμηθείτε την περιγραφή για το πρώτο Φεστιβάλ του Μίκη, και σκεφτείτε κάτι αντίστοιχο -σε μικρογραφία ασφαλώς.

Ο Νταλάρας έφτασε μάλιστα να προτρέψει το “σύντροφο Γραμματέα” να σηκωθεί και να χορέψει, και έδειχνε με νόημα τον κόσμο γύρω του, καθώς τραγουδούσε τους στίχους: “μα εκείνο δε λυγάει, κι όλο φυλλωσιές πετάει, γύρω του λαός κι εργάτες, το φυλάνε με τις βάρδιες”. Εκεί θα κολλούσε ίσως -και για τον Νταλάρα και για το Φώντα Λάδη που έγραψε τους στίχους- και η ταινία “το δέντρο που πληγώναμε”. Αλλά αυτό είχε βαθιές ρίζες στο λαό, και η σκιά του αιωρείται σα φάντασμα, σαν απειλή πάνω από το σάπιο κόσμο της εκμετάλλευσης.

Σε ένα χρόνο, σε ένα μήνα (θα σκεπάσει την Αθήνα). Σε μια δεκαετία, σε έναν αιώνα -από τις δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο. Ο πολιτικός χρόνος είναι σχετικός. Κι όσα δε φέρνει η ώρα, θα τα φέρει η στιγμή, αρκεί να μας βρει έτοιμους, στο ύψος της περίστασης.



Τους στίχους από το “Δέντρο” είχε χρησιμοποιήσει πιο πριν, στην κεντρική ομιλία, κι ο Κουτσούμπας για το Φεστιβάλ -που όλο φυλλωσιές πετάει. Μεταξύ άλλων, είπε για την τρίτη φορά (ή τρίτο γύρο όπως το λέμε συνήθως), μετά την Κομμούνα και τον κόκκινο Οκτώβρη, που θα είναι φαρμακερή για το σύστημα. Για τον Τσίπρα, που κάνει για την αστική τάξη ό,τι και ένας πλασιέ, για να πιάσει το bonus. Για την καπιταλιστική ανάπτυξη, που σημαίνει να καίγεται όλη η Ελλάδα, να πνίγονται οι λαϊκές συνοικίες σε κάθε μπόρα, και να προσευχόμαστε να μη γίνει κανένας δυνατός σεισμός. Για τους νέους που δεν τρώνε κουτόχορτο και “τα παίρνουν στο κεφάλι” (δηλαδή στο κρανίο). Για την Οχτωβριανή και τη Σοβιετική Ένωση, που ήταν το “τιμώμενο πρόσωπο” του Φεστιβάλ. Για τον Παύλο Φύσσα κι έναν άλλο πασίγνωστο στίχο του Φώντα Λάδη -που ανέβηκε κι αυτός αργότερα στη σκηνή, για το Λοΐζο: το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δε θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον.

Για την Παλαιστίνη, την Κούβα, το Βιετνάμ, τη Βενεζουέλα και τις 30 κομμουνιστικές νεολαίες κι άλλες αντι-ιμπεριαλιστικές οργανώσεις, που ήρθαν στο φετινό Φεστιβάλ. Και για τον αντικομμουνισμό της ηλιθιότητας -που το είχε πρωτοπεί για την Καϊλή, αλλά ταιριάζει σε αρκετές περιπτώσεις.

Ακολούθησε η συναυλία-αφιέρωμα στο Λοΐζο, που χωρίς ίχνος υπερβολής ή διάθεση απολογητικής ήταν κορυφαία, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να παρουσιάσει η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή από κάθε άποψη: στίχοι, κομμάτια, ερμηνευτές, μηνύματα. Ένα εκπληκτικό μουσικό ταξίδι, που απογείωσε για δύο ώρες χιλιάδες κόσμου, ζωντάνεψε μνήμες, αλλά πρωτίστως μίλησε για το σήμερα και το αύριο, για τις διαχρονικές ανάγκες και αγωνίες του λαού μας, μακριά από ομφαλοσκοπήσεις και υπερεκτιμημένους τροβαδούρους της ήττας.

Εκτός κι αν γνωρίζει κάποιος τραγούδι που να κάνει στίχο το “πώς δενότανε τ’ ατσάλι”. Λιώνουν τα νιάτα μας στη βιοπάλη (ή στην ανεργία, πλέον), με τα κομμάτια μας δένει το ατσάλι. Εκτός κι αν ξέρει κανείς άλλο συνθέτη σαν το Λοΐζο, στίχους σαν αυτούς του Λάδη, ερμηνευτές που μπορούν να βγάλουν περισσότερο συναίσθημα.

Κι είναι να απορεί κανείς πώς αυτή την κορυφαία συναυλία, μία από τις πιο δυνατές στιγμές στην πρόσφατη ιστορία των Φεστιβάλ, κάποιοι θέλησαν να την περάσουν επικοινωνιακά στο δημόσιο λόγο (και βασικά το μικρόκοσμο των social media) με τη στάμπα “φέρατε τον Νταλάρα”, ίσως γιατί έχει σα στάμπα τη ζωή τους σημαδέψει πως “το ΚΚΕ φταίει για όλα”, και προσαρμόζουν επιλεκτικά τις ευαισθησίες τους.


Το πρόβλημα είναι πως αυτά τα τραγούδια, που είναι αθάνατα και διαχρονικά, τα είπαν και κάποιοι καλλιτέχνες που δεν αποδείχτηκαν παντός καιρού, αλλά καιροσκόποι. Αλλά οι επιλεκτικές ευαισθησίες μιας ορισμένης “κριτικής” που διυλίζει τον κώνωπα, για να καταπιεί την κάμηλο και τους “όλοι μαζί μπορούμε”, δείχνουν την πολιτική σκοπιμότητα πίσω από ορισμένα αγανακτισμένα σχόλια.


Στα στιγμιότυπα της τρίτης μέρας, κρατάμε επίσης:
-το σ/φο φωτογράφο που σκαρφάλωνε στις σκαλωσιές για να πετύχει την καλύτερη λήψη, φτάνοντας ένα βήμα πριν από την έφοδο στον ουρανό και από το να ξεκινήσει καριέρα ως drone-αεροπλανάκι.
-το κόλπο στα ταμεία με το μαρκαδοράκι, για τα πλαστά χαρτονομίσματα (που υπήρχε κι από πριν, αλλά εγώ τότε έμαθα σε τι χρησιμεύει).
-τους μετανάστες που μπήκαν στο χώρο, σχηματίζοντας ένα άτυπο μπλοκ χωρίς πανό, και πρέπει να ήταν στις πρώτες σειρές, στη διάρκεια της ομιλίας.
-τη σ/φισσα από τα μεγάφωνα, που έλεγε “σαρακοστό τρίτο Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή”. Λείπει ο Μάρτης από τη Σαρακοστή κι ο Σεπτέμβρης από το (σαρακοστό τρίτο) Φεστιβάλ;
-την καντίνα “Red Kitchen”, με το σύνθημα για τη “γλυκιά γεύση της αλληλεγγύης”, που πρέπει να δοκιμάσεις. Που δεν ήταν -προφανώς- των διοργανωτών, αλλά δεν κατάλαβα αν έχει πολιτική αναφορά σε κάποιο χώρο-συλλογικότητα.
-και το μπλουζάκι των Ρώσων στη Διεθνούπολη, με το νεαρό Στάλιν, με το φουλάρι. Που είχε γίνει ανάρπαστο ήδη από την πρώτη μέρα, κι ήταν το πρώτο αντικείμενο του Φεστιβάλ, που εξαντλήθηκε, με διαφορά από τα υπόλοιπα, αφού πουλιόνταν σα ζεστό ψωμάκι -ή μάλλον σουβλάκι, για να το προσαρμόσουμε στα δεδομένα του Φεστιβάλ. Δεν έγραφε όμως το όνομα του “Σήφη”, αλλά το σύνθημα “Young and strong will” (νεαρή και δυνατή θέληση) κι έτσι το καταλάβαιναν μόνο οι μυημένοι.


-την ατάκα του Παπακωνσταντίνου πως αν δεν ήταν γιος του πατέρα του, θα ήθελε να είναι του Λοΐζου.
-τα ζεστά λόγια της Φαραντούρη, που είπε πως η ΚΝΕ πάντα αγκάλιαζε τον πολιτισμό και πρέπει να συνεχίσει να το κάνει.
-τον αποχαιρετισμό της Γλυκερίας, στη λαϊκή σκηνή: “να σπρώξουμε κι εμείς λιγάκι, για να δούμε φως”.
-το αδιαχώρητο στις άλλες δύο σκηνές, που ήταν ήδη φίσκα από πριν, και έφταναν άλλοι τόσοι από την Κεντρική, που τελείωσε πριν από όλες.
-και τις καρέκλες στη λαϊκή σκηνή, με τη Γλυκερία, που έφταναν σχεδόν μέχρι τη Διεθνούπολη, για να χωρέσουν.
Αλλά το Φεστιβάλ δε χωράει πουθενά. Ούτε στο Πάρκο Τρίτση, ούτε στα ΜΜΕ, που έχουν πιο ασήμαντα και άμαζα γεγονότα να καλύψουν. Γιατί αν είσαι κομμουνιστής, τότε…
“Τότε τι κρίμα, τι κρίμα, τι κρίμα, δε χωράς πουθενά, πουθενά…”

Υγ: και στα εκατό, θα είμαι πάλι εδώ.
Και τι άλλο μπορεί να γίνει δηλαδή για τα 100 χρόνια του κόμματος (και τα πενήντα της ΚΝΕ); Τι παραπάνω και πιο εντυπωσιακό μπορεί να γίνει; Να χτίσουμε τον Πύργο του Τάτλιν;
Αλλά αυτό θα το δούμε σε επόμενο κείμενο, μαζί με μια συνολική αποτίμηση για το ταξίδι του Φεστιβάλ που τελείωσε κι ο προορισμός του κάθε άλλο παρά φτωχικός δεν ήταν…