Αποτελεί «απαγορευμένη» λέξη για τους Γερμανούς εταίρους μας, καθώς και την ελπίδα πολλών να μπει η χώρα και πάλι σε ρυθμό ανάπτυξης, βγαίνοντας από το αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας. Ο λόγος για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, στο όνομα της οποίας έχουν συμφωνηθεί μια σειρά από δημοσιονομικά μέτρα μεταξύ του επιτελείου της ελληνικής κυβέρνησης και των δανειστών της. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επισημαίνουν ότι ακόμα και μια ελάφρυνση χρέους δεν θα ήταν αρκετή για να βγει η χώρα από την κρίση, ζητώντας να ασκηθούν πιέσεις για πλήρη διαγραφή του.
Αν και το τελευταίο σενάριο θεωρείται μη ρεαλιστικό και το πιθανότερο είναι ότι κανένας πολιτικός δεν θα αναλάβει το πολιτικό κόστος να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τι θα συνέβαινε εάν αυτό γινόταν πραγματικότητα. Ποια θα ήταν η επόμενη ημέρα για μια μη χρεοκοπημένη Ελλάδα; Τι θα συνέβαινε εάν ξυπνούσαμε και το χρέος, ως δια μαγείας, είχε... εξαφανιστεί; Θα μπαίναμε σε ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης ή μέσα σε λίγα χρόνια, συνεχίζοντας την ίδια πορεία, θα είχαμε συσσωρεύσει και άλλο χρέος;
«Τι θα συνέβαινε εάν ξυπνούσαμε και το χρέος, ως δια μαγείας, είχε... εξαφανιστεί;»
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα ποια θα ήταν η επόμενη ημέρα για την Ελλάδα, θα ήταν σημαντικό να εξετάσουμε την ίδια την φύση της κρίσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Θανάση Μανιάτη από το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ελληνική κρίση έχει τρεις κύριες διαστάσεις που αλληλοτροφοδοτούνται. Η πρώτη σχετίζεται με την ανεπαρκή κερδοφορία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, η δεύτερη με την κρίσης υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας και η τρίτη με την δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους.
« Η πρώτη, που εκδηλώθηκε το 2007 έχει να κάνει με την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και ανεπαρκούς κερδοφορίας στον πυρήνα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) που προκλήθηκε μέσω του μηχανισμού του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και διατηρεί την παγκόσμια οικονομία και ιδίως την Ευρωζώνη σε πλήρη στασιμότητα, η δεύτερη με την κρίση υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας που οφείλεται στον ίδιο μηχανισμό/νόμο. Η τρίτη και πιο ορατή διάσταση έχει να κάνει με τη δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους που σοβούσε για κάποια χρόνια (το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνονταν γύρω στο 100% από τις αρχές της δεκαετίας του 1990) και οξύνθηκε ιδιαίτερα από την επίδραση που είχαν οι δύο προηγούμενες πτυχές της κρίσης», εξηγεί.
Ο τρίτος και τελευταίος παράγοντας, αυτός των δημοσιονομικών, είναι εκείνος που ίσως μπορεί να εξηγήσει γιατί η πλήρης διαγραφή του χρέους είναι ένα μη ρεαλιστικό σενάριο και γιατί ένα νέο χρέος θα επιβάρυνε την χώρα λίγα χρόνια μετά.
Αν και το τελευταίο σενάριο θεωρείται μη ρεαλιστικό και το πιθανότερο είναι ότι κανένας πολιτικός δεν θα αναλάβει το πολιτικό κόστος να προχωρήσει σε μια τέτοια ενέργεια, έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε τι θα συνέβαινε εάν αυτό γινόταν πραγματικότητα. Ποια θα ήταν η επόμενη ημέρα για μια μη χρεοκοπημένη Ελλάδα; Τι θα συνέβαινε εάν ξυπνούσαμε και το χρέος, ως δια μαγείας, είχε... εξαφανιστεί; Θα μπαίναμε σε ταχύτατους ρυθμούς ανάπτυξης ή μέσα σε λίγα χρόνια, συνεχίζοντας την ίδια πορεία, θα είχαμε συσσωρεύσει και άλλο χρέος;
«Τι θα συνέβαινε εάν ξυπνούσαμε και το χρέος, ως δια μαγείας, είχε... εξαφανιστεί;»
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα ποια θα ήταν η επόμενη ημέρα για την Ελλάδα, θα ήταν σημαντικό να εξετάσουμε την ίδια την φύση της κρίσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Θανάση Μανιάτη από το Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, η ελληνική κρίση έχει τρεις κύριες διαστάσεις που αλληλοτροφοδοτούνται. Η πρώτη σχετίζεται με την ανεπαρκή κερδοφορία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, η δεύτερη με την κρίσης υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας και η τρίτη με την δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους.
« Η πρώτη, που εκδηλώθηκε το 2007 έχει να κάνει με την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου και ανεπαρκούς κερδοφορίας στον πυρήνα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) που προκλήθηκε μέσω του μηχανισμού του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και διατηρεί την παγκόσμια οικονομία και ιδίως την Ευρωζώνη σε πλήρη στασιμότητα, η δεύτερη με την κρίση υπερσυσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου της ελληνικής οικονομίας που οφείλεται στον ίδιο μηχανισμό/νόμο. Η τρίτη και πιο ορατή διάσταση έχει να κάνει με τη δημοσιονομική κρίση του ελληνικού κράτους που σοβούσε για κάποια χρόνια (το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κυμαίνονταν γύρω στο 100% από τις αρχές της δεκαετίας του 1990) και οξύνθηκε ιδιαίτερα από την επίδραση που είχαν οι δύο προηγούμενες πτυχές της κρίσης», εξηγεί.
Ο τρίτος και τελευταίος παράγοντας, αυτός των δημοσιονομικών, είναι εκείνος που ίσως μπορεί να εξηγήσει γιατί η πλήρης διαγραφή του χρέους είναι ένα μη ρεαλιστικό σενάριο και γιατί ένα νέο χρέος θα επιβάρυνε την χώρα λίγα χρόνια μετά.