Του Γιώργου Μαργαρίτη*
Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συγκαταλέγεται στους πλέον μακρόχρονους πολέμους που γνώρισε το ελληνικό κράτος στην σύντομη ιστορία του. Κράτησε περίπου τρία ολόκληρα χρόνια. Λέμε περίπου καθώς, όπως συμβαίνει συνήθως με τους εμφυλίους πολέμους, δεν θα μπορούσαμε εύκολα να προσδιορίσουμε μια ημερομηνία έναρξης και λήξης του αντίστοιχα. Οι κλασσικοί πόλεμοι αρχίζουν με μια νομική πράξη, την «κήρυξη του πολέμου» και τελειώνουν με μια αντίστοιχη, την ανακωχή ή τη Συνθήκη ειρήνης. Τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει με τους εμφυλίους πολέμους. Σε αυτούς οι κοινωνίες χωρίζονται σε στρατόπεδα που διολισθαίνουν στην πολεμική αναμέτρηση χωρίς να έχουν ανάγκη ούτε από «κήρυξη» ούτε από οποιαδήποτε άλλη πράξη νομικού χαρακτήρα. Το δε τέλος τους υπαγορεύεται από τον χαρακτήρα τους. Είναι πόλεμοι ολοκληρωτικοί όπου ο ηττημένος απλά πρέπει να εξαλειφθεί από τον εθνικό και κοινωνικό χάρτη.
Το σύνηθες -και από μερικές απόψεις «επίσημο»- ορόσημο για την έναρξη του πολέμου αναφέρεται στην επίθεση της ομάδας Υψηλάντη στον Σταθμό Χωροφυλακής και το Εκλογικό Τμήμα του Λιτοχώρου το βράδυ της παραμονής των εκλογών της 30ης Μαρτίου 1946. Πρόκειται όμως για ένα μεμονωμένο περιστατικό , προειδοποίηση ίσως ή ακόμα απάντηση στα γεγονότα της Καλαμάτας, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όπου το κράτος καταλύθηκε από το παρακράτος του Μαγγανά και της Χ. Στη διάρκεια του Απριλίου, του Μαίου ή και του Ιουνίου του 1946, δεν υπήρξε στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την έναρξη ενός πολέμου. Ο τελευταίος, για να ξεκινήσει, χρειαζόταν ένα πολιτικό γεγονός.
Το τελευταίο ήταν η έγκριση από την «αναθεωρητική Βουλή» του Γ’ Ψηφίσματος, στις 18 Ιουνίου 1946.
Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συγκαταλέγεται στους πλέον μακρόχρονους πολέμους που γνώρισε το ελληνικό κράτος στην σύντομη ιστορία του. Κράτησε περίπου τρία ολόκληρα χρόνια. Λέμε περίπου καθώς, όπως συμβαίνει συνήθως με τους εμφυλίους πολέμους, δεν θα μπορούσαμε εύκολα να προσδιορίσουμε μια ημερομηνία έναρξης και λήξης του αντίστοιχα. Οι κλασσικοί πόλεμοι αρχίζουν με μια νομική πράξη, την «κήρυξη του πολέμου» και τελειώνουν με μια αντίστοιχη, την ανακωχή ή τη Συνθήκη ειρήνης. Τίποτε τέτοιο δεν συμβαίνει με τους εμφυλίους πολέμους. Σε αυτούς οι κοινωνίες χωρίζονται σε στρατόπεδα που διολισθαίνουν στην πολεμική αναμέτρηση χωρίς να έχουν ανάγκη ούτε από «κήρυξη» ούτε από οποιαδήποτε άλλη πράξη νομικού χαρακτήρα. Το δε τέλος τους υπαγορεύεται από τον χαρακτήρα τους. Είναι πόλεμοι ολοκληρωτικοί όπου ο ηττημένος απλά πρέπει να εξαλειφθεί από τον εθνικό και κοινωνικό χάρτη.
Το σύνηθες -και από μερικές απόψεις «επίσημο»- ορόσημο για την έναρξη του πολέμου αναφέρεται στην επίθεση της ομάδας Υψηλάντη στον Σταθμό Χωροφυλακής και το Εκλογικό Τμήμα του Λιτοχώρου το βράδυ της παραμονής των εκλογών της 30ης Μαρτίου 1946. Πρόκειται όμως για ένα μεμονωμένο περιστατικό , προειδοποίηση ίσως ή ακόμα απάντηση στα γεγονότα της Καλαμάτας, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, όπου το κράτος καταλύθηκε από το παρακράτος του Μαγγανά και της Χ. Στη διάρκεια του Απριλίου, του Μαίου ή και του Ιουνίου του 1946, δεν υπήρξε στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την έναρξη ενός πολέμου. Ο τελευταίος, για να ξεκινήσει, χρειαζόταν ένα πολιτικό γεγονός.
Το τελευταίο ήταν η έγκριση από την «αναθεωρητική Βουλή» του Γ’ Ψηφίσματος, στις 18 Ιουνίου 1946.