Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Puerta del Sol. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Puerta del Sol. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Οι «Ταπεινωμένοι» Η διφορούμενη εικόνα του «Αγανακτισμένου» πολίτη Από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ πηγηThe Athens Review of Books, Blog

The Athens Review of Books, Blog
Οι «Ταπεινωμένοι»
Η διφορούμενη εικόνα του «Αγανακτισμένου» πολίτη


Από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ

Αν η συνεχιζόμενη κινητοποίηση μερίδας πολλών Ισπανών πολιτών, που ονομάσθηκε και «Κίνημα της 15ης Μάη», αυτοχρίσθηκε ως το κίνημα των «Αγανακτισμένων», είναι γιατί οι πολυπληθείς φορείς του, νεανικής κατά βάση ηλικίας, αισθάνονται βαθιά ταπεινωμένοι, σχεδόν απελπισμένοι ως προς τη διάψευση των υποσχέσεων που τους δόθηκαν από την προηγούμενη γενιά αλλά και από την πολιτική τάξη. Ο φόβος ανάμικτος με ογκούμενη οργή, που κάλλιστα μπορούν να μετατραπούν σε μνησικακία, αφορούν τη διαφαινόμενη πτώση μιας νέας γενιάς και μιας κοινωνικής τάξης, της νεο-μικροαστικής, σε ένα καθεστώς νεο-προλεταριοποίησης.
Τρία είναι τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύει αυτή η κινητοποίηση. Το πρώτο, αυτό της εργασίας. Το δεύτερο, αυτό της χαμένης ατομικής αξιοπρέπειας που σχετίζεται με την απώλεια του εργασιακού ορίζοντα. Και το τρίτο, της μονοσήμαντα συναισθηματικής επένδυσης, μέσω της «αγανάκτησης», αυτής της διαδικασίας ατομικής και συλλογικής παρακμής.
Αν διαβάσει κάποιος με προσοχή το «Μανιφέστο» των Ισπανών Indignados θα δει μια συναισθηματικά φορτισμένη φωνή η οποία καθοδηγείται από εκείνη την ντροπή που προσιδιάζει στην ατομική ταπείνωση. Το έλλειμμα ατομικής αξιοπρέπειας των πολλών, λόγω της διάψευσης των προσδοκιών ανιούσας κινητικότητας, ακρωτηριάζει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το «δικαίωμα στην ευτυχία», και στρέφεται κατά της μικρής «μειοψηφίας» των «από πάνω», των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, οι οποίες δεν «ακούνε» πλέον τη μάζα των «καθημερινών ανθρώπων». Η κινητοποίηση των «αγανακτισμένων» θέλει να υποδείξει ακριβώς αυτή τη διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους και στην ιθύνουσα ελίτ, προβάλλοντας μια σειρά από γενικά αιτήματα (δικαίωμα στην κατοικία, την εργασία, την κουλτούρα, την υγεία, την εκπαίδευση, συμμετοχή στην πολιτική ζωή, ελευθερία στην προσωπική ανάπτυξη, δικαιώματα στην κατανάλωση), χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει έναν έστω και στοιχειώδη προγραμματικό τρόπο υλοποίησής τους.
Με την έννοια αυτή, η κινητοποίηση των «Αγανακτισμένων» μπορεί, σύμφωνα με την τυπολογία του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, κάλλιστα να κατανοηθεί ως ένας κοινωνιο-λαϊκισμός διαμαρτυρίας[1]. Αυτή η μορφή λαϊκισμού συνοψίζει την απογοήτευση από την αποσύνθεση των λειτουργιών της παλαιο-σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης κρατικο-προνοιακής λειτουργίας, διεκδικώντας απεγνωσμένα ένα δικαίωμα, μια επιστροφή στον ματαιωμένο σήμερα ηδονιστικό ατομικισμό των προηγούμενων γενεών. Στρέφεται κατά του «συστήματος» γενικότερα, χωρίς όμως να του αμφισβητεί θεμελιωτικές του αξίες, όπως, για παράδειγμα, αυτή του «χρήματος», για το οποίο απαιτεί να τεθεί στην υπηρεσία των πολλών, των «ανώνυμων». Τα αιτήματά του είναι ένα κράμα σοσιαλδημοκρατικών διεκδικήσεων της εποχής της ευμάρειας και μετανεωτερικών αιτημάτων αυτοπραγμάτωσης, μια απόπειρα συγκεχυμένης άρθρωσης του «εγώ» με το «εμείς», του ατόμου με τη συλλογικότητα.

Το γεγονός, ωστόσο, ότι η κινητοποίηση αυτή στερείται πολιτικής εκπροσώπησης, δηλαδή ηγεσίας, το διαφοροποιεί από παρελθούσες λαϊκιστικές εμπειρίες. Αυτό αποτελεί μία πολύ σοβαρή αδυναμία, γιατί περιορίζει δραστικά την αποτελεσματικότητα της δράσης του στο λεγόμενο πεδίο της «υποπολιτικής»· ακόμα, θα έλεγε κανείς, συνδυάζοντας αυτή την αδυναμία με την απουσία «προγράμματος», μπορεί να το κατευθύνει και στο πεδίο της «αρνητικής πολιτικής».
Ο Ισπανός σοσιαλφιλελεύθερος πολιτικός φιλόσοφος Ντανιέλ Ινεράριτυ επισημαίνοντας στην El Pais καίρια αυτό το χαρακτηριστικό της κινητοποίησης των «Αγανακτισμένων» θα σταθεί στις «αρνητικές ενέργειες αγανάκτησης και θυματοποίησης»[2] που αποδεσμεύουν τέτοιες λαϊκιστικές πρωτοβουλίες οι οποίες, εξαντλούμενες σε συναισθηματικά αναθέματα και στην ανθρωπομορφική, θα προσθέταμε, αναζήτηση των «ενόχων», οδηγούν τελικά, παρά τη θέλησή τους, στο να σταθεροποιούν το «σύστημα» κατά του οποίου βάλλουν.
Άραγε, αυτή η αναδυόμενη φιγούρα ενός συναισθηματικού πολίτη μπορεί να αποτελέσει μια ενθαρρυντική υπόσχεση για τις λεγόμενες προοδευτικές δυνάμεις; Αυτός ο νέος αριστερόστροφος κοινωνιο-λαϊκισμός μπορεί να κοντράρει τον ακροδεξιό ξενοφοβικό εθνικο-λαϊκισμό της τελευταίας εικοσαετίας; Από μια πρώτη προσέγγιση, ο πρώτος φαίνεται αυτή τη στιγμή να αποτελεί μία αυθόρμητη απάντηση στον δεύτερο. Παρατηρώντας, ωστόσο, τα δεδομένα κάπως εγγύτερα, ο Werner A. Perger, αρθρογράφος της Die Zeit, θα επισημάνει: «Όσοι συγκεντρώνονται στις πλατείες σε όλη τη χώρα έχουν έναν κοινό εχθρό: τη δημοκρατία των κομμάτων και την πολιτική τάξη που την ενσαρκώνει. Στις δημοσκοπήσεις, αυτή η τελευταία έρχεται τρίτη, μετά από την ανεργία και την οικονομία, πριν από τη μετανάστευση και την τρομοκρατία, στον κατάλογο των μεγάλων ανησυχιών των πολιτών. Σε αυτό το σημείο, οι λαϊκιστές δεξιάς και αριστεράς διατηρούν την ίδια στερεοτυπική εικόνα του εχθρού»[3]

Επομένως, μία απροϋπόθετη υπόκλιση σε αυτή τη φιγούρα του συναισθηματικού και αντιστασιακού πολίτη έχει τα ρίσκα της. Τα γενικά ευχολόγια που αντικαθιστούν πλήρως τα πολιτικά προγράμματα, αλλά και οι ανορθολογικές ονειρώξεις που τα συνοδεύουν, ακόμα και αν έχουν αποκλείσει κάθε προσφυγή στη βία, αναπαράγουν ηρεμιστικές χίμαιρες. Η «Αγανάκτηση», από μόνη της, όπως αυτή στην οποία προτρέπει ο Στεφάν Εσσέλ στην νηπιακής πολιτικής σκέψης μπροσούρα του Αγανακτήστε!, συνιστά σε τελευταία ανάλυση κλήτευση σε αντιπολιτική ανευθυνότητα στο όνομα ενός αφηρημένου ουμανισμού της «ευθύνης». Αν η μανιχαϊστική πρόσληψη της πραγματικότητας, και η αναγόρευση της «αγανάκτησης» σε «κινητήρια δύναμη»[4] μιας αντιστασιακής ιστορίας είναι η μοναδική συνταγή για την υπέρβαση της σημερινής κακοδαιμονίας, αν σε αυτό το παιδικό φαντασιακό εγκλωβιστούν θεμιτές ατομικές και συλλογικές αγωνίες, τότε με συνοπτικό τρόπο και «αγανακτώντας» κάποιοι θα μπορούσαν να αναφωνήσουν: κάθε εποχή έχει την αντιπολίτευση που της προσιδιάζει…




[1] Pierre-André Taguieff, L’Illusion Populiste. Essai sur les démagogies de l’âge démocratique, Flammarion, Παρίσι 2007.
[2] Βλ. Le Courrier International, τχ. 1073, 26-31 Μαΐου 2011.
[3] Ό.
[4] Βλ. Stéphane Hessel, Αγανακτήστε!, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, Πατάκη, Αθήνα 2011, σ. 17.
Copyright © 2011 Booksreview.gr.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

ντροπη και αγανακτηση: Πηγές της ηθικής ευθύνης(απο την ''Ε'')

Πηγές της ηθικής ευθύνης

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Ο Ζιζεκ για τις ..πλατειες

Ολόκληρο το άρθρο του Ζίζεκ [Shoplifters of the World Unite] μεταφρασμένο στα ελληνικά από τους Κων/νο Σ. και Θάνο Ανδρίτσο που δημοσιεύτηκε στη Λέσχη.
Η τελευταία παράγραφος του άρθρου που αναφέρεται στην Ελλάδα:
Η κατάσταση στην Ελλάδα φαίνεται πιο ελπιδοφόρα, κάτι που οφείλεται μάλλον στην πρόσφατη παράδοση προοδευτικής αυτό-οργάνωσης (η οποία εξαφανίστηκε στην Ισπανία μετά την πτώση του καθεστώτος του Φράνκο). Αλλά ακόμα και στην Ελλάδα, το κίνημα διαμαρτυρίας δείχνει τα όρια της αυτο-οργάνωσης: οι διαδηλωτές διατηρούν ένα χώρο ισότητας και ελευθερίας χωρίς κεντρική αρχή να τον ρυθμίζει, ένα δημόσιο χώρο όπου σε όλους παραχωρούνται ίσα χρονικά διαστήματα για να μιλήσουν και ούτω καθεξής. Όταν οι διαδηλωτές άρχισαν να συζητούν τι να κάνουν στη συνέχεια, πώς να προχωρήσουν πέρα από την απλή διαμαρτυρία, η πλειοψηφική άποψη ήταν ότι αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν ένα νέο κόμμα ή μια άμεση απόπειρα κατάληψης της κρατικής εξουσίας, αλλά ένα κίνημα που θα έχει ως στόχο να ασκήσει πίεση στα πολιτικά κόμματα. Αυτό σαφώς δεν είναι αρκετό για να επιβάλει μια αναδιοργάνωση της κοινωνικής ζωής. Για να γίνει αυτό, κανείς χρειάζεται ένα ισχυρό σώμα σε θέση να καταλήξει σε γρήγορες αποφάσεις και να τις υλοποιήσει με όλη την απαραίτητη σκληρότητα.
το βρηκα στου ΡΑΚΟΥ

Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Φαλλογοκεντρισμός, η γεροντική ασθένεια του μοντερνισμού: φλυαρίες (περί) αγανακτισμένων) του Άκη Γαβριηλίδη. Aναδημοσιευση απο το Nomadic universality(κι ενα μου σχολιο)

Φαλλογοκεντρισμός, η γεροντική ασθένεια του μοντερνισμού: φλυαρίες (περί) αγανακτισμένων

 του Άκη Γαβριηλίδη
Ένα κοινό ανάμεσα στο κίνημα των «αγανακτισμένων» και το Δεκέμβρη του 2008 είναι ότι και τα δύο κατηγορήθηκαν για «αφωνία», για το ότι ήταν ασαφή, συγκεχυμένα, χωρίς συγκεκριμένα αιτήματα.

Βέβαια, αυτοί που διατύπωσαν εκάστοτε την κατηγορία δεν συμπίπτουν.

Αυτοί που συμβατικά θα αποκαλούσαμε συντηρητικούς, φιλελεύθερους ή mainstream σχολιαστές, την διατύπωσαν και τις δύο φορές. Εκεί που διέφερε η κατάσταση ήταν στο χώρο που μέχρι τώρα χαρακτηρίζαμε χονδρικά «προοδευτικό»: το Δεκέμβρη, για έλλειψη καθαρότητας παραπονέθηκαν οι προερχόμενοι από την ανανεωτική αριστερά, ενώ τώρα οι προερχόμενοι από τη ριζοσπαστική αριστερά και αναρχία.

Όλοι οι ανωτέρω έχουν άδικο. Οι κατηγορίες δεν ευσταθούν ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση.

Γιατί δεν ευσταθούσαν το Δεκέμβρη, έχω ήδη εξηγήσει στο παρελθόν[1]. Για τα τωρινά, θα το δούμε παρακάτω.

Προς τούτο, θα ήταν χρήσιμο να ξεκινήσουμε ακριβώς από τη σχέση των δύο φαινομένων με τη γλώσσα.

Είναι δηλωτικό ότι και στις δύο περιπτώσεις αναδύθηκε μία καινούρια λέξη για να προσδιορίσει το υποκείμενο της αντίστοιχης δράσης. Τότε ήταν οι κουκουλοφόροι[2], τώρα οι αγανακτισμένοι. Και οι δύο όροι είχαν ήδη μια προϊστορία στο πολιτικό και κοινωνικό λεξιλόγιο, συνδεδεμένη όμως με τη ριζοσπαστική δεξιά. Τώρα αναπλαισιώθηκαν και πήραν καινούριο νόημα.

Αυτό αποτελεί από μόνο του αψευδή μαρτυρία του πολιτικού χαρακτήρα των αντίστοιχων φαινομένων, με την ειδική έννοια που αποδίδει στον όρο ο Ρανσιέρ: με την έννοια της ανάδυσης του μέρους εκείνων που δεν έχουν μέρος, της εμφάνισης ενός υποκειμένου το οποίο δεν υπήρχε μέχρι τότε, δεν αποτελεί την έκφραση κάποιας από τις προσδιορισμένες προηγούμενες ταυτότητες στις οποίες ήταν κατανεμημένο το πεδίο της θεσμοποιημένης (και αστυνομευμένης) πολιτικής. Δεν αρκούσε να πούμε ότι ήταν μια κινητοποίηση της αριστεράς, της δεξιάς, της εργατικής τάξης, του λαού, του έθνους κ.λπ. –γι’ αυτό χρειάστηκε ένα νέο σημαίνον.

Ιδίως στην πρώτη περίπτωση, το σημαίνον αυτό δήλωνε ένα υποκείμενο που ήταν ταυτόχρονα μη υποκείμενο, ήταν κάτι φευγαλέο, κάτι που δηλώνει ως ταυτότητα την απουσία ταυτότητας, ή έστω τη συγκάλυψή της, τη μεταμφίεση –ήταν λοιπόν ένα queer υποκείμενο, ήταν ίσως η ίδια η queerness. Αυτό υπήρξε εν πολλοίς η αιτία της αμηχανίας που προκάλεσε στους επαγγελματίες της πολιτικής. (Και με αυτό δεν εννοώ μόνον όσους εισπράττουν μισθό για την ενασχόλησή τους με την πολιτική).

Με τους αγανακτισμένους, ίσως να μην έχουμε απόκρυψη του προσώπου, έχουμε όμως επίσης μία queer διάσταση, η οποία ξενίζει καθόσον κρίνεται ως μη επαρκώς αρρενωπή.

Αν διαβάσουμε τα σχόλια κριτικής και αποστασιοποίησης από το κίνημα των αγανακτισμένων, ιδίως αυτά που προέρχονται από λενινιστές ή από φιλελεύθερους, (από τέκνα της διαφωτιστικής μήτρας εν πάση περιπτώσει), θα δούμε ότι αυτά αντλούνται από δύο κατά βάση αφηγηματικά παραδείγματα. Το ένα είναι το αριστοκρατικό παράδειγμα, το αφήγημα του φόβου των μαζών, σύμφωνα με τον όρο που εισήγαγε ο Μπαλιμπάρ μιλώντας για το Σπινόζα· το αφήγημα κατά το οποίο «ο όχλος δεν έχει κανένα μέτρο, ότι τρομοκρατεί όταν δεν είναι ο ίδιος φοβισμένος, και ότι ο λαός είτε υπηρετεί με δουλοπρέπεια, είτε κυριαρχεί με υπεροψία, ότι δεν υπάρχει στο λαό καμία αλήθεια και καμία κρίση κ.ο.κ.»[3]. Η πεποίθηση ότι η κίνηση του πλήθους είναι συγκεχυμένη, ανιεράρχητη, χαώδης, είναι εμφανής σε χωρία όπως το εξής:

Δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίζουμε με σεβασμό κάθε άνθρωπο που διεκδικεί το δικαίωμά του να εκφράσει με ειρηνικό τρόπο τα αισθήματα που τον κατακλύζουν. Όσα ψήγματα κοινωνικής αλληλεγγύης μας έχουν απομείνει στην αφυδατωμένη και αδιάφορη κοινωνία μας πρέπει να είναι αρκετά ώστε να μας ευαισθητοποιούν απέναντι στις δυσκολίες των συνανθρώπων μας. Ωστόσο, αν κάτι εντυπωσιάζει ανάμεσα στις εκδηλώσεις του ετερόκλητου πλήθους των αγανακτισμένων πολιτών, τούτο είναι η αδυναμία διατύπωσης ενός στοιχειωδώς συνεκτικού πολιτικού λόγου, η απουσία λογικών επιχειρημάτων καθώς και η πασιφανής έλλειψη νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων[4].

Αυτό λοιπόν που προξενεί τη δυσφορία και την περιφρόνηση του κατά τα άλλα ανεκτικού (άνδρα) διανοουμένου, είναι η απουσία λογικής. Αυτό ακριβώς απηχεί και σχετική δήλωση που συνυπέγραψαν 11 πανεπιστημιακοί, στην οποία αναφερόταν:

κανείς δεν αμφισβητεί ότι πολλοί συμπατριώτες μας βρίσκονται σε κατάσταση απελπισίας. (…) Εξίσου γνωστό είναι όμως, επίσης, ότι απελπισία και ορθολογισμός σπανίως συμβαδίζουν[5].

Είναι ενδιαφέρον ότι τουλάχιστον δύο από τους 11 πανεπιστημιακούς έχουν κατηγορηθεί από αριστερούς διαφωτιστές για «μεταμοντέρνο σχετικισμό».

Το ίδιο μίσος για τη δημοκρατία εκφράζεται παραδειγματικά σε κείμενα που επιστρατεύουν ως ερμηνεία την «αιφνίδια αφύπνιση από το όνειρο του ηδονιστικού ατοµικισµού»[6] –η οποία αναπαράγει, σχεδόν αυτολεξεί, την προσέγγιση που επικρίνει ο Ρανσιέρ στο σχετικό βιβλίο του. Επίσης, εκφράζεται μέσω της συχνότατης υποτιμητικής σύγκρισης των συνελεύσεων στις πλατείες με ομαδική ψυχοθεραπεία[7] –άρα με ζητήματα «ιδιωτικά», «απλώς πολιτισμικά», που δεν συνάδουν με την «σοβαρή» πολιτική.

Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που γεννά καχυποψία στους μοντερνιστές είναι ο υπερβολικός συναισθηματισμός. Ο φόβος απέναντι στα «αισθήματα που μας κατακλύζουν» παρατηρείται ακόμα και σε σχολιαστές –και των δύο φύλων- από την παραδοσιακή αριστερά οι οποίοι κατά τα λοιπά διάκεινται ευνοϊκά προς το όλο φαινόμενο[8].

Αυτή η φαλλογοκεντρική σύλληψη της πολιτικής εκφράζεται συχνά μέσα από τη γλωσσική χρήση προτροπών πειθαρχικού προσανατολισμού του βλέμματος όπως «να δούμε το δάσος και όχι το δέντρο», ή «όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι ο ηλίθιος κοιτάζει το δάχτυλο». Πιστεύω ότι είναι πλέον καιρός να παραιτηθούμε από την καθολικευτική εμμονή του «δάσους» και να στρέψουμε το βλέμμα μας, αντίθετα, στο δέντρο. Ή, ακόμα καλύτερα, ούτε καν στο δέντρο: στο ρίζωμα. Στα ριζώματα[9]. Είναι καιρός για μια έξοδο από τον καταναγκασμό του «ορθού λόγου». Ας γίνουμε και λίγο ηλίθιοι. Ή μάλλον, ας παραδεχτούμε ότι είμαστε ήδη ηλίθιοι. Και εμ-παθείς. Η αρχική κατάσταση του ανθρώπου είναι η ανοησία. Το μυαλό των ανθρώπων δεν είναι τόσο οξύ ώστε να μπορεί να διεισδύει μεμιάς στην καρδιά όλων των προβλημάτων· όταν όμως οι άνθρωποι συζητούν, ακούνε ο ένας τον άλλο και διαφωνούν, (όπως γίνεται τώρα στις πλατείες), οξύνεται, και όταν δοκιμάζουν όλους τους τρόπους, τελικά επινοούν κάτι το οποίο κανείς δεν θα είχε σκεφτεί προηγουμένως[10].

Αν λοιπόν η (επι)νόηση στην πολιτική είναι κάτι που προκύπτει όχι από τον «ορθό» λόγο, αλλά από τον σκέτο λόγο, από την κουβέντα, ίσως ήρθε η ώρα να ανατιμήσουμε την παραδοσιακά «γυναικουλίστικη» δραστηριότητα της φλυαρίας, και να την συγκαταλέξουμε μεταξύ των πολιτικών αρετών[11].

Oι συνελεύσεις στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο, και όπου αλλού έγιναν, ήταν ακριβώς ομαδικές ψυχο-θεραπείες. Δηλαδή προσπάθειες για έναν από κοινού χειρισμό του τραύματος. Αυτή είναι η δύναμη και η σημασία τους. Τι καλύτερο από αυτό; Τι θα προτιμούσαμε δηλαδή; Ο καθένας από αυτούς τους ανθρώπους να καταφύγει σε ατομική ψυχοθεραπεία; Ή να παραστήσει ότι διατηρεί την ψυχραιμία του και ότι δεν συνέβη τίποτε;

Η ίδια η έξοδος των ανθρώπων στις πλατείες συνιστά μια προσπάθεια να συνομιλήσουν, άρα αυτόχρημα να δράσουν, να μη μείνουν στην παράλυση και την παραίτηση[12]. Όποιος προσεγγίζει το λόγο της πλατείας με την προσμονή να βρει σε αυτόν λύσεις για το τι να κάνουμε με τα ελλείμματα, ασφαλώς δεν θα βρει. Ο λόγος αυτός δεν μας λέει πώς θα βγούμε από το οικονομικό αδιέξοδο. (Ούτε όμως και κανένας άλλος λόγος, «διαφωτισμένος» ή μη). Όταν οι άνθρωποι τον επιτελούν δημόσια, παράγουν ένα κοινό νόημα για όλα όσα έγιναν τον τελευταίο χρόνο, συμβολοποιούν το κενό που αυτά προκάλεσαν στη ζωή τους. Μπορεί να λένε «βλακείες», αλλά στην εκτύλιξη αυτού του λόγου ζητούμενο δεν είναι η επιστημονική εγκυρότητα και η (εργαλειακά) ορθολογική «αναζήτηση βέλτιστων λύσεων»[13]. Ούτε εξάλλου την διεκδικούν οι ομιλούντες. Είναι η ίδια η επιτέλεση της κουβέντας ως δεξιοτεχνίας[14], ως «μέσου χωρίς σκοπό»[15]. Γι’ αυτό ακριβώς η εν λόγω δραστηριότητα είναι πολιτική. Με αυτή την επιθυμία συνομιλίας, (και με την κλήρωση η οποία τη ρυθμίζει), αναδύεται η «αρχή του οποιουδήποτε», η αρχή όσων δεν έχουν καμία εκ των προτέρων προσδιορισμένη αρμοδιότητα να άρχουν. Δηλαδή η έμπρακτη λειτουργία της δημοκρατίας, σε βαθμό που είχε να συμβεί στην Αθήνα από την εποχή του Κλεισθένη.


[1] Akis Gavriilidis, «Greek riots 2008: A mobile Tian An Men», in: S. Economides & V. Monastiriotis (Eds.), The Return of Street Politics? Essays on the December Riots in Greece, London: The Hellenic Observatory, LSE, 2009. Eπίσης, Άκη Γαβριηλίδη, «Δεκέμβρης 2008: Μια κινητή Tιαν Aν Mεν», http://rnbnet.gr/details.php?id=1148, και «Οι καθηγητές του τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη», Θέσεις τ. 113 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2010) = http://wp.me/p1eY1R-38.
[2] Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω σε ακόμα ένα σχετικό κείμενο που είχα γράψει τότε «εν βρασμώ» με τίτλο «Γιατί είμαι με τους κουκουλοφόρους», και που δημοσιεύτηκε στο σάιτ του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ (η διεύθυνσή του είναι http://www.socialforum-media.gr/forum/viewforum.php?f=5, αλλά τις μέρες που γράφονται οι γραμμές αυτές δεν φαίνεται να λειτουργεί) και εν συνεχεία στο περιοδικό Πανοπτικόν.
[3] Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, κεφ. 7 § 27· η απόδοση δική μου. Βλ. επίσης Étienne Balibar, «Spinoza, l’ anti-Orwell – la crainte des masses», in: Les Temps Modernes 470, Σεπτέμβριος 1985.
[4] Δημήτρης Σκάλκος, «Της άρνησης και της αγανάκτησης», Athens Voice 07/06/2011. Οι υπογραμμίσεις, όπου δεν αναφέρεται αλλιώς, είναι δικές μου.
[5] «Διακήρυξη πανεπιστημιακών υπέρ του Μεσοπρόθεσμου», Τα Νέα, 14 Ιουνίου 2011.
[6] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Οι κραυγές του συναισθηµατικού πολίτη», Βήμα, 18 Ιουνίου 2011.
[7] Πρβλ.: «υπάρχει πραγματικά ένα χάσμα ανάμεσα στην προσπάθεια συνέλευσης (λέμε προσπάθεια γιατί δεν έχει συγκροτηθεί ουσιαστικά σε σώμα και μοιάζει πολλές στιγμές με ομάδα ψυχοθεραπείας) και στο ετερόκλητο πλήθος απογοητευμένων πατριωτών» (Δ. Χατζής, « Σκέψεις για την πλατεία Συντάγματος », στο μπλογκ με την εύγλωττη επωνυμία avantgarde2009).
[8] Π.χ. ο Νικόλας Σεβαστάκης, σε άρθρο του με τίτλο «Η αγία καθαρολογία και οι πλατείες της ‘αγανάκτησης’» (μπλογκ REDNotebook, 30 Μαΐου 2011), το οποίο ακριβώς γράφτηκε για να επικρίνει τους «οπαδούς της πολιτικής ορθότητας» που στέκονται επιφυλακτικά απέναντι στο κίνημα, σπεύδει ήδη εξ αρχής να διευκρινίσει ότι «Δεν είναι ας πούμε καθαρολογία μια ορισμένη απόσταση από τη μαγεία της ταύτισης στην οποία μπορεί να σε παρασύρει η ‘πολιτική του συναισθήματος’». Επίσης, οι κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσες «Σκέψεις με αφορμή την πλατεία Συντάγματος» της Σίας Αναγνωστοπούλου (Αυγή, 12/6/2011), κλείνουν με μια έκκληση για «διεκδίκηση μιας πολιτικής του ορθού λόγου», ελάχιστα ταιριαστή προκειμένου για ένα κίνημα που αυτοπροσδιορίζεται με βάση ένα πάθος, αλλά και εσωτερικά ασυνεπή, εφόσον αναφέρεται στη «συγκρότηση με ορθολογικό τρόπο –δηλαδή ταξικό και ιδεολογικό– πολιτικών μετώπων», λες και τα ταξικά και, ιδίως, τα ιδεολογικά μέτωπα μπορούν να συγκροτηθούν με βάση τον «ορθό λόγο».
[9] Βλ. Gilles Deleuze-Félix Guattari, Mille Plateaux, éd. de Minuit, Paris 1980, σ. 9 επ.
[10] Παράφραση από την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα, κεφ. 9 § 14.
[11] Πρβλ. σε αυτό το πνεύμα, Paolo Virno, «Φλυαρία και περιέργεια. Η ‘διάχυτη εκπαίδευση’ στο μεταφορντισμό», Σύγχρονα Θέματα τ. 103, σ. 52-57, http://wp.me/p1eY1R-5D. Επίσης, από μια άλλη οπτική, http://imerisiadiataxi.blogspot.com/2011/05/pouerta-de-sol.html.
[12] Κατ’ αυτή την έννοια δεν αποτελεί «έκφραση απελπισίας», όπως φαντάζονται οι 11 πανεπιστημιακοί, αλλά έκφραση ελπίδας.
[13] Κι ωστόσο, αυτή η ά-σκοπη δραστηριότητα, παρά τον «ανοικονόμητο» χαρακτήρα της, ή ίσως εξαιτίας αυτού, είχε ήδη πολύ θετικότερη συμβολή για την άρση του αδιεξόδου απ’ όσο χίλιες διατυπώσεις «νηφάλιων προτάσεων και ρεαλιστικών αιτημάτων» και εκατό συσκέψεις διπλωματών και οικονομολόγων. Μπορεί λοιπόν να είναι ασύμμετρη προς την οικονομική λογική μέσων και σκοπών, προς τον υπολογισμό κόστους και οφέλους, αλλά παράγει αποτελέσματα και στην ίδια την οικονομία.
[14] Βλ. Πάολο Βίρνο, Δεξιοτεχνία και επανάσταση, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2002.
[15] Βλ. Giorgio Agamben, Mezzi senza fine. Note sulla politica, Bollati Boringhieri, Torino 1996, ιδίως σ. 70 –και passim.
Το ανωτέρω κείμενο δημοσιεύθηκε -χωρίς τον υπότιτλο και με ελάχιστες φραστικές αλλαγές- στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα, τ. 114 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011).

και ενα μου σχόλιο : 
ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ το βρηκα ενδιαφερον και το αναδημοσιευσα
Ομως θαελα να πώ δυο λόγια για την συνελευση του Λ .Π.
1.Ημερα .. Γεματο ελληνικές σημαιες , σεξιστικά συνθηματα και πάνω τους τυπου” Μας Γα..σατε θα σα πη..ξουμε”. και διαφορες ομαδες που επσης φωναζαν σεξιστικα συνθηματα τυπου” Γιωργακη να γινεις καμαριεα κλπ ” Βεβαια υπήρχαν και αρκετοι απο οργανωσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ..
- Γινεται μια προχειρη πρωτη συνελευση.. Σκορπισμένοι τυποι , γυρα στα τριαντα φωναζουν ”Ειμαστε Ελληνες ,,, Ειμεστε Ενα ” .. (Φωναζω σεναν απο τους τυπους ” ΑΠΟΠΟΥ ΚΙΩς ΠΟΥΕΙΜΑΣΤΕ .εΝΑ; ; δεν εισαι ελληνας; μου απανταει..
Βεβαια ακουστηκε και το αντισυνθημα ..Ειμαστε και μεταναστες ..(απο την ορργανωμένη αριστερα πάντα οχι απο το “ακηδεμονευτο ..πλήθος”
2,3 ,4η μερα .. Ενας τυπος που θυμιζει κομφερανσιε αλά ΑλΚΗ ΣΤΕΑ δινει τον λόγο σε διαφορους ΠΟΥ ΛΈΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ενω μια τυπισα καθε τοσο φωναζει.. (αλά στυλ ” Χερια Ψηλά κιολα τα Φτανω ”) ” Μαυρο στο Μαυρογιαλουρο ..”
Καποια στιγμή κατεβαινουν δυο ψηφισματα εντελώς αντιθετα .. Το ..πληθος χειροκροτά και α δυο και …. ξεχνά να ψηφισει.
Βγαινει μια συμπαθέστατη γιαγια που μας αποκαλυπει οτι δουλευε για χρόνια στις …Μυστικές υπηρεσιες και αρχιζει να τραγουδα κατι για Ελληνοπουλα .. Το ..Πληθος ενθουσιαζεται …
Βεβαια υπήρχαν μερες που η συνελευση περνουσε στα χερια αριστερων .. Τοτε τα πραγματα ησαν πολύ πιο σοβαρά και ενδιαφεοντα ..Αλλά και πιο ..απομαζικοποιημένα ..
Κοντολογής : Οχι ομαδική ..ψυχοθεραπεια αλλά ομαδική ….. ιΑ (να μη πώ τι )
Διασκεδαζοντας μεχρι θανάτου .. Ενα ζωντανο τηλεοπτικο σωου τυπου Αννιτα Πάνια ..
Κι αυτο ειναι το χειροτερο .
Το Ματριξ.. Απο την μια η φαντασιωση καπιοιων διαννοουμένων της αριστεράς για αδιαμεσολάβητη .Αμεση Δημοκρατια.. και ..πληθος .. Απο την αλλη η πργματικόττα μιας ..ενσωατης εικονικής ..πργαγματικότητας .. Το Φεησμπουκ και η τηλεοραση , η διψα για ενα λέπτο δημοσιοτητας Ενσωματωμένη. Η πιο αφάνταστη Αλλοτριωση Πραγμοποιημένη ως .. Αμεσοδημοκρατική Χειραφέτηση . Αυλαια .

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Ισραήλ ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ Αγανακτισμένοι και αποφασισμένοι

  • Ισραήλ

    • ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ Αγανακτισμένοι και αποφασισμένοι Η μεγαλύτερη κοινωνική κινητοποίηση που έχει γνωρίσει το Ισραήλ από τη στιγμή της ίδρυσής του έχει φέρει στα πρόθυρα νευρικής κρίσης την ισραηλινή κυβέρνηση. Το κίνημα της 14ης Ιουλίου κατάφερε να κατεβάσει στους δρόμους 300.000 διαδηλωτές που αμφισβητούν το οικονομικό μοντέλο ζητώντας κοινωνική δικαιοσύνη.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

Οι «Ταπεινωμένοι» Η διφορούμενη εικόνα του «Αγανακτισμένου» πολίτη Από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ αναδημοσιευση απο The Athens Review of Books )


 
 
Από τον ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ
 
Αν η συνεχιζόμενη κινητοποίηση μερίδας πολλών Ισπανών πολιτών, που ονομάσθηκε και «Κίνημα της 15ης Μάη», αυτοχρίσθηκε ως το κίνημα των «Αγανακτισμένων», είναι γιατί οι πολυπληθείς φορείς του, νεανικής κατά βάση ηλικίας, αισθάνονται βαθιά ταπεινωμένοι, σχεδόν απελπισμένοι ως προς τη διάψευση των υποσχέσεων που τους δόθηκαν από την προηγούμενη γενιά αλλά και από την πολιτική τάξη. Ο φόβος ανάμικτος με ογκούμενη οργή, που κάλλιστα μπορούν να μετατραπούν σε μνησικακία, αφορούν τη διαφαινόμενη πτώση μιας νέας γενιάς και μιας κοινωνικής τάξης, της νεο-μικροαστικής, σε ένα καθεστώς νεο-προλεταριοποίησης.
Τρία είναι τα βασικά προβλήματα που αναδεικνύει αυτή η κινητοποίηση. Το πρώτο, αυτό της εργασίας. Το δεύτερο, αυτό της χαμένης ατομικής αξιοπρέπειας που σχετίζεται με την απώλεια του εργασιακού ορίζοντα. Και το τρίτο, της μονοσήμαντα συναισθηματικής επένδυσης, μέσω της «αγανάκτησης», αυτής της διαδικασίας ατομικής και συλλογικής παρακμής.
Αν διαβάσει κάποιος με προσοχή το «Μανιφέστο» των Ισπανών Indignados θα δει μια συναισθηματικά φορτισμένη φωνή η οποία καθοδηγείται από εκείνη την ντροπή που προσιδιάζει στην ατομική ταπείνωση. Το έλλειμμα ατομικής αξιοπρέπειας των πολλών, λόγω της διάψευσης των προσδοκιών ανιούσας κινητικότητας, ακρωτηριάζει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το «δικαίωμα στην ευτυχία», και στρέφεται κατά της μικρής «μειοψηφίας» των «από πάνω», των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, οι οποίες δεν «ακούνε» πλέον τη μάζα των «καθημερινών ανθρώπων». Η κινητοποίηση των «αγανακτισμένων» θέλει να υποδείξει ακριβώς αυτή τη διευρυνόμενη απόσταση ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους και στην ιθύνουσα ελίτ, προβάλλοντας μια σειρά από γενικά αιτήματα (δικαίωμα στην κατοικία, την εργασία, την κουλτούρα, την υγεία, την εκπαίδευση, συμμετοχή στην πολιτική ζωή, ελευθερία στην προσωπική ανάπτυξη, δικαιώματα στην κατανάλωση), χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει έναν έστω και στοιχειώδη προγραμματικό τρόπο υλοποίησής τους.
Με την έννοια αυτή, η κινητοποίηση των «Αγανακτισμένων» μπορεί, σύμφωνα με την τυπολογία του Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, κάλλιστα να κατανοηθεί ως ένας κοινωνιο-λαϊκισμός διαμαρτυρίας[1]. Αυτή η μορφή λαϊκισμού συνοψίζει την απογοήτευση από την αποσύνθεση των λειτουργιών της παλαιο-σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης κρατικο-προνοιακής λειτουργίας, διεκδικώντας απεγνωσμένα ένα δικαίωμα, μια επιστροφή στον ματαιωμένο σήμερα ηδονιστικό ατομικισμό των προηγούμενων γενεών. Στρέφεται κατά του «συστήματος» γενικότερα, χωρίς όμως να του αμφισβητεί θεμελιωτικές του αξίες, όπως, για παράδειγμα, αυτή του «χρήματος», για το οποίο απαιτεί να τεθεί στην υπηρεσία των πολλών, των «ανώνυμων». Τα αιτήματά του είναι ένα κράμα σοσιαλδημοκρατικών διεκδικήσεων της εποχής της ευμάρειας και μετανεωτερικών αιτημάτων αυτοπραγμάτωσης, μια απόπειρα συγκεχυμένης άρθρωσης του «εγώ» με το «εμείς», του ατόμου με τη συλλογικότητα.
 
Το γεγονός, ωστόσο, ότι η κινητοποίηση αυτή στερείται πολιτικής εκπροσώπησης, δηλαδή ηγεσίας, το διαφοροποιεί από παρελθούσες λαϊκιστικές εμπειρίες. Αυτό αποτελεί μία πολύ σοβαρή αδυναμία, γιατί περιορίζει δραστικά την αποτελεσματικότητα της δράσης του στο λεγόμενο πεδίο της «υποπολιτικής»· ακόμα, θα έλεγε κανείς, συνδυάζοντας αυτή την αδυναμία με την απουσία «προγράμματος», μπορεί να το κατευθύνει και στο πεδίο της «αρνητικής πολιτικής».
Ο Ισπανός σοσιαλφιλελεύθερος πολιτικός φιλόσοφος Ντανιέλ Ινεράριτυ επισημαίνοντας στην El Pais καίρια αυτό το χαρακτηριστικό της κινητοποίησης των «Αγανακτισμένων» θα σταθεί στις «αρνητικές ενέργειες αγανάκτησης και θυματοποίησης»[2] που αποδεσμεύουν τέτοιες λαϊκιστικές πρωτοβουλίες οι οποίες, εξαντλούμενες σε συναισθηματικά αναθέματα και στην ανθρωπομορφική, θα προσθέταμε, αναζήτηση των «ενόχων», οδηγούν τελικά, παρά τη θέλησή τους, στο να σταθεροποιούν το «σύστημα» κατά του οποίου βάλλουν.
Άραγε, αυτή η αναδυόμενη φιγούρα ενός συναισθηματικού πολίτη μπορεί να αποτελέσει μια ενθαρρυντική υπόσχεση για τις λεγόμενες προοδευτικές δυνάμεις; Αυτός ο νέος αριστερόστροφος κοινωνιο-λαϊκισμός μπορεί να κοντράρει τον ακροδεξιό ξενοφοβικό εθνικο-λαϊκισμό της τελευταίας εικοσαετίας; Από μια πρώτη προσέγγιση, ο πρώτος φαίνεται αυτή τη στιγμή να αποτελεί μία αυθόρμητη απάντηση στον δεύτερο. Παρατηρώντας, ωστόσο, τα δεδομένα κάπως εγγύτερα, ο Werner A. Perger, αρθρογράφος της Die Zeit, θα επισημάνει: «Όσοι συγκεντρώνονται στις πλατείες σε όλη τη χώρα έχουν έναν κοινό εχθρό: τη δημοκρατία των κομμάτων και την πολιτική τάξη που την ενσαρκώνει. Στις δημοσκοπήσεις, αυτή η τελευταία έρχεται τρίτη, μετά από την ανεργία και την οικονομία, πριν από τη μετανάστευση και την τρομοκρατία, στον κατάλογο των μεγάλων ανησυχιών των πολιτών. Σε αυτό το σημείο, οι λαϊκιστές δεξιάς και αριστεράς διατηρούν την ίδια στερεοτυπική εικόνα του εχθρού»[3]
 
Επομένως, μία απροϋπόθετη υπόκλιση σε αυτή τη φιγούρα του συναισθηματικού και αντιστασιακού πολίτη έχει τα ρίσκα της. Τα γενικά ευχολόγια που αντικαθιστούν πλήρως τα πολιτικά προγράμματα, αλλά και οι ανορθολογικές ονειρώξεις που τα συνοδεύουν, ακόμα και αν έχουν αποκλείσει κάθε προσφυγή στη βία, αναπαράγουν ηρεμιστικές χίμαιρες. Η «Αγανάκτηση», από μόνη της, όπως αυτή στην οποία προτρέπει ο Στεφάν Εσσέλ στην νηπιακής πολιτικής σκέψης μπροσούρα του Αγανακτήστε!, συνιστά σε τελευταία ανάλυση κλήτευση σε αντιπολιτική ανευθυνότητα στο όνομα ενός αφηρημένου ουμανισμού της «ευθύνης». Αν η μανιχαϊστική πρόσληψη της πραγματικότητας, και η αναγόρευση της «αγανάκτησης» σε «κινητήρια δύναμη»[4] μιας αντιστασιακής ιστορίας είναι η μοναδική συνταγή για την υπέρβαση της σημερινής κακοδαιμονίας, αν σε αυτό το παιδικό φαντασιακό εγκλωβιστούν θεμιτές ατομικές και συλλογικές αγωνίες, τότε με συνοπτικό τρόπο και «αγανακτώντας» κάποιοι θα μπορούσαν να αναφωνήσουν: κάθε εποχή έχει την αντιπολίτευση που της προσιδιάζει…
 
 

[1] Pierre-André Taguieff, L’Illusion Populiste. Essai sur les démagogies de l’âge démocratique, Flammarion, Παρίσι 2007.
[2] Βλ. Le Courrier International, τχ. 1073, 26-31 Μαΐου 2011.
[3] Ό.
[4] Βλ. Stéphane Hessel, Αγανακτήστε!, μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, Πατάκη, Αθήνα

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Ενα πάθος που τυφλώνει Του ΛΙΚ ΦΕΡΙ Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Ντενί Ντιντερό του Παρισιού. Από το 2002 ώς το 2004 ήταν υπουργός Παιδείας της Γαλλίας. Αγαπητέ Στεφάν Εσέλ, με το βιβλίο σας που γνωρίζει κολοσσιαία επιτυχία, μας ζητάτε να αγανακτήσουμε. (ΑΠΟ ΤΗΝ ''Ε''

Ενα πάθος που τυφλώνει

Αγαπητέ Στεφάν Εσέλ, με το βιβλίο σας που γνωρίζει κολοσσιαία επιτυχία, μας ζητάτε να αγανακτήσουμε.
Είσαστε σίγουρος ότι δεν χτυπάτε λάθος πόρτα; Η αληθινή ηθική, έλεγε ο Πασκάλ, δεν ηθικολογεί. Αν υπάρχει ένα πάθος στο οποίο η φράση αυτή ταιριάζει περισσότερο και καλύτερα από κάθε άλλο, αυτό είναι η αγανάκτηση. Οσο μακριά και αν ανατρέξω στις αναμνήσεις μου, θυμάμαι ότι πάντοτε δυσπιστούσα όταν βρισκόμουν μπροστά σε αγανακτισμένους ανθρώπους. Η εξέγερση, ίσως. Η μεταμφιεσμένη αγανάκτηση, όχι ευχαριστώ! Γιατί; Απλούστατα επειδή αυτό το συναίσθημα είναι από εκείνα που απευθύνονται μόνον στους άλλους και ποτέ στον εαυτό μας, ενώ η αυθεντική ηθική προϋποθέτει πρώτα απ' όλα επιταγές που δεσμεύουν εμάς τους ίδιους.
Δεν έχω ακόμα ποτέ συναντήσει κάποιον που να είναι αγανακτισμένος με τις ατιμίες που ο ίδιος έχει διαπράξει. Εχω δει ανθρώπους που τους κατατρώνε οι τύψεις ή η μεταμέλεια, η ενοχή, μερικές φορές και η οργή εναντίον του εαυτού τους, ποτέ όμως η αγανάκτηση. Στόχος της αγανάκτησης είναι πάντοτε κάποιος άλλος. Γι' αυτό η αγανάκτηση μου φαίνεται ότι είναι όχι τόσο ένα ηθικό συναίσθημα αλλά μάλλον το αποτέλεσμα αυτής της μνησικακίας που χρησιμοποιούμε πάντοτε προκειμένου, υποβαθμίζοντας τους άλλους και εξυψώνοντας τον εαυτό μας, να παίρνουμε χωρίς κόπο την πόζα του ηθικολόγου. Οπως ο φόβος, για τον οποίο ο Χομπς έλεγε ότι είναι το πιο κοινό πάθος, έτσι και η αγανάκτηση είναι μια ευκολία και όχι μια αρετή. Ας έρθουμε όμως στα θέματα που σας προκαλούν αγανάκτηση. Και εδώ, αλίμονο, η διατύπωση του Πασκάλ αποδεικνύεται ανατρεπτική. Γιατί αυτό που πρέπει να μας προκαλεί αγανάκτηση, αν σας κατανοώ ορθά, είναι πάνω απ' όλα οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης. Αυτό φαίνεται απλούστατο, αλλά όταν αρχίζουμε να εξετάζουμε συγκεκριμένα παραδείγματα, όλα περιπλέκονται.
Δέστε αυτές τις εξεγέρσεις της πείνας που έχουν συνταράξει την Αφρική και έχουν συγκλονίσει όλες τις συνειδήσεις του κόσμου. Σε τι οφείλονται; Στο γεγονός ότι εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζων και Ινδών, που βγαίνουν επιτέλους από την εξαθλίωση, αρχίζουν να καταναλώνουν όπως εσείς και εγώ. Ξαφνικά η ζήτηση μεγαλώνει εκρηκτικά και οι τιμές των πρώτων υλών απογειώνονται. Πρέπει λοιπόν να αγανακτούμε εναντίον αυτών των λαών, που έχουν την κακή επιθυμία να πλουτίσουν; Ή πρέπει να αναζητήσουμε αλλού τους υπεύθυνους;
Αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι η αγανάκτηση, αλλά μια ρύθμιση που απαιτεί ευφυΐα, θάρρος και φαντασία, πράγματα που είναι άλλωστε πιο δύσκολα και πιο σπάνια. Θα ήθελα πολύ να μου πείτε πώς η αγανάκτηση, η οποία πρώτα και πάνω απ' όλα τυφλώνει και αποπροσανατολίζει, θα βοηθήσει έστω και λίγο να αλλάξουμε τα πράγματα.

"Αγανακτισμένοι"(ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΊΑ)

  • "Αγανακτισμένοι"

    • ΠΕΝΤΕ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΤΑ ΠΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ Ψάχνοντας το νόημα της γεμάτης πλατείας Η δέκατη τέταρτη ομάδα της πλατείας βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το χαρακτηρισμό που έχει αποδοθεί στο κίνημα, αφού συνιστά ψυχραιμία σε απολύτως αγανακτισμένους. Για δεύτερη εβδομάδα οι αγανακτισμένοι βρίσκονται στις πλατείες.
    • Το Ανω και το Κάτω Σύνταγμα Στην επάνω πλευρά της πλατείας συναθροίζονται όσοι διαμαρτύρονται, ενώ στην κάτω κατοικοεδρεύει η «Αμεση Δημοκρατία» με ανοιχτές συνελεύσεις Στις συνελεύσεις συμμετέχουν κάθε βράδυ δυο-τρεις χιλιάδες άτομα και οι εκατοντάδες που επιθυμούν να μιλήσουν αγορεύουν αναγκαστικά με κλήρωση Κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και ριζοσπαστικοποίηση των απόψεων που επικρατούν στις λαϊκές συνελεύσεις χαρακτήρισαν τη δεύτερη εβδομάδα του κύματος διαμαρτυρίας στις πλατείες.
    • Οι εθελοντές αυτοοργανώνονται Από τις πρώτες πρωινές ώρες μέχρι την έναρξη της βραδινής συνέλευσης το πρόγραμμα είναι φορτωμένο. Οργάνωση, ή καλύτερα αυτοοργάνωση. Πριν και μετά τις ανοιχτές συνελεύσεις στην πλατεία Συντάγματος ένα δίκτυο εθελοντών εργάζεται πυρετωδώς από τις πρωινές ώρες μέχρι την έναρξη της επόμενης συνέλευσης.
    • ΜΙΛΑΕΙ Ο ΣΤΕΦΑΝ ΕΣΕΛ, Ο ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΣ ΠΟΥ ΕΝΕΠΝΕΥΣΕ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ» Αγανακτώ, άρα... εξεγείρομαι Ο ήρωας της γαλλικής αντίστασης καταδικάστηκε σε θάνατο και όπως λέει ο ίδιος, μόνο για λόγους τυχαίους δεν εκτελέστηκε. Ετσι, το 1948 συμμετείχε στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα 94 χρόνια μάχιμου και ενεργού βίου αντιπροσωπεύουν ένα πολύτιμο απόθεμα εμπειρίας, που βοηθάει όποιον το κατέχει να κατανοεί προς τα πού βαδίζει ο κόσμος.
    • Πηγές της ηθικής ευθύνης Η μεγαλειώδης συγκέντρωση των Μαδριλένων στην Πουέρτα ντελ Σολ εγκαινίασε το κίνημα των «αγανακτι- σμένων». Η αγανάκτηση είναι μια ψυχική παρόρμηση που τρέφεται από το αίσθημα της ντροπής, ένα συναίσθημα θεμελιώδες στη φαινομενολογία της κοινωνικής ηθικής.
    • Ενα πάθος που τυφλώνει Αγαπητέ Στεφάν Εσέλ, με το βιβλίο σας που γνωρίζει κολοσσιαία επιτυχία, μας ζητάτε να αγανακτήσουμε.

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011

Αποφάσεις της ΓΣ του Λευκου Πύργου 31/05/2011

Αποφάσεις της ΓΣ του ΛΠ 31/05/2011

http://aganaktismenoi-thess.blogspot.com/2011/06/31052011.html
Στην ψηφοφορία της 31ης Μαΐου 2011 αποφασίστηκαν τα εξής :

1) Η διαδικασία της ψηφοφορίας να γίνεται όπως μέχρι τώρα, με υπέρ και κατά, και οι αποφάσεις να παίρνονται με βάση τη συντριπτική πλειοψηφία. Σε περίπτωση αδυναμίας εξαγωγής συμπεράσματος ή πολύ μικρής υπεροχής, τότε θα περνάμε σε συζήτηση του ίδιου θέματος, την επόμενη μέρα.

2) Να κρατάμε χρονικό όριο στην τοποθέτηση του κάθε ομιλητή.

3) Η διαδικασία της ψηφοφορίας να γίνεται κάθε ημέρα.

4) Αποφασίστηκε αυτή να μην είναι η τελευταία συνέλευση για τα οργανωτικά θέματα.

5) Οι θεματικές ομάδες να έρχονται στη συνέλευση με συγκεκριμένες προτάσεις / δράσεις.

6) Να πάμε σε τυπογραφείο για μαζική ανατύπωση έγγραφου υλικού

7) Τρία άτομα να αναλαμβάνουν το συντονισμό, τα οποία να αλλάζουν καθημερινά.

8) Στην ομάδα ανέργων να μη συμμετέχουν μόνο άνεργοι, αλλά και όσοι δεν έχουν κάρτα ανεργίας.

9) Να γίνεται μετάφραση των κειμένων και σε άλλες γλώσσες, για τους μετανάστες.

10) Καθημερινά η συνέλευση να λαμβάνει χώρα από τις 19.00 ως τις 22.00 για διάφορα ζητήματα. Μετά τις 22.00 να ακολουθεί η ψηφοφορία.

11) Να γίνεται ενημέρωση για τις δράσεις μας σε άτομα του εξωτερικού, μέσω video και internet.

12) Να συγκεντρωθούν υπογραφές για την κατάργηση του μνημονίου.

13) Να γίνουν πορείες με ντουντούκες και κατσαρόλες, για προώθηση.

14) Να γίνονται μικρές διαδηλώσεις στις γειτονιές.

15) Να οριστεί μέρα ορόσημο, σε συνεννόηση με τις άλλες πλατείες.

16) Να γίνονται προβολές ντοκιμαντέρ.

17) Να δημιουργηθεί ομάδα προτάσεων και να βγει πρόγραμμα.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Κ. Δούζινας: Η υλική παρουσία του πλήθους μπορεί να αλλάξει τον κόσμο /Σχολιαστές Χωρίς Σύνορα /αποσπασμα

Κ. Δούζινας: Η υλική παρουσία του πλήθους μπορεί να αλλάξει τον κόσμο



Συνέντευξη με τον πανεπιστημιακό Κώστα Δούζινα

Τη συνέντευξη πήρε η Ιωάννα Δρόσου
βλ και  http://www.rednotebook.gr/details.php?id=2580

αποσπασματα

''Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των “πλατειών”;
Το κύριο χαρακτηριστικό που εμφανίζεται σε αυτές της εκδηλώσεις είναι το πλήθος, ούτε ο λαός ούτε το έθνος. Η έννοια του λαού φτιάχνεται είτε μέσα από το δίκαιο με την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας που εμφανίζεται στα πρώιμα νεωτερικά συντάγματα είτε μέσα από την ιδεολογία με την έννοια της λαϊκής εξουσίας. Η έννοια του έθνους φτιάχνεται μέσα από μία πολιτισμική παράδοση και ιστορία. Το πλήθος είναι μία υλική οντότητα που είτε απαιτεί κάτι είτε αρχίζει να λειτουργεί και να μετατρέπεται σε θεωρητικό υποκείμενο. Είναι ένα σύνολο, δηλαδή, ανθρώπων που βρίσκονται κάποια στιγμή χωρίς καμία αντιπροσώπευση ή κάποια μονήρη κομματική αποκλειστική ιδεολογία να τους εκφράζει. Η διαφορά του πλήθους από το λαό και το έθνος είναι ότι δεν μπορεί εύκολα να ενοποιηθεί. Ενοποιείται μόνο στη δράση του. Όταν, δηλαδή, μία σειρά ανθρώπων μοναδικών στη διαφορετικότητά τους βρίσκονται μαζί αποκτούν μία δυναμική μιας πολιτικής επιθυμίας που δημιουργείται εκείνη τη στιγμή που βρίσκονται. Ό,τι είχε συμβεί πριν και ό,τι συμβεί μετά κατά κάποιο τρόπο μπαίνει σε παρένθεση. Είναι ένα υποκείμενο που φτιάχνεται και διαλύεται μέσα σε μια προσωρινότητα της συνεύρεσης των διαφορετικών ανθρώπων, που η ατομική επιθυμία γίνεται επιθυμία του πλήθους και αυτή μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Μπορεί καταρχάς να κάνει επανάσταση. Όπως ξέρουμε, όλες οι μεγάλες επαναστάσεις είχαν το πλήθος. Βέβαια, ταυτόχρονα μερικές από αυτές είχαν τα κόμματα, τις πρωτοπορίες. Αλλά είναι η υλική παρουσία του πλήθους -που δεν έχει κοινές καταβολές και πιθανόν ούτε κοινούς στόχους- που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Αυτό είναι ένα “μαγικό” από τη στιγμή που διαφορετικοί άνθρωποι βρίσκονται μαζί και αρχίζουν να έχουν κάτι κοινό.

Ποιες είναι οι βασικές στρατηγικές της περιόδου;
Μέχρι στιγμής οι βασικές πολιτικές αναλύσεις και στρατηγικές στην Ελλάδα γύρω από την αντιμετώπιση του μνημονίου, της κρίσης και της καταστροφής του κοινωνικού ιστού -που πρόκειται να επιταχύνει σημαντικά και να αλλάξει πια και εμφανώς την ισορροπία ανάμεσα στις ελίτ και το λαϊκό πόλο- ήταν δύο. Η πρώτη ήταν αυτή που προσπάθησε και ο Παπανδρέου στη συνάντηση των πολιτικών αρχηγών. Μία συμμαχία συναίνεσης που θα έρχεται από τα πάνω στη λογική της αντιπροσώπευσης και ελπίζει ότι ο κόσμος που ακολουθεί (είτε είναι μέλος είτε συμπαθών) θα συνταχθεί. Η δεύτερη μεγάλη, υποτίθεται και εναλλακτική, λογική είναι η λογική του “Μετώπου”, του ηγεμονικού μπλοκ. Αυτή η λογική αναγνωρίζει ότι για να μπορέσεις να έχεις μία κάποια επιτυχία σε μία τεράστια πολιτική σύγκρουση που θα καθορίσει το μέλλον μίας χώρας για δεκαετίες, πρέπει να αναγνωρίσεις ότι δεν μπορείς να αποφύγεις τις συγκρούσεις. Επομένως, για να δημιουργήσεις το λαϊκό πόλο, επιλέγεις μία κεντρική αντίφαση, μία κεντρική ρωγμή στον κοινωνικό χώρο, η οποία θεωρείς ότι έχει τις μεγαλύτερες επιπτώσεις για όλη την κοινωνία και προσπαθείς να την προωθήσεις σαν τον κεντρικό πόλο αντίφασης και σύγκρουσης και επομένως να δημιουργήσεις μία συμμαχία γύρω από αυτή, έτσι ώστε ο κόσμος να τον αποδεχτεί σαν προσωρινά πιο σημαντική από τα απολύτως περιφερειακά συμφέροντα και έτσι να οργανωθεί προς τη λογική μιας κεντρικής σύγκρουσης. Η λογική του “Μετώπου” το έβαζε αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπόρεσε να βρει αυτή την κεντρική αντίφαση γύρω από την οποία θα οργανωνόταν μία μη παραταξιακή συμμαχία κεντρικής σύγκρουσης.

Ποια είναι τα στοιχεία αυτής της κεντρικής αντίφασης;
Τρία μόνο θα μπορούσαν να είχαν παίξει αυτό το ρόλο. Το ένα είναι η οικονομική εξαθλίωση και η διάλυση του κοινωνικού ιστού. Η επίθεση, δηλαδή, στο μνημόνιο επειδή ακριβώς προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα με συγκεκριμένα αποτελέσματα. Το πρόβλημα με αυτό είναι ότι κολλάει πάντα στα οικονομικά συμφέροντα των επιμέρους τάξεων, συμφερόντων, επαγγελμάτων… Έπρεπε, λοιπόν, να συνδυαστεί. Το λάθος ήταν ότι δεν συνδυάστηκε με την έννοια της κυριαρχίας. Όπως λέει ο Καρλ Σμιθ “κυρίαρχος είναι αυτός που μπορεί να αναστείλει την εφαρμογή του νόμου και να εισάγει την κατάσταση ανάγκης”. Έχουμε αυτή ακριβώς την κατάσταση στην Ελλάδα. Την αναστολή της κανονιστικότητας και νομιμότητας του ελληνικού κοινωνικού κράτους και την εισαγωγή κατάστασης έκτακτης ανάγκης από την ΕΕ και το ΔΝΤ. Εμφανίστηκε, λοιπόν, η Ελλάδα σε μία πολύ ενδιαφέρουσα και παράδοξη κατάσταση. Ότι είμαστε μία νεοαποικιακή ή μεταποικιοκρατική κατάσταση χωρίς να έχουμε περάσει αποικιοκρατία. Τώρα, μία τρίτη λογική αρχίζει να εμφανίζεται στις πλατείες της Ελλάδας που απομακρύνεται από τις δύο προηγούμενες (κομματικές συμμαχίες και ηγεμονικό μπλοκ) και πηγαίνει στις πλατείες χωρίς αντιπροσώπευση.''

Ημερησια Διαταξη....

Το συμπερασμα απο την Puerta del sol.


 "Δεν έχουμε τίποτα δικό μας,παρα μόνο το χρόνο,το χρόνο,που
απολαμβάνουν όσοι δεν έχουν που την κεφαλήν κλιναι"

ΜΠΑΛΤΑΣΑΡ ΓΚΡΑΣΙΑΝ ("Εγχειρίδιο Μαντικής και Τέχνης

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Επτά λέξεις κλειδιά για την εμπειρία της Μαδρίτης- πλατεία Sol, 15M αναδημοσιευση απο το Μπλογκ ΕΟΣ (Eνωση Οπαδων ΣΥΡΙΖΑ)

Επτά λέξεις κλειδιά για την εμπειρία της Μαδρίτης- πλατεία Sol, 15M

του Guillermo Kaejane 
Μετάφραση Β. Χριστοφίδη

«Δεν θέλω νέο iPad, θέλω μια νέα ζωή" (γκράφιτι ζωγραφισμένο στη διάρκεια της κινητοποίησης της 15η Μαΐου)

1 – Χρόνος.
Ο χρόνος επιταχύνει. Οι αισθήσεις ανακινούνται. Ο φόβος παραλύει τις αισθήσεις, ο ίλιγγος τις οξύνει. Η μόνιμη κατασκήνωση στην πλατεία Sol είναι καθαρός ίλιγγος. Ο χρόνος περνά γρήγορα από την μια συγκέντρωση στην άλλη, αλλά στην συνέχεια επιβραδύνεται. Οι νύχτες είναι πραγματικά μεγάλες. Ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται, κινείται από μια ανθρώπινη θάλασσα (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, νέων). Η γενική αίσθηση είναι ότι έχουν ήδη περάσει χρόνια αλλά δεν είναι περισσότερο από τρεις ημέρες.
Μια επανάσταση είναι πραγματική όταν τροποποιεί τον χωροχρόνο.
Ο χωροχρόνος που δημιουργήθηκε τις τελευταίες ημέρες διακατέχεται από μία και μόνη έμμονη ιδέα: τη συνέχεια. Παραδόξως η διατήρηση του γίνεται δυνατή μόνο μέσω μιας διαλείπουσας διαδικασίας. Μέσα από την φυσική μας έλευση-και-αποχώρηση από την πλατεία Sol. Η εμπειρία κρατείται ζωντανή ακόμα κι αν δεν είμαστε παρόντες. Για το λόγο αυτό (και πολλούς άλλους), η κατασκήνωση στην πλατεία Sol δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ύπαρξη των κοινωνικών δικτύων. Η συνέχεια της εμπειρίας επιτυγχάνεται με την απο-εδαφοποίηση. Βρίσκομαι στην Sol, παρόλο που είμαι στο σπίτι. Είμαι στην Sol, γιατί συνέχεια μιλάω για αυτό, γιατί δε μπορώ να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου, γιατί δεν μπορώ να το βγάλω από το κεφάλι μου. Και όταν μπορώ, πάω εκεί. Πηγαίνω τρέχοντας να συνδεθώ με τον «κοινωνικό υποδοχέα», έτσι ώστε οι άλλοι να μπορέσουν να αναπαυθούν.
Η κλασική αντίληψη των κοινωνικών εξεγέρσεων είναι ένα σενάριο στο οποίο η συνέχεια συνδέεται με την συσσώρευση δύναμης. Αν συνεχίσουμε και άλλο, θα έρθουν περισσότεροι από εμάς που ήδη συμμετέχουμε. Εάν κρατηθούμε έξω στους δρόμους, οι τύραννοι θα πέσουν. Αυτή η μυστικοποίηση απλοποιεί όσα συνέβησαν στην Αίγυπτο και τις άλλες αραβικές χώρες. Οι εμπειρίες που μας έχουν μεταφερθεί κατά το τέλος αυτών των εξεγέρσεων, και όχι στην αρχή τους, ούτε κατά τα χρόνια της ορατότητας και της αφάνειας τους, είναι αποτυχημένα πειράματα, αδιέξοδα και θα πρέπει να τους στρέψουμε την πλάτη.
Αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες δεν είναι το τέλος, δεν είναι η αποφασιστική στιγμή, είναι μόνο η αρχή.

2. Επικοινωνία.

Η Επικοινωνία αποτελεί μια μορφή πολιτικής οργάνωσης. Οι άνθρωποι οι ίδιοι γίνονται τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι τόσο το μέσο, όσο το εκφραστικό και οργανωτικό τους έδαφος. Η κοινή λογική είναι υφασμένη σε μορφή ροής και μιμιδίων (memes). Από τη λογική της κοινής εμπιστοσύνης στο Facebook στη λογική των ζωντανών εξιστορήσεων στο twitter.
Ένα σύνθημα κυκλοφορεί, πολλαπλασιάζεται. Καθώς δεν υπάρχει επίσημη έκδοση, οι φήμες φουντώνουν. Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης βάλουν ενάντια σε μια ντανταιστική κακοφωνία που είναι αδύνατον να ερμηνεύσουν. Κρατούνται από ό, τι μπορούν, προβάλλοντας τις δικές τους ιδέες.
Η αυτο-αφήγηση αυτής της διαδικασίας δεν περνά, προς το παρόν, τόσο από την ζωντανή αναμετάδοση της, όσο από την εκ των υστέρων ενημέρωση, την διήγηση αυτού που ζήσαμε, το «ήμουν εκεί!"» το οποίο γίνεται όλο και πιο έντονο.
Η εμμονή των μέσων μαζικής ενημέρωσης για ζωντανή μετάδοση των διαδηλώσεων "από μέσα", σαν από την πλευρά του συμμετέχοντος, προδίδει την ανησυχία τους για την απώλεια της δική τους κεντρικότητας. Οι εμπειρογνώμονες και αναλυτές δείχνουν πόσο ανίκανοι είναι να σκεφτούν με το κεφάλι τους, και να μιλήσουν (τόσο στην αριστερά όσο και στην δεξιά) με μια φωνή. Η αίσθηση του θεατή που ζει την εμπειρία μοιάζει σαν τους τηλεθεατές της σειράς Lost που έβλεπαν σχολιαστές να προσπαθούν να κατανοήσουν το τέλος της: ένα μείγμα λήθαργου, ντροπής και γέλιων.

3. Οι εξουσίες.

Με την τεράστια εκφραστική δυνατότητα η οποία είναι σήμερα διαθέσιμη, οι συμμετέχοντες σε μία ομάδα αισθάνονται ότι μπορούν να αναπαραστήσουν τα πάντα. Η αίσθηση της ενδυνάμωσης είναι τόσο μεγάλη που κάνει κάποιον να πιστεύει ότι αυτό που ο καθένας μας κάνει αντιπροσωπεύει και όλους τους άλλους. Είναι μια λογική, από την οποία είναι δύσκολο να απαλλαγούμε, αλλά είναι σημαντικό να την απενεργοποιήσουμε. Η δύναμη αυτού του κινήματος προέρχεται από την μη αντιπροσώπευσή του. Δεν μας αντιπροσωπεύουν, και όπως το σύνθημα λέει ... επειδή δεν μπορούν.
Όπως σε κάθε διασπαρμένο δίκτυο, υπάρχει ένα πλήθος διαφορετικών κέντρων εκ των οποίων κανένα δεν βρίσκεται στο "κέντρο", αλλά το καθένα τους αποτελεί έναν μεταγογέα1 που παραλαμβάνει και αποστέλλει προτάσεις και νοήματα. Η δημιουργικότητα είναι η ουσία. Η ηγεμονία όποιου βρίσκεται στο τιμόνι, σε κάθε δεδομένη στιγμή (πλατφόρμα «Πραγματική Δημοκρατία Τώρα»;Τα συγκροτήματα στην πλατεία; Οι επιτροπές με τις συνελεύσεις; Twitter; Εγώ και οι φίλοι μου;) αλλάζει όλη την ώρα.
Οι συνελεύσεις δεν είναι ένας χώρος στον οποίο ορίζεται μία έννοια, αλλά μάλλον μια συλλογική κάθαρση. Μια τεράστια επιθυμία να μιλήσουμε, και να μιλήσουμε, και να μιλήσουμε. Γλωσσικές μνήμες («Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος»), αναμειγνύονται με νέες μορφές έκφρασης («Σφάλμα 404 - Αποτυχία συστήματος»), («Λήψη (Download) Δημοκρατίας»), δεν είναι κρίση αλλά ληστεία.
Σε θεσμικό επίπεδο η τρέλα βασιλεύει. Σε 72 ώρες έχουμε δει το σύνολο της πολιτικής τάξης (της Ισπανίας) να περνάει από το οτι «κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει» σε «αυτό δεν είναι σημαντικό» μετά σε «αυτό είναι επικίνδυνο» και τις τελευταίες λίγες ώρες, «είμαστε εσείς!». Και πάλι, τραγελαφική. Η αδυναμία διατύπωσης των διεκδικήσεων του κινήματος με καθαρούς όρους «αριστερά-δεξιά» που αποτελούν την βάση της κοινωνικής συναίνεσης, από τη μετάβαση στη δημοκρατία [μετά τον Φράνκο] αρχίζει να αποκαλύπτει μια νέα λογική της σύγκρουσης: «Από πάνω και κάτω».
Ανίκανος να ελέγξει τι συμβαίνει, ο μηχανισμός ελέγχου του κινήματος συνίσταται σε μια απλή ερώτηση, ένα μόνιμο ερώτημα: «Λοιπόν, τι προτείνετε;»

4. Προτάσεις.

Η απαίτηση για την υποβολή προτάσεων αποτελεί ένα μηχανισμό ελέγχου. Ένας τρόπος πλήρωσης του κενού υπο-αντιπροσώπευσης. Ένας μηχανισμός όχι αποκλειστικά στην χρήση των μέσων μαζικής ενημέρωσης ή της πολιτικής τάξης, αλλά και ορισμένων εκφράσεων του ίδιου του κινήματος. Έχοντας μια απάντηση επιτρέπει να λοιδορούνται οι εξεγερμένοι λέγοντας «Αχ, είναι ουτοπική»" ή «Ω, είναι λαϊκιστές» ή «Ω, είναι αριστεροί» ή «A, αυτό που θέλουν είναι αδύνατο» ή «Χα, πόσο αφελείς» ή «Μπα, δεν είστε ριζοσπάστες» ή «Χμ, θα πω μερικά λογικά πράγματα...»
Παρ'όλα αυτά, υπάρχει σιωπή. Ή κάτι πολύ κοντά στη σιωπή, η οποία μοιάζει σαν κακοφωνία των φαινομενικά αντιφατικών σημείων.
Όσο και να μπορεί να μας αγχώσει, ένα καλό σημείο εκκίνησης θα ήταν να πούμε: «Σε αντίθεση με εσάς που υποκρίνεστε ότι γνωρίζετε τα πάντα, εμείς δεν ξέρουμε ακόμα». Όσοι θέλουν να πάνε κάπου συγκεκριμένα βιάζονται. Κάτι τέτοιο αυτή την στιγμή δεν συμβαίνει.
Στην πλατεία, η συζήτηση η ίδια είναι πιο σημαντική από τα συμπέρασμά της. Η ευθύνη μας είναι να την υπερασπιστούμε και να την επεκτείνουμε. Ας συνεχίσουμε να συζητούμε. Ας συνεχίσουμε να να μιλάμε. Ας εμπιστευτούμε την ίδια την κοινή λογική η οποία έχει φέρει χιλιάδες ανθρώπους στο δρόμο για μέρες. Μέχρι στιγμής, τα πράγματα δεν πηγαίνουν άσχημα.

5. Πραγματική Δημοκρατία Τώρα.

Αυτό το λογότυπο, αυτό το σύνθημα το οποίο είναι παρόν σε όλη την κινητοποίηση και αποτελεί ένα από τα συντακτικά της μέρη, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και της πολιτικής τάξης έχουν λίγο ή πολύ αποφασίσει ακριβώς γι’αυτό τον λόγο να την αγνοήσουν. Αλλά είναι αρκετά εύκολο: «δημοκρατία», όχι η παλαιά μορφή της δημοκρατίας, αλλά η πραγματική. Η πραγματική βρίσκεται σε αντιδιαστολή με την προσομοιωμένη. Αυτό σημαίνει ότι το σύνθημα (ή ένα από τα συνθήματα), σύμφωνα με τo οποίο αυτό το κίνημα κτίζεται, λέει ότι αυτό που η θεσπισμένη εξουσία ονομάζει «δημοκρατία», είναι ψέμα. Και απαιτεί μια διαφορετική κατασκευή που σπάει το ομοίωμα. Και δεν διατυπώνει αυτό το πρόβλημα με απόμακρους, ουτοπικούς όρους. Θέλουμε τώρα, όπου το «τώρα» είναι επείγον, το «τώρα» σημαίνει νευρικότητα, το «τώρα» σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε σε θέση να το αγγίξουμε, ότι πρέπει να είναι σε κάθε μέρος της ζωής μας, ότι δεν είναι μόνο λόγια αλλά υπο-κατασκευή. Ότι δεν υπάρχει και επομένως πρέπει να γίνει.


6. Και ... αύριο;

Είναι πολύ δύσκολο να σκεφτούμε για το αύριο όταν είμαστε απορροφημένοι από τα γεγονότα του σήμερα. Είναι ακόμη πιο δύσκολο, δεδομένου ότι η ρητορική της πολιτικής τάξης αφορούσε ανέκαθεν το «αύριο». Σε αυτό το κίνημα, το «αύριο» είναι προς το παρόν αδιανόητο. Υπάρχει μόνο το «τώρα».
Για την θεσμική δύναμη, οι εκλογές της 22ας Μαΐου είναι η στιγμή για να ανακτήσει νομιμοποίηση. Μια στιγμή για να ανα-συσταθεί η διακυβέρνηση. Μια στιγμή να βάλει τα πόδια της κάτω και να επανασχεδιάσει τον χάρτη του εφικτού.
Οι εκλογές λειτουργούν προς το παρόν ως ένα διάχυτο στοιχείο, ίσως ενοποιητικό σε συμβολικό επίπεδο. Όμως, στην κατασκήνωση, στις συνελεύσεις, κ.λπ. οι λέξεις που οι περισσότεροι ακούμε είναι "σύνδεση", "επέκταση", "κατασκευή".

Στις23 Μαΐου θα αρχίσει να επιλύεται το ζήτημα αυτό, όπως ένα γκράφιτι έγραφε: «Δεν θέλω νέο iPad, θέλω μια νέα ζωή»

PS: Ο αριθμός 7. Χαρά, χαρά, χαρά

Η ΕΠΙΠΕΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΙΚΟΥ

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Η Θεσσαλονίκη σήμερα του Πετρου Θεοδωριδη( ΕΝΕΚΕΝ τ. 14) αποσπασμα Η Θεσσαλονίκη σήμερα θυμίζει τη Πενθεσί...