Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vladimir Mayakovsky. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Vladimir Mayakovsky. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2023

Η γέφυρα του Μπρούκλιν


Μπήξε μια φωνή

από τη χαρά σου Coolidge

Για κάτι τέτοια εγώ

με όλη μου την καρδιά τα  σπαταλάω τα λόγια.

Κοκκινίσετε λοιπόν

όμοια με της σημαίας μου το ύφασμα

τέτοιον έπαινο ακούγοντας

κι ας πα’ να ‘σαστε σεις

δέκα φορές που λέει ο λόγος

οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Όπως μέσα στην εκκλησία μπαίνει

με κατάνυξη ο πιστός

όπως, απλός και σοβαρός

πάει να κλειστεί σ’ ένα κελί και ν’ ασκητέψει,

όμοια κι εγώ

μέσα στα σύννεφα που απλώνει

το ηλιοβασίλεμα το αποκαλυπτικό

με ταπεινοσύνη αληθινή ανεβαίνω

πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Όπως εισβάλλει ο νικητής σε κάποια πολιτεία

που την πνίγει ο κορνιαχτός

καβάλα στα κανόνια του

πόχουν λαιμό αψηλό σαν της καμηλοπάρδαλης –

όμοια κι εγώ, γιομάτος περηφάνια

κι όλος δίψα για ζωή

πάω καμαρωτός να σκαρφαλώσω

πάνω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Όπως ένας ζωγράφος που δεν του κόφτει και πολύ

κάθεται ώρες κι ατενίζει

μ’ έρωτα και με προσοχή

σ’ ένα Μουσείο κάποια Παναγία,

όμοια κι εγώ, μες στους αιθέρες στέκω

τους σπαρμένουμς μ’ άστρα

ορθός, ατενίζοντας τη Νέα Υόρκη

ψηλά πάνω απ’ τη γέφυρα του Μπρούκλιν.

Βαριά κι ασφυχτική την ώρα που βραδιάζει

θα ‘λεγες, η Νέα Υόρκη

τα ‘χει όλα λησμονήσει και βάσανα και ορόφους

και μονάχα των σπιτιών οι ψυχές φαντάζουν

μέσα στο διάφανο των παραθύρων φέγγος.

Εδώ ψηλά μόλις που ακούγεται

των βαρούλκων ο βόμβος,

κι είν’ ένας τέτοιος πάλι βόμβος πιο γλυκός

που σε κάνει να μαντέψεις πως

περνάν σιδηροδρομικοί συρμοί

κυλώντας και τραντάζοντας

με χλαπαταγή σάμπως να βάλθηκε

κάποιος στην πιατοθήκη να σωριάζει πιάτα.

Κι όταν η ώρα φτάσει που

– σαν από κάποιου ρυακιού το ανάβρυσμα –

το παιδί του μπακάλη

πάει να κάνει διανομή τα πακέτα τη ζάχαρη,

ακριβώς είναι τότε όπου θωρείς

κάτω απ’ τη γέφυρα κατάρτια να διαβαίνουν

αψηλά στο μπόι, το πολύ όσο και μία καρφίτσα.

Νιώθω περήφανος, το λέω

για τούτο-δω το ατσάλινο χιλιόμετρο

να τα ζωντανεμένα τα παλιά όνειρά μου –

να ξεπεράσει με τη δύναμή της

η απλή κατασκευή τους παλαιούς ρυθμούς,

τα μπουλόνια τ’ ατσάλινα

μόνο αυτά να λογαριάζουν

και ο υπολογισμός τους ο ακριβής.

Κι αν ακόμα υποθέσουμε

ότι κάποτε η συντέλεια του κόσμου εσήμαινε

κι ότι το χάος έφερνε καπάκι

τον πλανήτη μας ολάκερο

αν υποθέσουμε ότι δεν απόμεινε παρά

μονάχ’ ετούτ’ η γέφυρα,

τεντωμένη περήφανα πάνω απ’ τις ύστερες τις τέφρες

πάλι και τότε –

με τον ίδιο τρόπο που από κάτι οστά

πιο ψιλά κι από βελόνες,

ξαναστήνονται οι πελώριες σαύρες

στα βάθρα των Μουσείων –

θα μπορούσε κάλλιστα

ξεκινώντας απ’ αυτή τη γέφυρα

των αιώνων ο γεωλόγος

απαρχής να συναρμόσει πάλι

τους σημερινούς καιρούς.

Θα μπορούσε να πει:

να!  τούτο-δω που βλέπετε το ατσάλινο ποδάρι

από τη μια στην άλλη του άκρη

έσμιγε θάλασσες και κάμπους,

από κείνο-κει το μέρος

η Ευρώπη κατά τα δυτικά εξορμούσε

τα ινδιάνικα φτερά της

χάνοντας στον άνεμο.

Κοιτάξτε τούτο το πλευρό

που φανερά θυμίζει κάποια μηχανή –

και φανταστείτε πόσα μπράτσα στ’ αλήθεια

θα χρειαζόταν κανείς ώστε

με το ποδάρι του πάνω στο Μανχάταν

στηριγμένο γερά να τραβήξει επάνω του

θέλω να πω στα χείλη του,

ολάκερο ένα Μπρούκλιν;

Αν κρίνω απ’ τα καλώδια τα ηλεκτρικά –

το συμπέρασμα είναι απλό –

πρόκειται για την εποχή

που διαδέχτηκε την ανακάλυψη του ατμού –

εδώ πέρα κιόλας οι άνθρωποι

ούρλιαζαν απ’ τα ραδιόφωνα

εδώ πέρα κιόλας οι άνθρωποι

πετούσαν μ’ αεροπλάνα.

Η ζωή εδώ πέρα

γι’ άλλους ήτανε αμεριμνησία σωστή,

γι’ άλλους πάλι – ατέρμονη κραυγή

λιμού και πείνας.

Από τούτο-δω το μέρος

οι άνεργοι δίνανε βουτιά

στον ποταμό τον Hudson

να πνιγούνε.

Και μπορώ εύκολα να συνεχίσω

με λεπτομέρειες πιο πολλές τον πίνακά μου,

τόσο που, ακολουθώντας κάποιος

τα ηχερά τα πλέγματα

θα ‘βγαινε ίσια στους πρόποδες των άστρων.

Ορίστε, που σα να τον βλέπω ακόμη –

στο σημείο αυτό

κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκι

ορθός εστάθη κι ύφαινε

λέξη προς λέξη τα ποιήματά του.

Αυτή ‘ναι η γέφυρα του Μπρούκλιν.

Ώρες κάθομαι και την κοιτάζω

καθώς θα κοίταζ’ ένας Εσκιμώος

το τραίνο που περνάει,

δεν ξεκολλάω από πάνω της

τσιμπούρι της γίνομαι και λέω

Α ναι, μάλιστα…

μια τέτοια γέφυρα –

είναι η αλήθεια η ίδια


(1925)

μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης

Vladimir Mayakovsky

Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Σύννεφο με παντελόνια


Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
σ’ ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.

Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
ωραίος τραβάω, τραβάω
εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

Εσείς οι αβροί!…
Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.

Όμως εσείς,
θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
Ελάτε να σας δασκαλέψω,
εσάς τη μπατιστένια απ’ το σαλόνι,
εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

Θέλετε
θα ‘μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
-κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
θέλετε-
θα ‘μαι η άχραντη ευγένεια
-όχι άντρας πια, μα σύγνεφο με παντελόνια

Vladimir Mayakovsky


   

Στίχοι για το σοβιετικό διαβατήριο


Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως αυτό …
Πηγαίνοντας ξυστά
στα βαγόνια,
ένας δημόσιος υπάλληλος
αξιοσέβαστος
προχωρεί
Καθένας δείχνει το διαβατήριό του
κι εγώ
δίνω
το
μικρό μου κόκκινο καρνέ.
Είναι διαβατήρια
που σου φέρνουνε το γέλιο,
άλλα πάλι –
σου ‘ρχεται να τα φτύσεις.
Είναι, λόγου χάρη,
άξια σεβασμού
τα διαβατήρια
με το εγγλέζικο λιοντάρι
απ’ τις δυο μεριές.
Τρώγοντας
με τα μάτια αυτόν τον κύριο,
με χαιρετούρες κι υποκλίσεις
παίρνει
σα να παίρνει πουρμπουάρ,
το διαβατήριο
ενός Αμερικάνου.
Για το πολωνικό
παίρνει το ύφος
μιας κατσίκας που κοιτάζει μιαν αφίσα.
Για το πολωνικό –
το μέτωπο είναι ζαρωμένο.
Όμως, δίχως
το κεφάλι του να στρέψει,
χωρίς να δοκιμάσει
συγκινήσεις ζωηρές,
δέχεται
δίχως τα μάτια του ν’ ανοιγοκλείσει
τα δανέζικα χαρτιά
και το σουηδικά
όλων
των ειδών.
Ξαφνικά,
σα γλειμμένο απ’ τη φωτιά,
το στόμα
του κυρίου
στραβώνει.
Ο κύριος
υπάλληλος
άγγιξε
το κόκκινό μου διαβατήριο.
Τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
μια βόμβα,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
σκατζόχερας,
σα να ‘ταν
ξυράφι δίκοπο,
τ’ αγγίζει σα να ‘ταν
κροταλίας
με δυο δεκάδες γλώσσες,
που ‘χει δυο μέτρα μάκρος και περισσότερο.
Το διαβατήριο
θάμπωσε
το βλέμμα του αχθοφόρου,
που ετοιμάζεται να κουβαλήσει τις αποσκευές δίχως αμοιβή.
Ο αστυφύλακας
κοιτάζει το μυστικό,
ο μυστικός
τον αστυφύλακα.
Με πόση απόλαυση
θα μ’ είχε
μαστιγώσει, σταυρώσει
η φάρα των αστυφυλάκων,
επειδή
κρατώ στα δυο μου χέρια,
ο στηριχτής του δρεπανιού,
του σφυριού ο φορέας,
το σοβιετικό μου
διαβατήριο.
Θα καταβροχθίσω
τη γραφειοκρατία
σα λύκος
Δε σέβομαι
τα πιστοποιητικά
και στέλνω
σ’ όλους τους διαόλους
όλα τα «χαρτιά».
Όμως, αυτό …
Θα τραβήξω
απ’ τις βαθιές μου τσέπες
την απόδειξη
μεγάλου συναλλάγματος.
Διαβάστε καλά,
ζηλέψτε –
είμαι
ένας πολίτης
της Σοβιετικής Ένωσης.

Vladimir Mayakovsky

Καλώ στην απολογία!


Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.
Για τι;
Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα
η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.
Εν ονόματι ποιών συμφερόντων
η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;
Ελευθερία;
Θεός;
Δολάριο!
Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα
εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;
Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

(1917)
Vladimir Mayakovsky

Εσείς θα καταφέρετε;


Αμέσως άλλαξα σα σκίτσο τη ημέρα,
ρίχνοντας την μπογιά απ’ τον κουβά,
έδειξα πάνω στην ανάγλυφή μας σφαίρα
ανάγλυφα του κόσμου τα καλά και τα στραβά.
Στα λέπια των ψαριών τα κρύα
εύκολα διάβασα τα δόγματα της κοσμοσυρροής.
Εσείς
θα καταφέρετε
να παίξετε τη νυκτωδία, σε ένα φλάουτο
από σωλήνες της υδρορροής;

Vladimir Mayakovsky

Ελευθερία έκφρασης


Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.
Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.
Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.
Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα
(μτφρ. Γιάννης Ρίτσος)
Vladimir Mayakovsky

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Εσείς θα μπορούσατε;



Το πρόσωπο χάλασα της ρουτίνας
ρίχνοντας χρώμα απ' το ποτήρι του νερού.
Χάραξα σ' ένα πιάτο ζελατίνας
τα λοξά μάγουλα του ωκεανού.
Το κάλεσμα διάβασα νέων χειλιών
πάνω σε ψαρολέπια από λαμαρίνα.
Εσείς
ένα σκοπό νυχτερινό
θα μπορούσατε
να παίξετε σ' έναν αυλό από υδροσωλήνα;

(μτφ: Γιώργος Μολέσκης)
Vladimir Mayakovsky

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Τέλος


Απεραντοσύνη
δέξου και πάλι
μες στον κόρφο σου
τον πλάνητα!
όμως τώρα σε ποιον ουρανό,
σε ποιο άστρο να οδεύσω;
Κάτω μου
ο κόσμος
κ' οι χιλιάδες εκκλησίες του
έχουν αρχίσει
την νεκρώσιμον ακολουθία.

(απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Vladimir Mayakovsky

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013

O Μαγιακόβσκι στον ουρανό



Στοπ.
Επάνω σ' ένα σύννεφο ακουμπάω
το φορτίο
των αποσκευών μου
και του κουρασμένου σώματός μου.

Θαυμάσιος τόπος, όπου φτάνω πρώτη μου φορά.
Κοιτάζω ολόγυρα.
Λοιπόν
ετούτη η επιφάνεια η καλοσυγυρισμένη
ο πολυύμνητος είναι ουρανός.
Θα δούμε!

Σπιθίσματα,
κάτι που στραφταλίζει
και γυαλίζει
σα βόμβος μαλακός.
Είναι ένα σύννεφο
ή μάλλον οι αποσαρκωμένοι
που γλυστρούν απαλά.

"Φτερό στον άνεμο η γυναίκα μοιάζει".

Εδώ,
στο διάστημα
ν' ακούς τη μουσική του Βέρντι!
Απ' τη χαραματιά ενός σύννεφου
κοιτάζω -
οι άγγελοι τραγουδούν,
οι άγγελοι ζουν αξιοπρεπώς,
πολύ αξιοπρεπώς.

Ένας ξεκόβει
και διακόπτει ευγενικά
την υπναλέα του μουγκαμάρα:
"Το αιώνιο άπειρο,
Βλαντίμιρ Βλαντιμίροβιτς
σας αρέσει;"
K' εγώ εξ ίσου ευγενικά αποκρίνομαι;
"Τ' άπειρο γοητευτικό,
περίφημο!"
...
(απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
Vladimir Mayakovsky

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Ποίημα


-”Σύντροφε διαβάτη!
Αυτή εδώ είν’ η οδός Ζουκόβσκι;”
Με κοιτάζει,
σαν ένα παιδί που βλέπει έναν βρικόλακα,
τα μάτια ορθάνοιχτα,
ζητά να με αποφύγει:
-”‘Οχι, σύντροφε, αυτή είναι η οδός Μαγιακόβσκι
χιλιάδες χρόνια τώρα.
Δεν ειν’ εδώ, στο κατώφλι της αγαπημένης,
που αυτοχειριάστηκε;”
Τι έκανε λέει;
Πώς;… Εγώ!… Αυτοκτόνησα;…

Vladimir Mayakovsky

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός;


Νομίζετε ίσως πως παραμιλάει ο πυρετός; Έγινε.
Έγινε στην Οντέσσα.
«Θάρθω στις τέσσερις», είπε η Μαρία.
Οχτώ
Εννέα
Δέκα

Να και το βράδι
Έφυγε απ’ το παράθυρο
μες στ’ ανατρίχιασμα της νύχτας
κατσουφιασμένο
δεκεμβριανό.

Πίσω απ’ την ξαχαρβαλωμένη πλάτη
χλιμιντράν χαχανίζουν τα πολύφωτα.
………..

Και να τεράστιος
καμπουριάζω στο παράθυρο
λυώνοντας με το κούτελο το τζάμι.

Ακόμα, ακόμα,
με το πρόσωπο ζουληγμένο
πάνω στο βλογιοκομμένο πρόσωπο της βροχής,
περιμένω
πιτσιλισμένος απ’ τον κεραυνό
των παφλασμών της πολιτείας.

Το μεσονύχτι
σειώντας το γυμνό μαχαίρι του,
έφτασε,
τον έσφαξε.
Πετάχτε τον.

Έπεσε κ’ η δωδέκατη ώρα
σάμπως κεφάλι εκτελεσμένου απ’ το ικρίωμα.
………..

Άξαφνα οι πόρτες τρίζουν
σα να χτυπάνε από το κρύο τα δόντια της εισόδου.

Μπήκες εσύ,
απότομα σαν ένα «πάρ’ το»
βασανίζοντας το σεβρό του γαντιού σου
κ’ είπες:
«Ξέρετε —
παντρεύομαι».
Τι να γίνει, παντρευτείτε.
Δεν πειράζει.
Θα κάνω κουράγιο.
Βλέπετε — τι ήρεμος που είμαι!
Σαν το σφυγμό
ενός νεκρού.

Απόσπασμα από το Σύγνεφο με παντελόνια 
(μετάφραση, Γιάννης Ρίτσος από το βιβλίο Μαγιακόφσκι, Ποιήματα, εκδόσεις Κέδρος)
Vladimir Mayakovsky

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Τους προβολείς στήσε

Τους προβολείς στήσε
Τους προβολείς στήσε
άπλετο φως στη ράμπα να πέφτει.

Η δράση να κυλάει
να παρασέρνεται στη δίνη.

Η τέχνη δεν πρέπει ν’ αντανακλά
σαν τον καθρέφτη
μα σαν φακός να μεγεθύνει.

Vladimir Mayakovsky