του Καπυμπάρα
Ζούμε σε μια περίοδο που η επίθεση στους όρους ζωής της εργαζόμενης πλειοψηφίας, όσον αφορά το εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις και τις κοινωνικές παροχές δεν έχει προηγούμενο. Οι δυνάμεις που καρπώνονται τον πλούτο που παράγει η κοινωνία, προσπαθούν να απαντήσουν στην παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού, επιδιώκοντας να αυξήσουν την κερδοφορία τους μειώνοντας το «εργατικό κόστος» και καταλύοντας τους όρους συλλογικής διαπραγμάτευσης των εργαζομένων.
Με αφορμή την ιδιαίτερη μορφή που έχει λάβει η κρίση, ως κρίση χρέους, η δημόσια συζήτηση υποτάσσεται στην ανάγκη αντιμετώπισης του χρέους και της σωτηρίας της πατρίδας. Έτσι, αυτοί που εφαρμόζουν τις πιο σκληρές ταξικές πολιτικές, που μεταφέρουν τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων, που δεν ευθύνονται γι’ αυτήν, εμφανίζονται να μιλούν στο όνομα του «γενικού συμφέροντος» και παρουσιάζουν τις αντιδράσεις στην πολιτική τους σαν ανώφελες (αφού όλοι μαζί θα βουλιάξουμε) και καταστροφικές για την τύχη του έθνους (δεν θα πάρουμε τη δόση).
Στο σχήμα αυτό είναι αυτοί που κατέχουν μια γενική οπτική της κατάστασης και ξέρουν τι κάνουν, ενώ όσοι αντιδρούν φέρονται να είναι είτε ιδιοτελείς είτε στην καλύτερη περίπτωση αφελείς, συναισθηματικοί και κοντόφθαλμοι, χωρίς συνολική θέαση του προβλήματος και ρεαλιστικό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο.
Παράλληλα, για να επιβληθούν οι επιδιώξεις τους είναι απαραίτητο, για να σωθεί ο λαός από τον ανεύθυνο εαυτό του, να περιοριστεί η δημοκρατία. Η ευθύνη για τις αποφάσεις να περάσει σε μη εκλεγμένα, στεγανά σώματα εντός κι εκτός της χώρας και το πεδίο της θεμιτής δημοκρατικής αντιπαράθεσης να περιοριστεί σε ό,τι περισσεύει από αυτό που θεωρείται αρμοδιότητα των τεχνοκρατών. Άλλωστε, σύμφωνα με το κυρίαρχο ολιγαρχικό στερεότυπο, είναι η υπερβολική δημοκρατία, που επιτρέπει στο λαϊκισμό να θριαμβεύει ενάντια στο δημόσιο συμφέρον, που μας οδήγησε εδώ που φτάσαμε.