του Erik Eberhard
Ανυπακοή, αντίσταση, αυτομόληση δεν ήταν άγνωστα φαινόμενα στη Βέρμαχτ, τον γερμανικό στρατό του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ανάμεσα στο 1939 και το 1945 λειτούργησαν στη Βέρμαχτ 1.000 με 1.200 στρατοδικεία, τα οποία εκδίκασαν περίπου τρία εκατομμύρια υποθέσεις υπονόμευσης της αμυντικής ισχύος, ανυπακοής, εσχάτης προδοσίας κλπ. Στις δίκες αυτές καταδικάσθηκαν περίπου 1,3 εκατομμύρια στρατιωτικοί, από τους οποίους οι 370.000 σε «βαριές ποινές», δηλαδή σε φυλάκιση άνω των έξι μηνών. Σε αυτές τις καταδίκες συμπεριλαμβάνονται περίπου 30.000 θανατικές, από τις οποίες εκτελέσθηκαν περισσότερες από 20.000. Επιπλέον, υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός εκτελέσεων στρατιωτών της Βέρμαχτ που διατάχθηκαν από έκτακτα στρατοδικεία ή διαπράχθηκαν από τη στρατονομία και τα SS χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου χιλιάδες στρατιώτες απρόθυμοι να πολεμήσουν έπεσαν θύματα αυτών των συνοπτικών διαδικασιών.[1] Συνολικά η στρατιωτική δικαιοσύνη είχε περισσότερα θύματα απ' ό,τι τα περιβόητα έκτακτα δικαστήρια και το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο προήδρευε ο Ρόλαντ Άισλερ.
ΟΙ περισσότεροι απ’ τους εκτελεσθέντες στρατιώτες είχαν καταδικασθεί για το αδίκημα της λιποταξίας. Από τους 35.000 στρατιώτες της Βέρμαχτ που βρέθηκαν ένοχοι για λιποταξία, το 65% καταδικάσθηκε σε θάνατο. Από αυτές τις περίπου 23.000 θανατικές καταδίκες εκτελέστηκαν πάνω από 15.000. Ο αριθμός των καταδικαστικών αποφάσεων αποτελεί, όμως, μόνον την κορυφή του παγόβουνου του φαινομένου των λιποταξιών, γιατί πολλοί λιποτάκτες διέφυγαν ιη σύλληψη. Οι υπολογισμοί των λιποτακτών ανεβάζουν τον αριθμό τους σε πάνω από 100.000 περιπτώσεις. Στην τελική φάση του πολέμου η λιποταξία από τη Βέρμαχτ αποτελούσε μαζικό φαινόμενο.[2] Την κατεύθυνση για τη σκληρή τιμωρία των λιποτακτών την είχε δείξει ο ίδιος ο Χίτλερ στο βιβλίο του Ο Αγών μου: «Στο μέτωπο μπορεί κανένας να πεθάνει, ως .λιποτάκτης πρέπει να πεθάνει». Μετά την καταστροφή στο Στάλινγκραντ και την αύξηση του αριθμού των λιποταξιών, η ναζιστική στρατιωτική δικαιοσύνη σκλήρυνε ακόμη περισσότερο τη στάση της. Όλες οι οδοί διαφυγής ήταν γεμάτες θανάσιμους κινδύνους. Στην πατρίδα ή στις κατεχόμενες ο λιποτάκτης κινδύνευε να πέσει πάνω σε ένα από τα πολλά σημεία έλεγχου. Τα σύνορα με τις ουδέτερες χώρες φυλάσσονταν αυστηρά, ενώ ορισμένες, όπως η Ελβετία, απέλαυναν τους πρόσφυγες. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις, σε γερμανικές εργατικές συνοικίες, όπου το πλήθος, κυρίως γυναίκες, παρεμπόδισαν με επιτυχία τη σύλληψη λιποτακτών.[3]
Κατά τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου ο αριθμός των λιποταξιών εκτινάχθηκε στα ύψη. Μαζί του, όμως, μεγάλωσε και ο αριθμός των λιποτακτών που απαγχονίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες από το πιο κοντινό δένδρο ή τουφεκίστηκαν μπροστά στον πρώτο τοίχο. Ακόμη και μετά τη συνθηκολόγηση του ναζιστικού καθεστώτος, οι στρατoδίκες συνέχισαν το αιματηρό τους έργο και εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν και μετά τις 8 Μαΐου 1945. Παραδείγματος χάριν, οι ναύτες Μπρούνο Ντέρφερ και Ράινερ Μπεκ, οι ο ποίοι είχαν προσχωρήσει στην ολλανδική Αντίσταση μετά την απελευθέρωση της Ολλανδίας από τους Συμμάχους, κλείστηκαν σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων κοντά στο Άμστερνταμ, όπου και καταδικάσθηκαν από ένα στρατοδικείο που έστησαν Ναζί αξιωματικοί. Οι αξιωματικοί που ήταν αφοπλισμένοι ζήτησαν και έλαβαν καραμπίνες από τους Καναδούς φρουρούς τους για να εκτελέσουν την απόφαση στις 13 Μαΐου 1945.