Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Αυγούστου 2016

Ολυμπιακές ιστορίες σοσιαλιστικού (σου)ρεαλισμού

Με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, η κε του μπλοκ θυμάται και καταγράφει ιστορίες και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα απ' την ιστορία του θεσμού, με πολιτικό συμβολισμό και αναφορές στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Μόσχα - 1980: Ντασβιντάνια
Αυτό που έχει μείνει ως σημείο αναφοράς είναι η αξεπέραστη τελετή έναρξης. Αλλά τα δάκρυα του Μίσα στην τελετή λήξης κάνουν ολόκληρο τον πλανήτη να δακρύσει συγκινημένος. Και το τεράστιο μπαλόνι με τη μορφή του, που χάνεται στον ουρανό της Μόσχας, θυμίζει με σχήμα πρωθύστερο την απώλεια της σοβιετικής μαμάς πατρίδας που ανελήφθη στον ουρανό και περιμένει τη δική μας έφοδο για να την ξαναβρούμε. Στο επανιδείν λοιπόν...
Ντασβιντάνια Μίσα, ντασβιντάνια Σαβιέτσκι Σαγιούζ



I must break you
Οι ανθρωποκεντρικές τελετές της Μόσχας, όπου ακόμα και τα δάκρυα του Μίσα αναπαραστήθηκαν με ένα εντυπωσιακό ανθρώπινο κολάζ, ήρθαν σε πλήρη αντίθεση με όσα ακολούθησαν 4 χρόνια μετά στο Λος Άντζελες, σε ένα σόου χάι-τεκ κακογουστιάς, με την ΕΤΕ στην υπηρεσία των μονοπωλίων. Το οποίο στο δικό μου μυαλό είναι συνειρμικά δεμένο με τη σκηνή από το Rocky IV, που γυρίστηκε την ίδια περίπου περίοδο και δείχνει το σοβιετικό πυγμάχο κάθιδρο και φοβισμένο, να μη σκαμπάζει τι λένε τα κομπιούτερς και οι αριθμοί ή να απορεί γιατί αυτός ο λαός είναι τόσο αλλοτριωμένος και κακόγουστος. Ξέρει μόνο πως...

I must break you

που συμβολίζει το περίφημο zerbrechen του Μαρξ και του Λένιν για  το αστικό κράτος (κι όντως έστειλε το Σταλόνε στο νοσοκομείο, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων).

Υπόψη πως ο Λούντγκρεν (που έχει απίστευτα υψηλό IQ στην πραγματικότητα) συμμετείχε όντως, αν δε με απατά η μνήμη μου, στους Ολυμπιακούς αγώνες, μία φορά ως Σουηδός και τη δεύτερη ως πολιτογραφημένος Αμερικανός.

Αβάνα - Ολυμπιακή πόλη
Η υποψηφιότητα της Αβάνας για την ανάληψη των Ολυμπιακών δεν είναι δείγμα αλλοτρίωσης και υποχωρητικότητας στην εμπορευματοποίηση που σαρώνει τα πάντα, αλλά μάλλον μια εναγώνια (και καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία) προσπάθεια να σπάσει το τείχος της απομόνωσης και του εμπάργκο.

Βασισμένη σε αυτό, αν έχω καταλάβει καλά, και το σκεπτικό πως καταρχάς και καταρχήν -μιλώντας δηλ αφηρημένα επί της αρχής- οποιαδήποτε πόλη έχει δικαίωμα να διεκδικήσει και να αναλάβει τη διοργάνωση των αγώνων, η ΚΟ του ΚΚΕ ψήφισε στη βουλή ΝΑΙ στο γενικό κομμάτι, για να καταψηφίσει αμέσως μετά το συγκεκριμένο φάκελο του ΑΘΗΝΑ-2004, με τους όρους και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που περιελάμβανε.

Αν βέβαια θέλει κάποιος σώνει και ντε να βγάλει κάτι εναντίον σου, θα βρει τρόπο να σου κολλήσει τη ρετσινιά, ακόμα κι αν είχε λιγότερα (ή καθόλου) στοιχεία που να σε επιβαρύνουν. Το ΚΚΕ φταίει που σαμποτάρισε τους Ολυμπιακούς και ταυτόχρονα επειδή δεν έκανε τίποτα εναντίον τους. Εικάζω πως σήμερα η ψήφος μας μπορεί να ήταν διαφορετική. Αλλά το πιο σημαντικό ερώτημα -κατά τη γνώμη μου- είναι αν θα μπορούσε να είχαν οργανωθεί περισσότερες κινητοποιήσεις και αντιδράσεις ενάντια στα εργοδοτικά εγκλήματα στον κατασκευαστικό τομέα και τα "δυστυχήματα" με τους νεκρούς εργάτες που θυσιάστηκαν για να στεριώσει το γεφύρι και να πλουτίσουν οι αστοί.

Την ίδια στιγμή, οι Συριζαίοι αρνούνταν να πάρουν καθαρή, θετική θέση στο ζήτημα που τέθηκε για μια πιθανή επίσκεψη του Κάστρο, κατά τη διάρκεια των αγώνων στη χώρα μας. Αλλά δεν είχαν τόσο καλό μάρκετινγκ όσο εμείς και το θέμα πέρασε στα ψιλά. Και κάπως έτσι άρχισαν να πέφτουν όλοι -πλην Λακεδαιμονίων- τους τελευταίους μήνες από τα σύννεφα.

Yankees go home
Παραμένουμε στην ίδια κατηγορία: ίδια χώρα (Κούβα), ίδια διοργάνωση (Αθήνα 04'). Όπου η οργάνωση πήρε κάποια εισιτήρια για τον αγώνα βόλεϊ γυναικών μεταξύ ΗΠΑ και Κούβας, που κατέληξαν στα χέρια πορωμένων συντρόφων, με υψηλό αντιιμπεριαλιστικό φρόνημα και έντονες, διαχυτικές διαθέσεις. No pasaran! Η μάχη της κερκίδας κερδήθηκε αμαχητί, τα αντι-ιμπεριαλιστικά συνθήματα έδιναν και έπαιρναν (yankees go home, φονιάδες των λαών, κτλ), ενώ ένας αμερικάνος φίλαθλος που είχε την ατυχή έμπνευση να τρέξει κατά μήκος του γηπέδου, κρατώντας τη σημαία της χώρας του, γιουχαΐστηκε τόσο έντονα, που πείστηκε να αποτραβηχτεί στη γωνιά του να ρουφήξει το αυγό του και να μην ξεμυτίσει ξανά.

Το μόνο πρόβλημα είναι πως η κουβανική ομάδα είχε επιλέξει να μη χτυπήσει εκείνο το παιχνίδι, για να έχει πιο ευνοϊκό σταύρωμα στην επόμενη φάση, που δεν της έκατσε ποτέ όμως, γιατί αφενός θεία δίκη κι αφετέρου η συνδιαλλαγή με τους ιμπεριαλιστές δεν μπορεί ποτέ να βγάλει μακροπρόθεσμα κάτι καλό (κι αυτό πρέπει να το προσέξουν οι σύντροφοι).

Αλλά αν τα αποτελέσματα δεν είναι αυτά που θέλουμε (γιατί προφανώς ο αγωνιστικός στίβος ήταν βαρύς και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες), τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Και δεν μπορεί μια χαμένη μάχη (ούτε δύο ούτε χίλιες) να κάμψει το ηθικό μας, για να σταματήσουμε τα τραγούδια και τα συνθήματα. Τα οποία πάντως μπορεί να μην περνάνε από την κάμερα και να μην ακούγονται πολύ καλά σε αυτό το βιντεάκι, που διαφυλάσσει αυτό το προλεκάλτ έπος.

Στη φωλιά του γερακιού
Η πιο περήφανη ίσως στιγμή της Ολυμπιακής Κούβας πρέπει να είναι πάντως η κατάκτηση του χρυσού μεταλλίου στο μπέιζμπολ, μες στην Ατλάντα, στην έδρα των Αμερικανών. Οι οποίοι πήραν εκδίκηση στο Σίδνεϋ και μας άφησαν δεύτερους, αλλά δεν ήταν πουθενά το 04' που ξαναπήραμε το χρυσό και τους καθαρίσαμε στον ημιτελικό του 08' στο Πεκίνο, όπου πήραμε το αργυρό, και κάπως έτσι νομίζω πείστηκε η ΔΟΕ πως πρέπει να βγάλει από το ολυμπιακό πρόγραμμα το μπέιζμπολ (που δε νομίζω να έχει αντίστοιχη λέξη στα ελληνικά).

Τρία δεύτερα που συγκλόνισαν τον κόσμο
Η αντίστοιχη στιγμή της ΕΣΣΔ είναι πιθανότατα ο τελικός μπάσκετ ανδρών, στο Μόναχο το 1972, με τα τρία δευτερόλεπτα που κράτησαν μια αιωνιότητα, επαναλήφθηκαν και υποχρέωσαν τις ΗΠΑ στην πρώτη ήττα τους σε ολυμπιακό τουρνουά, με το νικητήριο καλάθι του Μπέλοφ (όχι του καλού) και τη μικροπρεπή κίνηση να μην παραλάβουν τα μετάλλιά τους, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Θα υποστούν άλλη μία ήττα το 88' στη Σεούλ, στην τελευταία αναλαμπή του σοβιετικού μπάσκετ, που ακολούθησε την πορεία παρακμής της ΕΣΣΔ στα χρόνια της περεστρόικα και από το φοβερό σερί κατακτήσεων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων, έφτασε να μην προκριθεί καν στην τελική φάση του Ευρωμπάσκετ της Ρώμης, το τελευταίο πριν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (που μας επιφύλασσε το κύκνειο άσμα της) και της Σοβιετικής Ένωσης.



Λες να μπορούμε να ζητήσουμε να επαναληφθούν και τα τρία τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ, από το 89' ως το 91', για να παίξουμε μυαλωμένα, με τα διδάγματα της ήττας, και να πάρουμε τη ρεβάνς;

Χρυσά μετάλλια
Σε εκείνους τους αγώνες (Μόναχο), οι Σοβιετικοί ανέκτησαν την πρωτιά στα μετάλλια, που την είχαν κερδίσει πρώτη φορά στη Ρώμη, το 1960. Κι έκτοτε δεν την ξανάχασαν, με εξαίρεση το 84' στο Λος Άντζελες, που μποϊκοτάρισαν τους αγώνες. Το 88' μάλιστα, η δεύτερη θέση δεν κατέληξε στις ΗΠΑ, αλλά στην τίμια ΛΔΓ, που μπορεί να μην ήταν ακριβώς τέτοια όμως*, κι έτσι κάναμε το 1-2, όπως στη Φόρμουλα 1.

-Στους επόμενους αγώνες, το 92' στη Βαρκελώνη, δεν υπήρχε ΕΣΣΔ, αλλά η Κοινοπολιτεία (ΚΑΚ), που κατέκτησε κι αυτή την πρωτιά -και θα την κατακτούσε και σήμερα, αν συνέχιζε να υφίσταται ως οντότητα (που τυπικά μπορεί και να υπάρχει ακόμα), κι ας είναι κουτσουρεμένη η ρώσικη αποστολή. Τότε για τους περισσότερους, η ατραξιόν ήταν η dream team, με τη συμμετοχή -για πρώτη φορά στα χρονικά- δηλωμένα κι ανοιχτά επαγγελματιών αθλητών να επισφραγίζει συμβολικά την επικράτηση της αντεπανάστασης. Αλλά τα πιο συγκινητικά στιγμιότυπα ήταν οι ρώσοι (κι όχι μόνο) αθλητές που έκρυβαν κάτω από τις στολές τους τα σφυροδρέπανα της Σοβιετίας που αγαπήσαμε.

Η πισίνα βάφτηκε κόκκινη
Πριν από τη Ρώμη και την πρώτη σοβιετική πρωτιά στα μετάλλια, οι αγώνες έγιναν στη Μελβούρνη της Αυστραλίας το 56', λίγους μήνες μετά τα γεγονότα στην Ουγγαρία και την επέμβαση του συμφώνου της Βαρσοβίας, που οδήγησε σε αποχή κάποιες χώρες (όπως τη φασιστική Ισπανία του Φράνκο) και σε μια τρελή αναμέτρηση μεταξύ της σοβιετικής και της ουγγρικής ομάδας στο πόλο, που δεν τελείωσε ποτέ εξαιτίας των άγριων συμπλοκών μεταξύ των παικτών των δύο ομάδων, σε ένα από τα χειρότερα πλήγματα-ρήγματα στον προλεταριακό, συντροφικό διεθνισμό. Έτσι κι αλλιώς όμως και το νερό θα βαφτεί κόκκινο, είτε από ζωή είτε από θάνατο.


*Θα πει κανείς ότι είναι ζήτημα το πώς και το γιατί πίσω από αυτά τα μετάλλια, που δεν μπορεί να τα σαρώνει κανείς με το σταυρό στο χέρι (ούτε όμως χωρίς να έχει και σπουδαίες αθλητικές υποδομές, θα πρόσθετα εγώ). Αλλά αυτό το θέμα (όπως και το ζήτημα των Σπαρτακιάδων και της εγκατάλειψής τους μεταπολεμικά) θα το πιάσουμε σε άλλη ανάρτηση, γιατί δεν αξίζει να το στριμώξουμε και να το ξεπετάξουμε σε μια παράγραφο.

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Μακρύς ο δρόμος

Η μαραθώνια πορεία κατά της ανεργίας, που ξεκίνησε σήμερα από την Πάτρα, θυμίζει συνειρμικά τα κατορθώματα του Αθηναία δρομέα Φειδιππίδη, που κινούνται ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία. Δεν ξέρω αν οι δικοί μας στο τέλος αναφωνήσουν ξέπνοοι "νενικήκαμεν", γιατί η πορεία προς την τελική νίκη θα 'ναι πολύ πιο δύσκολη και μακροχρόνια από αυτό το εγχείρημα, κάτι σαν μαραθώνιος διαρκείας σε ανήφορο, με ρυθμό σπρίντερ. Κι είναι νωρίς μάλλον, για να συγκεντρώσει κανείς τώρα τα ευτράπελα της διαδρομής, όπως η προϋπάντηση αρκετών χιλιάδων διαδηλωτών (που λιγόστευαν στην πορεία, σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα) από τον μητροπολίτη Πατρών στον Άγιο Βασίλειο, που προσάρμοσε το λόγο στο κοινό του, και θύμισε στο Red Fly Παπά-Τσε ή κάτι από τον πατέρα-Ανυπόμονο. Το βράδυ στο Αίγιο όμως, μπορεί να τους περιμένει ο μητροπολίτης Αιγιαλείας, να τους υποδεχτεί με καυτό λάδι, και να τους φέρει στα ίσια τους.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η σύνδεση προσφέρεται για μια σειρά συνειρμούς παρμένους από την αρχαιότητα. Δε θα σταθούμε ξανά στην επισήμανση του Κάουτσκι -που είχαμε δει σε ένα πρόσφατο κείμενο- για το αδιέξοδο της ύστερης αρχαιότητας, που θα μπορούσε να οδηγηθεί, απ' την εσωτερική λογική της εξέλιξης των πραγμάτων, στο πέρασμα στην κεφαλαιοκρατία, αλλά δεν είχε τις υλικές προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο (πρωταρχική συσσώρευση) κι έφτασε σε μια παρατεταμένη παρακμή. Η οποία θυμίζει κάπως τη δική μας εποχή, εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό, που σημαδεύτηκε όμως από το πισωγύρισμα της αντεπανάστασης και την παρακμή της σύγχρονης βαρβαρότητας ενός εκμεταλλευτικού συστήματος που σαπίζει.

Ένας αρκετά ιντριγκαδόρικος όσο κι αντιδιαλεκτικός παραλληλισμός είναι αυτός που παρουσιάζει τη συμμαχία της Δήλου με το σύγχρονο Νατοϊκό συνασπισμό, με επίκεντρο του 'ελεύθερου κόσμου' την Αθήνα ως υπέρμαχο της δημοκρατίας και της καλλιτεχνικής δημιουργίας, που συγκρούστηκε με την ολιγαρχική και στρατοκρατούμενη Σπάρτη, με τον Καιάδα, που διατηρούσε κάποια στοιχεία της πρωτόγονης κομμουνιστικής κοινωνίας.

Μερικές σύντομες παρατηρήσεις στα παραπάνω: ο πρωτόγονος κομμουνισμός δεν είναι (ούτε καν ανώριμος) κομμουνισμός. Το σημερινό Χόλιγουντ δεν εκπροσωπεί ούτε κατά προσέγγιση το ωραίο στην τέχνη, όπως αυτό εκφράστηκε στο χρυσό αιώνα του Περικλή. Η θέση της γυναίκας στη Σπάρτη ήταν πολύ ανώτερη σε σχέση με τη δημοκρατική Αθήνα -κάτι που μας δείχνει πόσο σχετική είναι η χρήση κάποιων όρων. Ένας από αυτούς τους όρους είναι η δημοκρατία. Κι η βασική ομοιότητα της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας με την αθηναϊκή δουλοκτητική κοινωνία είναι ίσως ότι οι σημερινοί μισθωτοί σκλάβοι είναι τυπικά ελεύθεροι κι αποφασίζουν δημοκρατικά με τη δική τους ψήφο για ένα μέλλον, που δεν ορίζουν, ούτε καν έμμεσα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει (παρά τα γενικότερα λάθη και τις αδυναμίες της συγγραφέα) μια μελέτη της Έλλης Παππά για την παρουσία και συμβολή των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στο Κεφάλαιο του Μαρξ. Από όπου μπορούμε να κρατήσουμε ότι η διπλή φύση ενός προϊόντος-εμπορεύματος, που έχει αφηρημένη ανταλλακτική αξία και συγκεκριμένη αξία χρήσης, ήταν ήδη γνωστή στον Αριστοτέλη. άσχετα αν ο σύγχρονος αστικός μεσαίωνας αποσιωπά και τα πιο στοιχειώδη.

Αξίζει να σημειώσουμε άλλα δύο στοιχεία.
Το πρώτο αφορά την ετυμολογία και την πραγματική σημασία της λέξης 'πειθαρχία', που επικράτησε κακώς να νοείται ως πειθαναγκασμός, ενώ στην πραγματικότητα προσεγγίζει το μαρξιστικό ορισμό της (συνειδητής) πειθαρχίας σε ένα σκοπό, καθώς αυτό που άρχει, που επικρατεί, είναι η πειθώ. Και μόνο όταν κάποιος είναι πραγματικά πεισμένος για κάτι, για τη σημασία του, μπορεί να πειθαρχήσει ουσιαστικά και το εφαρμόσει-εκτελέσει σωστά.

Το δεύτερο στοιχείο είναι εξίσου εντυπωσιακό και προέρχεται από τη Θεογονία του Ησίοδου, όπου η Βία και το Κράτος αναφέρονται ως αδέλφια, τέκνα της Στυγός και του Πάλλαντα. Οι αρχαίοι έλληνες γνώριζαν πολύ καλά, αυτό που αγνοούν ακόμα και σύγχρονοι θεωρητικοί: ότι η βία δηλ είναι βασικό και αναπόσπαστο συστατικό του κράτους. Κάτι που δείχνει με τη σειρά του πόσο υποκριτική είναι η μικροαστική υστερία ενάντια στη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά και τον παραλογισμό αυτών των διαδεδομένων, πλην κενών περιεχομένου, κλισέ, πχ για επανίδρυση του κράτος (δηλ της βίας), ένα πιο δίκαιο κράτος, ή το περίφημο "δεν υπάρχει κράτος".

Η στείρα προγονολατρεία (για τους έλληνες που μεγαλουργούσαν όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, κτλ) είναι ο πιο βέβαιος μάρτυρας ότι αποδίδονται κούφιες τιμές, που αντιγράφουν το γράμμα κι όχι το πνεύμα, και στέκονται αναχρονιστικά πίσω ακόμα κι από το κεκτημένο των λαών της αρχαιότητας

Υγ: ...δεν είσαι μόνος

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Η διαδρομή

Αφήνοντας πίσω τα παλαιοπωλεία στο θησείο και τους καταχωνιασμένους θησαυρούς τους, τους κράχτες στου ψυρρή (δουλειά κι αυτή όμως) και την παραδοσιακή αυλή της «Αυλής», βγαλμένη από ασπρόμαυρη ελληνική ταινία, μπορείς να βγεις στην αρχή της σωκράτους και την μπόχα από τα παρασκήνια της βαρβάκειου, που δε φεύγει ούτε καν τις κυριακές, αλλά είναι λιγότερο επώδυνη από την ανθρώπινη βόχα (όπως την αναφέρει ο βάρναλης στα ενθυμήματά του από τον άι-στράτη) που ενδέχεται να βρεις στη συνέχεια.

Το πρώτο στενό στα αριστερά, πριν το υπόγειο μαγειρείο, όπου περιμένεις να βρεις το ζήκο και τους συμπρωταγωνιστές του, είναι η οδός θεάτρου, που βγάζει στη μενάνδρου, γιατί του ψυρρή είναι γεμάτο αρχαίους ποιητές. Κι εκεί μπορείς να δεις μια παλιά, ηρωική πινακίδα από τα γραφεία της τοπικής κοβ, που μοιάζουν εγκατελειμμένα, όπως και η γύρω περιοχή εξάλλου. Στα επόμενα μέτρα της σωκράτους στήνεται ένα πανηγύρι φυλών και πολιτισμών, και βασικά μαγαζιών, γιατί έτσι μετράει τον πολιτισμό ο σύγχρονος αστικός κόσμος, με το εμπόριο, θεωρώντας συνήθως πιο πολιτισμένους και φιλήσυχους τους μετανάστες μαγαζάτορες –με εξαίρεση τους ντόπιους φασίστες βάρβαρους, που δε συνηθίζουν να κάνουν διακρίσεις στο ρατσισμό τους, εκτός και αν συμμαχούν με τους μετανάστες δεύτερης γενιάς ενάντια στις καινούριες φουρνιές των κολασμένων της γης.

Στην επόμενη γωνιά, πρέπει να υπάρχει ένα στούντιο ηχογράφησης. Κι αν είσαι τυχερός, μπορείς να πετύχεις ένα ροκάκι ή κάποιο φανκ κομμάτι να ντύνει μουσικά την κίνηση του δρόμου, σα βιντεοκλίπ που παρωδεί τη μελωδία της ευτυχίας: always look on the bright side of death, όπως έλεγαν κι οι μόντι πάιθονς, που μπορεί να τους ερωτευτείς ή να τους μισήσεις κεραυνοβόλα, αλλά δύσκολα θα σε αφήσουν απλώς αδιάφορο.

Κι ύστερα φτάνεις στη διασταύρωση με πειραιώς και την πολυκλινική, που πέρασε από σαράντα κύματα, για να επαναλειτουργήσει κουτσουρεμένη, και έτυχε (;) να την κλείσει ο άδωνις, τότε ακριβώς που πήραν οι δικοί μας για πρώτη (κι ιστορική) φορά την πλειοψηφία στο σωματείο, κρίνοντας προφανώς πως το καθημερινό πανδαιμόνιο στον (επίσης κόκκινο) ευαγγελισμό δεν είναι αρκετό και χρειάζεται ενισχύσεις.

Δεξιά σου έχεις την ομόνοια και τους πάγκους με τις εφημερίδες, που έχουν τις κυριακάτικες από το απόγευμα του σαββάτου. Και είναι αγαπημένη συνήθεια να στήνεσαι για να δεις τα πρωτοσέλιδα ή στα κλεφτά κάτι από τις μέσα σελίδες, αρκεί να μη θυμηθείς τον (όχι και πάρα πολύ) μακρινό καιρό που τις αγόραζες με το κιλό –κι ας μην τις διάβαζες όλες- και μελαγχολήσεις.

Ευθεία στη σωκράτους βλέπεις ένα μαγαζί οπτικών με τιμές τΣΟΚου, σε ένα από τα πιο τσοκαριστικά λογοπαίγνια όλων των εποχών –που πρέπει να είσαι τσόκος αναγραμματισμένος, για να μην το πιάσεις.
Περνάς κάποιες στοές με ενδιαφέροντες μεζέδες και πελατεία, όπου βρίσκει καταφύγιο ο 20ός αιώνας κι η παράδοσή του. Κλίνεις ευλαβικά το γόνυ προς τα γραφεία της δημαρ στο βάθος και την κουλτούρα να φύγουμε. Και μπαίνεις στο σκληροπυρηνικό κομμάτι της σωκράτους, πριν και μετά τη διασταύρωση με την οδό ξούθου, που σου κάνει για όνομα κάποιας άγριας φυλής.

Ένα κομμάτι που το δέρνουν οι αντιθέσεις και την πιο χτυπητή εξ αυτών τη συναντάς στη βερανζέρου. Από τη μία τρία κόκκινα γράμματα και το καινούριο δέντρο, που φύτρωσε και ρίζωσε στην αθήνα μες στο κέντρο (κι αν δεν έχεις διαβάσει νίκο μπίστη να φτύνει χολή στο βιβλίο του για τη μετριότητα αυτού του τραγουδιού, δεν έχεις δει τίποτα σε αυτή τη ζωή). Και από την άλλη το άλφα ταυ (που δεν είναι τα αρχικά αστικής τάξης, αλλά την εκπροσωπούν κατά μία έννοια, ως οργανικό κομμάτι του κράτους της) ομονοίας και το χαφιεδότσουρμο, που στήνει μπλόκα και σπάει πλάκα με όσους μετανάστες δεν έχουν χαρτιά και με το φόβο μες στα μάτια τους. Αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα με τις κυρίες που φοράνε μίνι στο πεζοδρόμιο και τα πλεούμενα βαποράκια που είναι καμιά δεκαριά χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα. Ίσα-ίσα που οργανώνει τις δουλειές τους, για να είναι πιο αποτελεσματικές, και τους έχει στο διπλανό τετράγωνο –ούτε καν δυο δρόμους πιο εκεί, για ξεκάρφωμα- για να τους επιτηρεί καλύτερα. Το πραγματικό πρόβλημα όμως, όπως ξέρεις, είναι ότι οι γειτονιές μας μένουν αφρούρητες, χωρίς άλφα ταυ (που δεν είναι η αστική τάξη, αλλά είναι κιόλας κατά μία έννοια) και τον μπάτσο της γειτονιάς. Κι ότι δεν προχωράμε στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. Και βρες μου εσύ, σφε αναγνώστη, μία αστική κυβέρνηση, της αριστεράς ή ό,τι άλλο, που να είναι σε θέση να προχωρήσει μία αστικοδημοκρατική μεταρρύθμιση: να τα βάλει πχ με τη μαφία και το αστυνομικό παρακράτος. Κι αν τη βρεις, ξανασυζητάμε σε νέα βάση.

Περνάς το παλιό εφετείο, όπου είχαν κάνει μία από τις πρώτες τους εμφανίσεις τα χρυσαυγίτικα τάγματα εφόδου –όλως τυχαίως δίπλα από το άλφα ταυ και αυτοί- ενάντια στους στοιβαγμένους φτωχοδιαβόλους μετανάστες. Έξω οι ξένοι, τους ακούς να λένε και γυρνάς το βλέμμα στους οδοδείκτες: βερανζέρου, σατωβριάνδου, παραδίπλα γλάδστωνος, κι άλλα τέτοια που κάνου το λαϊκό στρώμα να ξεκαρδίζεται από τον πολύ αρχοντοχωριατισμό.

Περνάς αμίλητος, χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις, δίπλα από τις επιχειρήσεις-σκούπα και σκέφτεσαι πότε θα πάρουμε εμείς τη σκούπα, σαν το βλαδίμηρο, για να καθαρίσουμε τον αστικό σταύλο του αυγεία με το χαφιεδότσουρμο και όλα τα παλιοπράγματα που συνοδεύουν τις ταξικές κοινωνίες από τη στιγμή που συγκροτήθηκαν.


Πιο κάτω αρχίζουν τα φαλάφελ της λιοσίου και της αχαρνών, με τους πιο «πολιτισμένους, φιλήσυχους» μετανάστες, που οι «πιο» πολιτισμένοι, φιλήσυχοι λευκοί αποφεύγουν καχύποπτα, γιατί τους φαίνονται πολύ βρώμικα ή πολύ πικάντικα για τα γούστα τους. Και η σωκράτους γίνεται αριστοτέλους. Γιατί αυτή η περιοχή είναι γεμάτη φιλοσόφους κι ας μην το δείχνει με πολλούς τρόπους. Αλλά δε βαριέσαι, ούτε κι η χώρα το δείχνει, γιατί να γίνει εδώ η διαφορά;


Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Περιπλανήσεις στην Μπογκοτά

Και γιατί δηλ να την πούμε μπογκοτά; Λόγω χρώματος κι εγκληματικότητας; Δεν είναι λίγο ρατσιστικό αυτό; Και γιατί να μην την πούμε καράκας;

Μα δεν έχω ιδέα πώς είναι η μπογκοτά και το καράκας, συμβατικά τη λέμε έτσι. Και πιο πολύ αναφέρομαι στην πρώτη εντύπωση που αποκομίζει ένας ανυποψίαστος που έρχεται, ας πούμε από την επαρχία. Μια σφισσα πχ με είχε πάρει τηλέφωνο και μου ‘χε πει αυθόρμητα, έλα είμαι κοντά στα λημέρια σου, στην μπογκοτά· κι έτσι καθιερώθηκε. Κι ένας άλλος φίλος ερχόταν με το κτελ και συνεννοηθήκαμε να πάω να τον πάρω από εκεί που θα τον αφήσει το λεωφορείο, στάση ομόνοια, πριν φτάσει στο πεδίο του άρεως. Και τον βρίσκω σε μια γωνιά· απέναντι κάτι αφρικανούλες που έκαναν πεζοδρόμιο, λίγο πιο πάνω τα άδεια βλέμματα που συγκεντρώνει ο οκανα, κι αυτός στη μέση, κολλημένος σε έναν τοίχο, να μην κάνει ούτε βήμα, ώσπου να πάω να τον πιάσω από το χεράκι και να φύγουμε. Δε σου λέω πως ήταν τα τρία χειρότερα λεπτά της ζωής του. Ήταν όμως οι πρώτες εντυπώσεις από την πόλη και θα του μείνουν αξέχαστες.

Πρέπει να ζήσεις λίγο καιρό στην όμορφη μπογκοτά, όχι για να συνηθίσεις στην εικόνα και να αναισθητοποιηθείς –γιατί συμβαίνει κι αυτό- αλλά για να καταλάβεις πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να φοβηθείς στην πραγματικότητα, όσο κι αν η ανάγκη σπρώχνει καμιά φορά τους φτωχοδιαβόλους σε πράξεις απελπισίας και παίρνουν κι εσένα τα σκάγια. Προσωπικά έχω αγριευτεί πολύ περισσότερο με το χαφιεδότσουρμο που κάθε 17 νοέμβρη πολιορκεί το πολυτεχνείο και τους γύρω δρόμους και δε σε αφήνει να το πλησιάσεις εύκολα. Κι έτσι σε βάζουν στο κλίμα, όχι μόνο της επετείου, αλλά κι εκείνων των ημερών του 73’. Θέλω να πω δηλ πως συνήθως οι περιοχές που αστυνομοκρατούνται είναι αυτές που έχουν ούτως ή άλλως πολύ χαμηλά ποσοστά εγκληματικότητας, κλοπών, διαρρήξεων, κτλ. Κι η παρουσία της αστυνομίας εκεί δεν έχει το νόημα να νιώσεις ασφαλής να κυκλοφορείς, αλλά να τρομοκρατήσουν τον κόσμο και να τον κλείσουν στα σπίτια του. Αυτό το λέω για όσους συνδέουν την ασφάλεια με τον μπάτσο της γειτονιάς, λες και μπορεί ποτέ να νιώσει πραγματικά ασφαλής ένας ανασφάλιστος ή όσοι ζουν καθημερινά με τις ανασφάλειες που προκαλεί η ανεργία, ο βασικός μισθός των πεντακοσίων ευρώ, κτλ.

Αυτό που φοβούνται οι περισσότεροι είναι μάλλον η φτώχια, η εξαθλίωση κι οι βρώμικες τρώγλες ως εικόνα από τα προσεχώς, από το δικό τους μέλλον, και προσπαθούν να την απωθήσουν, λες και μεταδίδεται δια της επαφής, σαν κολλητική ασθένεια. Μαζί με το φόβο όμως φωλιάζει μέσα τους ως συμπλήρωμα κι η αδιαφορία, πιο πολύ σαν άμυνα του οργανισμού για να αντέξει όσα βλέπει γύρω του, τις εκρηκτικές αντιθέσεις και την ακραία δυστυχία, περίπου όπως συνηθίζει και τις φρικτές εικόνες στα δελτία ειδήσεων, παύοντας να αντιδρά στο επαναλαμβανόμενο ερέθισμα, οπότε του μένει κουσούρι η απάθεια για τους γύρω του και γενικώς.

Η κρίση επέτεινε κάποιες ήδη υπαρκτές κι αντικειμενικές τάσεις και διεργασίες, προλεταριοποίησης και ραγδαίας φτωχοποίησης για τους ξεπεσμένους μικροαστούς της περιοχής (όσοι είχαν περισσότερα λεφτά την κοπάνησαν εγκαίρως μακριά από το κέντρο), ταχείας λουμπενοποίησης για της αττικής γης τους κολασμένους, που συγκεντρώνονται γύρω από την ομόνοια και στοιβάζονται κατά δεκάδες σε υπόγεια και σκοτεινά δωμάτια. Αλλά ο μέσος μικροαστός αρνείται να αντικρίσει κατάματα την πραγματικότητα και βρίσκει βολικό άλλοθι κι εξιλαστήριο θύμα στους μετανάστες και το παραεμπόριο για την κατάντια του κι όχι στα μεγάλα μονοπώλια και τους αντικειμενικούς νόμους κίνησης της καπιταλιστικής οικονομίας, που επιταχύνει τη συγκέντρωση κεφαλαίου σε λίγα χέρια. Τα καταστήματα στο κέντρο της αθήνας δεν κλείνουν από τους πλανόδιους μικροπωλητές, ούτε από τις διαδηλώσεις και τις πορείες. Και προφανώς δεν πρόκειται να παραμείνουν ανοιχτά, αν καταργηθεί η κυριακάτικη αργία και βγει ο κόσμος να κοιτάει βιτρίνες, σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα.

Κι οι μετανάστες που αποτελούν τα νέα τμήματα της εργατικής τάξης; Αυτοί είναι μια παράξενη λιγάκι ιστορία. Ένα μικρό κομμάτι τους μπορεί να οργανώνεται στα σωματεία ή να μας έχει μάθει από τις εξορμήσεις και να αναφωνούσε παλιά χαρούμενο «μαουρίκος, μαουρίκος» (που έχει μεγάλη αναγνωρισιμότητα στις τάξεις τους), όταν έβλεπε το σήμα του παμε. Αλλά αυτοί είναι μειοψηφία, κι η επαφή με το σύνολό τους καθίσταται πολύ δύσκολη υπόθεση, είτε λόγω κουλτούρας και γλώσσας, που δυσκολεύει αντικειμενικά την επικοινωνία, είτε και λόγω νοοτροπίας, γιατί κάποιοι πχ θεωρούν τους εαυτούς τους «προνομιούχους», εφόσον εργάζονται, σε σχέση και με τις συνθήκες που είχαν στην χώρα τους ή γιατί αντιμετωπίζουν την παραμονή τους εδώ σα μεταβατική κατάσταση και συγκεντρώνουν χρήματα για να φύγουν από την ελλάδα, οπότε δεν ενδιαφέρονται να αναπτύξουν πιο μόνιμους δεσμούς με τους δικούς μας.

Η τραγική ειρωνεία με αυτή την περιοχή του κέντρου είναι πως ένας παλιός προπολεμικός σχεδιασμός έφτιαξε όμορφη την αχαρνών, με δέντρα, πάρκα και φαρδιά πεζοδρόμια, για να μείνουν κατά μήκος της τα ευκατάστατα μεσοαστικά στρώματα, και άφησε στη μορία της τη λιοσίων, που είναι πιο κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό και προοριζόταν για τις φτωχές λαϊκές οικογένειες. Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια και στην πορεία του χρόνου έφερε τα πράγματα τελείως διαφορετικά, ομογενοποιώντας βίαια τον πληθυσμό, το βιοτικό του επίπεδο και κάποιες ταξικές διαφοροποιήσεις. Σήμερα ο σχεδιασμός που φαίνεται να υπάρχει είναι η συνειδητή υποβάθμιση κάποιων περιοχών-φιλέτων του κέντρου, για να περιέλθουν συγκεκριμένοι χώροι, με φτηνό σχετικά αντίτιμο, στο υποπολλαπλάσιο της αξίας τους, στα χέρια αετονύχηδων και μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων, ό,τι περίπου γίνεται δηλ με παιδεία, υγεία και το αλάνθαστο σύστημα: υποβάθμιση-ιδιωτικοποίηση.

Επί δημαρχίας τρίτση (χρατς-χρουτς) υπήρχε ένα σχέδιο πεζοδρόμησης κάποιων κάθετων σε κεντρικές οδικές αρτηρίες, αλλά έμεινε μισό κι ανέσωτο, γιατί σκόνταφτε στο ζήτημα του παρκαρίσματος και των περιορισμένων θέσεων για τους κατοίκους. Σήμερα έχει ανοίξει η συζήτηση για την πεζοδρόμηση της πανεπιστημίου, που δεν αφορά στενά το δήμο. Αλλά το (σχηματικό) δίλημμα «οικολογία ή αυτοκίνητο» είναι αρκετά φτωχό για να χωρέσει όλες τις παραμέτρους του, εφόσον δεν υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο και μελέτη για υπόγειους, δωρεάν χώρους στάθμευσης, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, κτλ.

Μιλήσαμε και παραπάνω για τις κοινωνικές αντιθέσεις που συσσωρεύονται και σιγοβράζουν. Και μπορεί να μη φτάνουν τις εικόνες του ρίο πχ με τις φαβέλες δίπλα στους πρόποδες ενός ουρανοξύστη, αλλά είναι εμφανείς και διαρκώς οξυνόμενες, με τους άστεγους να βρίσκουν καταφύγιο δίπλα σε κυριλέ, πρωτοκλασάτα στέκια και την εξαθλίωση να συνυπάρχει (ειρηνικά προς το παρόν, αλλά όχι για πολύ ακόμα) με την πιο προκλητική χλιδή, στο κολωνάκι και τα πέριξ της πάλαι ποτέ σκωμπίας.

Μιας και το αναφέραμε, η αντίθεση (ή μήπως ψευτοδίλημμα) εξαρχείων-κολωνακίου, αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο που απαιτεί ειδική εξέταση των δύο πλατειών, οι οποίες δεν απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από ένα τέταρτο περπάτημα, πρακτικά στο ύψος από την αρχή ως το τέλος της σόλωνος, που ‘ναι γεμάτη βιβλιοπωλεία. Σε κανένα από αυτά όμως δε θα βρεις τις θρυλικές εκδόσεις «οπορτούνα», που συναντήσαμε με μια παρέα σε ένα ουζερί-κολεκτίβα κάπου κοντά στο κλειστό του σπόρτινγκ. Κι αυτή είναι μια καινούρια μόδα που έχει κατακλύσει το κέντρο και τις γύρω συνοικίες με διάφορα καφενεία-κολεκτίβες κι εναλλακτικά στέκια, φτιαγμένα από κόσμο που βρίσκει κάποια «πολιτική» κι οικονομική διέξοδο από τις δυσκολίες της κρίσης. Κι είναι από τα λίγα ωραία πράγματα που ξεφυτρώνουν αυτό τον καιρό στην πόλη, μαζί με κάποια πολλά ωραία φαγάδικα μεταναστών (τούρκικα, βουλγάρικα, αφρικανικά) που δίνουν στην πόλη ένα πολυεθνικό χρώμα. Και δεν ξέρω εάν θες να προσθέσεις στα παραπάνω ότι μπορείς να κουρευτείς φτηνά ό,τι ώρα θελήσεις και να βρεις ανοιχτό κουρείο κάθε στιγμή της μέρας. Ούτε η νέα υόρκη τέτοια μεγαλεία..




Τα εξάρχεια βέβαια παραμένουν ένα διαρκές φεστιβάλ πολιτικής αφίσας (κυρίως των αναρχικών και δευτερευόντως όλων των άλλων) και καλλιτεχνικών γεγονότων-δραστηριοτήτων, αλλά έχουν χάσει μάλλον την παλιά τους αίγλη. Η εμβληματική τους πλατεία περιστοιχίζεται από αρκετά ακριβά και τρέντι μαγαζιά –πλην του ιστορικού φλοράλ και μερικών ακόμα- ενώ κουμάντο φαίνεται να κάνουν η πρέζα (που τώρα πάντως έχει πάει παρακάτω) κι άνθρωποι της νύχτας, που πουλάνε.. «κινηματική προστασία».

Απέναντι σε αυτό έχει ξεκινήσει με υγιή αντανακλαστικά μια πρωτοβουλία αντίδρασης, που θέλει να κρατήσει την πλατεία καθαρή από πρέζα κι εμπόρους ναρκωτικών. Η οριοθέτηση μιας καθαρής ζώνης ωστόσο καθορίζει και τα πολιτικά όρια της κίνησης, που δεν αντιμετωπίζει συνολικά το πρόβλημα, αλλά προσπαθεί κατά μία έννοια να το κρατήσει μακριά της. Και από αυτή την άποψη, στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον, το σκεπτικό της προσεγγίζει ίσως, σε κάποιο επίπεδο αφαίρεσης, μερικές άλλες πρωτοβουλίες κατοίκων, σε κάποιες άλλες πλατείες, που θέλουν να τις κρατήσουν καθαρές από ό,τι θεωρούν αυτές πως μολύνει την ελληνική τους ψυχή και τα ιδανικά της καθαρής, λευκής φυλής. Δεν τους ταυτίζω προφανώς, γιατί πολλές φορές παρεξηγούνται και τα αυτονόητα, επισημαίνω ωστόσο τον παραλληλισμό και τις αναλογίες σε τελική ανάλυση.

Κι εφόσον πιάσαμε τις πλατείες που ορίζουν το κέντρο της αθήνας, ας σημειωθεί παρενθετικά το ζήτημα της ανάπλασής τους, που έχει καταντήσει ανέκδοτο, καθώς πολλές φορές καταλήγει να επιδεινώνει αντί να βελτιώνει την όψη και τη λειτουργικότητά τους. Το πλέον χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι η ομόνοια. Ενώ στη βικτώρια (πλατεία κυριακού) έχουν καταστρέψει την παιδική χαρά (σπουδαία παιδική ανάμνηση όσων είναι στη δική μου γενιά, κάπου κοντά στα τριάντα), για να μην πηγαίνουν τα μικρά μεταναστόπουλα με τους γονείς τους και το μόνο που έχει μείνει όρθιο είναι κάποιο άγαλμα που με είδε από το πουλιοπουλικό άσμα και το στίχο του λευτέρη παπαδόπουλου, που έμενε στην περιοχή.




Στις δημοτικές εκλογές τώρα (σε ένα δήμο που πρακτικά ταυτίζεται με την α’ αθήνας) το σκηνικό είναι αρκετά ρευστό, αν κι οι κατευθυνόμενες δημοσκοπήσεις δίνουν σαφές αβάντζο στον καμίνη κι αφήνουν ανοιχτό ποιος θα είναι ο αντίπαλός του στο δεύτερο γύρο –κάποιες εξ αυτών μάλιστα φαίνεται να σπρώχνουν τον κασιδιάρη, ίσως γιατί τον θεωρούν ευκολότερο αντίπαλο για τον καμίνη, στα πλαίσια του δημοκρατικού τόξου.

Αν εξαιρέσεις πάντως το σοφιανό, που χτες έκανε έναν άκρως «αυτοδιοικητικό» λόγο, με πολλές αναφορές στα «τοπικά» ζητήματα (άντε και τον κωνσταντίνου) από τους υπόλοιπους συνδυασμούς την πιο.. σκληρή αντιπολίτευση στη δημοτική αρχή την κάνει το παναθηναϊκό κίνημα. Το οποίο είναι αυτό ακριβώς που λέει το όνομά του, τόσο καλτ όσο φαίνεται, έχει ως βασικό ζήτημα που το απασχολεί το γήπεδο της λεωφόρου (αν και λέει πως έχει και συνολικές προτάσεις για το δήμο) και βασικό εκλογικό του κέντρο το οινομαγειρείο απέναντι απ’ τη θύρα 13, που έχει πολύ ωραίο κρασί και κεφτεδάκια –αν έχεις λίγη υπομονή, γιατί οι βιαστικοί σερβίρονται αύριο. Κι ο ιδιοκτήτης του είναι υποψήφιος του συνδυασμού μαζί με γνωστούς παναθηναϊκούς, όπως ο διονυσίου κι η παλιά αθλήτρια ρούξι ντουμιτρέσκου. Τους διέφυγε όμως ο προδότης κριστόφ βαζέχα (που δεν τον λέμε βαρτζίχα, όπως είναι το κανονικό, για να κάνει παρήχηση με το ‘βαζέλα), που πήρε μεταγραφή στον άρη και κατεβαίνει υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με το σπηλιωτόπουλο.

Αυτή είναι όμως απλά η γραφική και σχετικά ακίνδυνη πλευρά των εκλογών. Καμία σχέση δηλ με το ψηφοδέλτιο του μώραλη και του μαρινάκη στον πειραιά που πλασάρεται ως πολυσυλλεκτικό, όχι από πολιτική άποψη, αλλά γιατί έχει στις γραμμές του –εκτός από ολυμπιακούς- μερικούς βάζελους, έναν αεκτζή και κάποιους οπαδούς του εθνικού.

Αλλά αυτό θα ήταν το θέμα μιας διαφορετικής ανάρτησης.

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

Τρεις πράξεις στην αθήνα

Πράξη πρώτη: όχι άλλο κάτουρο

Οι πρώτες στιγμές απ’ την κάθοδο, ήταν μια βόλτα κατά μήκος της αλεξάνδρας.
Σε κάθε γωνία μυρίζει αμμωνία, η χούντα δε σταμάτησε το εβδομηντατρία.
Το νέφος –και κατ’ ευφημισμόν «αέρας»- που αναπνέουν στο λεκανοπέδιο αποτελείται από 78% άζωτο, 2% οξυγόνο και λοιπά οξείδια και τα υπόλοιπα είκοσι είναι πτητικά αέρια από το κάτουρο που εξατμίζεται. Κι αν ζούσε ακόμα ο κούρκουλος κι άφηνε το κολωνάκι για μια βόλτα στο κέντρο (ή έστω η βιργινία ρίχτερ που κι αυτή εγκατέλειψε πρόωρα τα διαδικτυακά εγκόσμια της blogόσφαιρας) θα φώναζε κάθιδρος με πρόσωπο παραμορφωμένο και γουρλωμένα μάτια: όχι άλλο κάτουρο-οοοοοο...

Λίγο πιο κάτω, οι κολασμένοι της αττικής γης έψαχναν στα σκουπίδια του μαρινόπουλου την χαμένη τους αξιοπρέπεια. Εξαθλιωμένες μάζες αναλώσιμων μεταναστών που ψάχνουν την τροφή τους στα αναλώσιμα της καρφούρ. Εφεδρικός στρατός που ανακυκλώνεται εκ περιτροπής στην ανεργία κι άθελά του αναπαράγει τα αφεντικά του και την εξουσία τους. Να δεις που στο τέλος θα παρακαλάμε να μας πάρουν στη δούλεψή τους και να μας εκμεταλλευτούν. Ή όπως λέει σε ένα αστερίξ: κι αν χρειαστεί θα παλέψουμε για τη (μισθωτή) σκλαβιά μας.

Όλα αυτά σε μια πόλη όπου οι αποστάσεις δεν είναι ανθρώπινες και χρειάζεσαι απαραιτήτως αμάξι για τις καθημερινές μετακινήσεις. Αλλά επειδή έχουν σχεδόν όλοι, οι κεντρικές αρτηρίες φρακάρουν από την κίνηση κι η πόλη γίνεται απάνθρωπη.

Όλα αυτά στο μαρινόπουλο, όπου δούλευε κάποτε η δική μας καλαντάλινα κι έκανε το υποκατάστημά της αδύναμο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα της καρφούρ, σπάζοντας σαν σταχανοβίτισσα, όλες τις νόρμες στρατολόγησης κι εγγραφής μελών στο σωματείο.

Πράξη δεύτερη: τι είδα στην ελλάδα των σοβιέτ

Περισσός, διήμερο συνέδριο για το βάρναλη. Το πρωί της πρώτης μέρας μας σαμπόταρε ο ηλεκτρικός και δεν προλάβαμε την αλέκα, το μαΐλη και το θεατρικό. Αλλά για το θεατρικό δεν πειράζει, γιατί είχαμε πάει την προηγούμενη μέρα εξάρχεια και πετύχαμε τα επεισόδια μετά τη συναυλία της σπίθας, οπότε ήμασταν καλυμμένοι.

Προλάβαμε όμως να πάρουμε γεύση από όλα τα υπόλοιπα. Τον μπουφέ με τα σαντουϊτσάκια. Τους συντρόφους της περιφρούρησης και τα καλτ ταμπελάκια με τη διχρωμία στο πέτο. Τον πάγκο με τα βιβλία, όπου εξαντλήθηκαν τα τελευταία αποθέματα από το φως που καίει και την αληθινή απολογία του σωκράτη. Κι όπου ξανάδα μετά από πολύ καιρό τον πρώτο τόμο (του δοκιμίου) ιστορίας του κκε.

Το σοβιετικής αισθητικής κτίριο. Το αμφιθέατρο, όπου η ιστορία σε αρπάζει από το γιακά. Και την εισήγηση της συντρόφισσας από το κεκρ στα ρώσικα, που ακούγονταν σαν μητρική μας γλώσσα σε αυτό το περιβάλλον. Κι όταν τέλειωσε βρήκε τους σλάβους συντρόφους της από τη βουλγαρία και δεν έβαλαν γλώσσα μέσα τους, γιατί δεν ήξεραν γρι ελληνικά και δε μπορούσαν να προσέξουν ούτε μια στιγμή.

Τη συναυλία στο τέλος, όπου γέμισε ξαφνικά η αίθουσα –είχε διπλάσιο κόσμο απ’ ό,τι στις εισηγήσεις. Τραγούδι, παλμός και συγκίνηση, μαζί και για τον παπάζογλου, που πέθανε εκείνο το πρωινό και εμείς το μάθαμε από τον ανδρεάτο και την αφιέρωση που του έκανε.

Την αιρετική εισήγηση της άνεκε ιωαννάτου που μας είπε μεταξύ άλλων ότι ο βάρναλης είχε επιρροές από τον θετικισμό κι είχε κατανοήσει λειψά τη διαλεκτική. Μια άλλη εισήγηση ενός φιλόλογου για το αν υπάρχει γλωσσικό ζήτημα σήμερα, τους διάφορους βαρβαρισμούς και τον γλωσσικό πασοκισμό.
(Ναι, αλλά αυτό αφορά κι εμάς ως ένα βαθμό. Η ουσία του γλωσσικού ζητήματος είναι να απευθύνεσαι στο λαό με τη γλώσσα που μιλά και καταλαβαίνει. Αν έχεις όμως μαλλιά στη γλώσσα ακόμα κι η μαλλιαρή δημοτική φτάνει στα αυτιά του σαν καθαρεύουσα.

Σήμερα που ο πασοκισμός –γλωσσικός και κοινωνικός- έχει κάνει τις λέξεις να χάσουν το νόημά τους, πρέπει να βρούμε μια καινούρια δημοτική μες στη δημοτική. Να ξαναμιλήσουμε τη γλώσσα του λαού, όπως ήξερε να το κάνει ο βάρναλης. Να του μιλήσουμε ποιητικά, με στίχους από την ποίηση του μέλλοντος και να του δώσουμε την χαμένη έμπνευση, την χαμένη πίστη στους αγώνες και τα ιδανικά. Κλείνει η παρένθεση).

Και τέλος, τις παρεμβάσεις με τις βιωματικές αφηγήσεις. Ένα ανέκδοτο επεισόδιο με την επανέκδοση κάποιων έργων του βάρναλη από την αυγή και το σύντροφο που τον ρώτησε απορημένος: γιατί αφήνεις να σε εκμεταλλεύονται; -Αφού είμαι μεταλλείο, του απάντησε αυτός.

Τη μαρτυρία του συνθέτη σαμοΐλη που ο βάρναλης κι η αλεξίου τον πέρασαν από κόσκινο όταν τον πρωτογνώρισαν.
–Παίζεις χαρτιά; -Είσαι κομμουνιστής;*

Μας είπε και για τη μάχη με τη λογοκρισία της χούντας στις συναυλίες της εποχής. Είχε μελοποιήσει κάποια ποιήματα του βάρναλη, αλλά τελικά η χούντα του επέτρεψε να παίξει μόνο τη μουσική μαζί με το λα-λα-λά, αντί για λόγια. Αλλά ο ερμηνευτής αυτοσχεδίασε και του βγήκε: λα-λα, λα-έ..

Και ο βάρναλης στην πρώτη σειρά, να μην ακούει καλά τα λόγια και να στήνει αυτί, στην κλασική του στάση βαρηκοΐας. Όπως ήταν δηλαδή στο πανό του συνεδρίου, πίσω από τους ομιλητές. Σαν να είχε στήσει αυτί, να ακούσει τι θα πούμε κι αν τον θυμάται ο κόσμος.


Ο σαμοΐλης τα διηγείται πολύ καλύτερα και μπορείτε να ακούσετε εδώ την παρέμβασή του: http://www.youtube.com/watch?v=HMya48jgKaQ
Όσο για τα πρακτικά του συνεδρίου θα αργήσουν μάλλον να βγουν, αλλά μπορείτε να πάρετε τα θέματα παιδείας και το διπλό τεύχος με το αφιέρωμα στο βάρναλη που είναι χορταστικό.
Υγ: Το επόμενο συνέδριο με αντίστοιχη θεματική θα είναι αφιερωμένο στον μπέρτολτ μπρεχτ.

Πράξη τρίτη και φαρμακερή: σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο εκλογικό μας κέντρο, στην αρχή της θεμιστοκλέους. Προβολή της ταινίας του τζήμα, τα χρόνια της θύελλας, από τη σπουδάζουσα. Προλάβαμε στο τσακ ανοιχτή την πόρτα –που κλείδωνε κατά τη διάρκεια της προβολής- και βρήκαμε μια κατάμεστη αίθουσα, όπου πήραμε τις θέσεις τριών παλαίμαχων που σηκώθηκαν όρθιοι για να μπορούν να βλέπουν.

Το 79’ ο τζήμας έφτιαξε τον άνθρωπο με το γαρίφαλο, μια ταινία για τον μπελογιάννη, τον καλό πλαστήρα που ήθελε –λέει- να τον σώσει (αλλά δεν τον άφησαν το παλάτι κι οι αμερικάνοι) και το ανερχόμενο τότε άθροισμα των δυνάμεων της αλλαγής.
Τα χρόνια της θύελλας είναι ταινία του 84, επί κυβερνήσεως της αλλαγής. Αναφέρονται στην ηρωική δεκαετία του 40 και στην ουσία είναι η ιστορική εκδοχή του παλιού, καλού πασοκ για εκείνα τα χρόνια, μαζί με μια δόση καλτ. Που δεν είναι ακριβώς προλετ-καλτ, αλλά καλτ μη προνομιούχο. Κάτι σαν απάντηση στην ταινία γράμμος-βίτσι, που είναι η κινηματογραφική εκδοχή των δεξιών. Η δική μας δεν έχει γυριστεί ακόμα.

Στην ταινία υπάρχουν κάποιες καλτ σκηνές που απευθύνονται στο ευρύ κοινό κι άλλες με πολιτικό υπόβαθρο, που απαιτούν ιστορικές γνώσεις για τις συνθήκες της περιόδου. Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές.

Η πρωταγωνίστρια του έργου συναντά τον αρραβωνιαστικό της έτοιμο να φύγει για το βουνό καβάλα στο άλογο και τον ξεπροβοδίζει με τη θρυλική ατάκα: πρόσεχε, μην τρέχεις.
Γενικά οι μεταξύ τους διάλογοι δεν είναι ρεαλιστικοί και θυμίζουν φωσκολικό σίριαλ. Στις προσωπικές τους στιγμές αντί να πουν κάποια τρυφερά λόγια, μιλάνε πχ για την αναγέννηση της πατρίδας και τη δύναμη που τους δίνει αυτό το μεγάλο έργο για να συνεχίσουν. Κι όταν έρχονται τα νέα για τη βάρκιζα και την παράδοση των όπλων, η έκφραση των προσώπων κι οι αντιδράσεις έχουν κάτι από γιάγκο δράκο.

Στη συνέχεια της ταινίας η πρωταγωνίστρια ξαναβρίσκει τον αρραβωνιαστικό της και προλαβαίνει μέσα σε δύο σκηνές να μείνει έγκυος. Ενώ χορεύουν σε μια σπηλιά και χαίρονται τον έρωτά τους, κάποιος τους προδίδει και τους περικυκλώνει η χωροφυλακή. Ο αντάρτης ετοιμάζεται να παραδοθεί, η πρωταγωνίστρια καταρρέει κι αυτός της λέει: «όχι, εσύ πρέπει να ζήσεις...!»
Για την εκδίκηση; Για το παιδί μας; Μα πού το έχω ξανακούσει αυτό;
Λες να εννοούσε κι αυτός ότι έπρεπε να ζήσει για να εκδικηθεί την ηγεσία του κόμματος και τον ζαχαριάδη;

Αυτό δε μας το διευκρινίζει η ταινία. Μας δείχνει όμως ότι στη συνέχεια η πρωταγωνίστρια πέρασε από δίκη, πήγε φυλακή, κι αποφυλακίστηκε με τα μέτρα επιείκειας του πλαστήρα! Μα τι καλός που ήταν αυτός ο άνθρωπος! Κι ύστερα σου λένε, τι πλαστήρας, τι παπάγος. Όρκο παίρνω πως κι αυτός πολύ καλός άνθρωπος ήτανε.

Στο ενδιάμεσο ο αντάρτης περιπλανιέται μαζί με έναν σύντροφό του προσπαθώντας να ξεφύγει από τον κλοιό του «εθνικού» στρατού. Μία νύχτα βρίσκουν καταφύγιο σε ένα στάβλο, όπου λίγο αργότερα έρχεται ένα «αμαρτωλό» ζευγαράκι κι αρχίζει τις περιπτύξεις. Αποκαμωμένοι οι αντάρτες, αντί να κρυφτούν, πιάνουν θέση και παρακολουθούν το θέαμα με το χαμόγελο του ξελιγωμένου στα χείλη.

Σε κάποια άλλη σκηνή, το ίδιο δίδυμο μπαίνει σε ένα σπίτι αναζητώντας λίγη τροφή. Κόρη και μάνα –που είναι μέσα- τρομοκρατούνται και περιμένουν τα χειρότερα, τα οποία όμως δεν έρχονται. Η κόρη στο τέλος, σχεδόν απογοητευμένη ρωτάει: μαμά, γιατί δε μας βίασαν;

Η καλύτερη σκηνή όμως είναι με το ζέρβα και το βελουχιώτη, όπου έχεις διαρκώς την εντύπωση ότι έχουν μπερδέψει τους ρόλους και διαβάζουν ο ένας τα λόγια του άλλου.
Ο άρης προτείνει στο ζέρβα την αρχηγία στο αντάρτικο, αλλά αυτός του εξηγεί ότι δε μπορεί να τον εμπιστευτεί: κι η δικτατορία του προλεταριάτου; τι έγινε με αυτά που λέγατε;

Ο άρης λέει ότι τώρα διεξάγουν έναν εθνικό αγώνα και τον ρωτά τι τα θέλει τα πάρε-δώσε με τους άγγλους. Η απάντηση είναι αποστομωτική: «Ακόμα και με το διάβολο θα συνεργαστώ για το καλό της πατρίδας μου...!!»
Κι όταν ο άρης επιμένει στην πρότασή του για συνεργασία ο ζέρβας λέει «δικαίωμα» για να συμβουλευτεί πρώτα την κεντρική του επιτροπή!*(2)

Πραγματικό καλτ διαμάντι! Δε βγαίνουν πια τέτοιες ταινίες.
Τίτλοι τέλους, άναψαν τα φώτα και βλέπουμε γύρω μας μάτια δακρυσμένα.
Θα ‘ναι που συνήθισαν στο σκοτάδι κι άναψε απότομα το φως, λέει κυνικά η μαριορή. Και ύστερα ψάχναμε μαζί να βρούμε τι κονέ να έχει ο τζήμας στο ρίζο και να έχει εξασφαλίσει τέτοια προβολή από τον κομματικό τύπο.
Πιστεύω η κάθοδος των εννιά που δείξαμε αυτή την εβδομάδα να ήταν καλύτερη.

Αυτά. Στα υπόλοιπα θέματα της αθήνας η κε του μπλοκ θα τηρήσει το off the record μέχρι να αποχαρακτηριστούν τα προσωπικά αρχεία και να βγουν όλα στη φόρα.

Υποσημειώσεις

*(Τα πάντα πράξε και τα πάντα πούλα/ Σαν έχεις του εθνικόφρονα τη βούλα
Τα πάντα πράξε και τα πάντα φτύσε/ Μονάχα κόκκινος μην είσαι)


*(2) Αυτό το τελευταίο το αναφέρει κι ο χαριτόπουλος στη βιογραφία του άρη και το ερμηνεύει ως ντρίπλα του ζέρβα που τον είχαν ορμηνέψει οι άγγλοι να αποφύγει τη συμφωνία και να στηριχτείς στις δικές τους πλάτες.