Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sylvia Plath. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Sylvia Plath. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Μαΐου 2023

Τραγούδι αγάπης του τρελού κοριτσιού


Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός,

Σηκώνω τα βλέφαρά μου και όλα γεννιούνται ξανά.

(Νομίζω ότι σε δημιούργησα μέσα στο κεφάλι μου.)


Τα αστέρια βγαίνουν με μπλε και κόκκινο βαλς,

Και το αυθαίρετο σκοτάδι καλπάζει μέσα:

Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πεθαίνει.


Ονειρεύτηκα ότι με μάγεψες στο κρεβάτι

Και με τραγούδησες σεληνιασμένη, με φίλησες εντελώς τρελή.

(Νομίζω ότι σε επινόησα μέσα στο κεφάλι μου).


Ο Θεός πέφτει από τον ουρανό, οι φωτιές της κόλασης σβήνουν:

Έξοδος των Σεραφείμ και των ανθρώπων του Σατανά:

Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.


Φαντάστηκα ότι θα επέστρεφες όπως είπες,

Αλλά γερνάω και ξεχνάω το όνομά σου.

(Νομίζω ότι σε δημιούργησα μέσα στο κεφάλι μου.)


Έπρεπε να είχα αγαπήσει ένα πουλί του κεραυνού,

Τουλάχιστον, όταν έρχεται η άνοιξη, βρυχάται πάλι.

Κλείνω τα μάτια μου και όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

(Νομίζω ότι σε επινόησα μέσα στο κεφάλι μου.)


Sylvia Plath

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Ερωτικό Γράμμα

 Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.

Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,

Αν και, όπως μια πέτρα , αυτό δεν μ` ενοχλούσε,

Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια

Δεν είναι ότι μ' έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—

Ούτε ότι μ' άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου

Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,

Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών


Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι

Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος

Στον λευκό υετό του χειμώνα—

Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ

Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα

Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν

Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,

Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,

Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.

Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

 

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.

Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας

Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη

Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν

Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.

Δεν ήξερα τι να υποθέσω.

Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα

Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου , σαν υγρό

Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.

Δεν ξεγελάστηκα .Σε γνώρισα αμέσως.

 

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.

Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.

Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:

Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο , ένα πόδι.

Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.

Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας

Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου

Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.


Μτφ. Κατερίνα & Ελένη Ηλιοπούλου

Sylvia Plath

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

Κολοσσός


Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από στάβλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαϊκή Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα διαμπερή σου κόκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα
Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.

Sylvia Plath

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Το όνειρο


«Χθες βράδυ», είπε, «κοιμήθηκα μια χαρά
αν εξαιρέσεις δυο αλλόκοτα όνειρα
που ήρθαν λίγο πριν αλλάξει ο καιρός
όταν σηκώθηκα κι άνοιξα όλα
τα πατζούρια, για να μπει στα δωμάτια
ο ζεστός πουπουλένιος άνεμος με το υγρό του φτέρωμα.
Στο πρώτο όνειρο οδηγούσα
κατεβαίνοντας τα σκότη, μέσα σε μια μαύρη νεκροφόρα
με πολλούς ανθρώπους, ώσπου τράκαρα
σ’ ένα φως κι αμέσως μια γυναίκα
μαινόμενη μας ακολούθησε κι όρμησε καταπάνω μας
να σταματήσει το αυτοκίνητό μας.
Κραυγάζοντας ήρθε στο νησί
Που είχαμε σταματήσει και με μια βλαστήμια
απαίτησε να πληρώσω πρόστιμο
επειδή φέρθηκα σαν αγροίκος επιδρομέας
και κατέστρεψα όλο το αόρατο
εργοστάσιο ηλεκτροφωτισμού του Σύμπαντος.
Άκουσα τότε πίσω μου μια φωνή
να με ειδοποιεί να της κρατήσω το χέρι
και να τη φιλήσω στο στόμα γιατί
μ’ αγαπούσε κι αν την αγκάλιαζα με θάρρος
θα γλίτωνα όλη την ποινή.
«Ξέρω, ξέρω» είπα στο φίλο μου.
Παρ’ ολ’ αυτά περίμενα να μου βάλει πρόστιμο
και πήρα της γυναίκας το λαμπερό ένταλμα
(καθώς εκείνη ξέπλενε τη διαδρομή με δάκρυα),
μετά οδήγησα νά ’ρθω σε σένα πάνω στον άνεμο.
Δεν σου λέω για τον εφιάλτη
που μου συνέβη στην Κίνα.»

*Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη.
Sylvia Plath

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Άκρο


Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό
κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης.
Η ψευδαίσθηση μιας ελληνικής αναγκαιότητας
ρέει στις ταινίες της τηβέννου της.
Τα εκτεθειμένα της
πόδια φαίνεται να λένε:
"Ως εδώ φτάσαμε, αρκεί".
Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο, φίδι λευκό,
ένα σε κάθε
κανατάκι γάλακτος, τώρα αδειανό.
Τα έχει αναδιπλώσει
ξανά μέσα στο σώμα της σαν πέταλα
κλειστού τριαντάφυλλου την ώρα που ο κήπος
πετρώνει κι αιμορραγεί πετρώματα
απ' τους γλυκούς, βαθιούς λαιμούς του νυχτολούλουδου.
Η Σελήνη δεν έχει λόγο να θλίβεται,
ατενίζοντας απ' την οστέινη κουκούλα της.
Είναι συνηθισμένη σε τέτοιου είδους πράγματα.
Οι μαυρίλες της τριζοβολούν και σέρνονται.


Sylvia Plath

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Θάνατος και Σία


Δύο, φυσικά και υπάρχουν δύο.
Μοιάζει τώρα απολύτως φυσικό -
Ο ένας που ποτέ δεν κοιτάζει ψηλά, που τα μάτια του έχουν βλέφαρα
Και βολβούς, όπως του Μπλαίηκ,
Που επιδεικνύει
Τα εκ γενετής σημάδια που είναι το κατατεθέν του σήμα -
Του νερού το καυτό σημάδι,
Η γυμνή
Του κόνδορα χάλκινη πατίνα.
Είμαι κόκκινο κρέας. Το ράμφος του

Μου ρίχνεται στο πλάι: Δεν μ' έχει ακόμα του χεριού του.
...

(μτφ: Γιάννης Λειβαδάς 
Ανθολογία αμερικανικής ποίησης 
του εικοστού αιώνα - εκδ. Ηριδανός, 2007)
Sylvia Plath

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Παραλυτικός

Συμβαίνει. Θα συνεχίσει;
To μυαλό μου πέτρα,
Ούτε δάχτυλα να πιαστώ, ούτε γλώσσα,
Θεός μου το σιδερένιο πνευμόνι

Που μ' αγαπάει, τρομπάρει
μέσα έξω
Τις δυο μου σακούλες σκόνη,
Δεν θα

Μ αφήσει να πάθω υποτροπή
Καθώς η μέρα έξω κυλά σαν την κορδέλα του τηλέγραφου.
Η νύχτα φέρνει βιολέτες,
ταπετσαρίες ματιών,

Φώτα,
Τους απαλούς ανώνυμους
Ομιλητές: «Είσαι καλά;»
To κολλαρισμένο, απρόσιτο στήθος.

Νεκρό αυγό, πλαγιάζω
Ολόκληρη
Πάνω σ έναν ολόκληρο κόσμο που δεν μπορώ ν αγγίξω,
Στο άσπρο, τεντωμένο

Τύμπανο του ντιβανιού μου
Φωτογραφίες μ' επισκέπτονται
Η σύζυγός μου, νεκρή και άχρωμη με γούνες του 1920
Στόμα μπουκωμένο μαργαριτάρια

Δυο κορίτσια
Το ίδιο άχρωμα μ εκείνη, που ψιθυρίζουν «είμαστε οι κόρες σου»
Τ' ακύμαντα νερά
σκεπάζουν τα χείλη μου

Μάτια, μύτη και αυτιά,
Ένα διάφανο
Σελοφάν που δεν μπορώ να ραγίσω.
Καβάλα  στο ασέλωτο άλογό μου

Χαμογελώ, Βούδας, όλες
Οι επιθυμίες, ο πόθος
Πέφτουν από πάνω μου σαν δαχτυλίδια
σφιχταγκαλιάζοντας τις λάμψεις τους.

Το Νύχι
Της μανόλιας
Μεθυσμένο από την ίδια του την ευωδιά,
Έχει παραιτηθεί απ τη ζωή.

(Aπόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Δώρο Γενεθλίων

Τι είναι αυτό πίσω απ το πέπλο; Είναι άσχημο; Είναι όμορφο;
Λαμπυρίζει, έχει στήθη, έχει άκρες;

Είμαι σίγουρη, είναι μοναδικό, είμαι σίγουρη είναι ακριβώς αυτό που θέλω.
Όταν σκύβω ήσυχα στη μαγειρική μου, το νοιώθω να κοιτάζει, το νοιώθω να σκέφτεται

«Αυτή είναι που για χάρη της θα εμφανιστώ,
Αυτή είναι η εκλεκτή, με τις μαύρες κόγχες των ματιών και την ουλή;

Που μετράει το αλεύρι, βγάζοντας το περίσσιο,
Επιμένοντας σε κανόνες σε κανόνες σε κανόνες.

Είναι αυτή για τον Ευαγγελισμό;
Θεούλη μου, τι γέλιο!»

Όμως λαμπυρίζει, δεν σταματάει και νομίζω με θέλει.
Δεν θα με πείραζε αν ήταν κόκαλα ή μαργαριταρένιο κουμπί.

Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω μεγάλη επιθυμία για δώρο τη χρονιά αυτή.
Στο κάτω κάτω, μόνο κατά τύχη είμαι ζωντανή.

Ευχαρίστως θα είχα σκοτωθεί την ώρα εκείνη, με όποιο τρόπο.
Τώρα υπάρχουν αυτά τα πέπλα που φεγγοβολούν σαν κουρτίνες,

Διάφανα σατέν παραθύρου το Γενάρη
Άσπρα σαν βρεφικά στρωσίδια, αστραφτερά, με ανάσα νεκρή. Ω φίλντισι!

Πρέπει να ναι κάποιος χαυλιόδοντας εκεί, μια κολώνα-φάντασμα.
Δεν το βλέπεις, δεν μου καίγεται καρφί τι είναι.

Μα μπορείς να μη μου το δώσεις;
Μην ντρέπεσαι - δεν με πειράζει αν είναι μικρό.

Μην γίνεσαι τσιγκούνης, είμαι έτοιμη για πράγματα φριχτά.
Aς καθίσουμε πάνω του, ένας σε κάθε μεριά, θαυμάζοντας τη λάμψη,

Το λούστρο, τα ποικίλα καθρεφτίσματά του.
Ας φάμε πάνω του το τελευταίο μας δείπνο, σαν φαγητό νοσοκομείου.

Ξέρω γιατί δεν θες να μου το δώσεις,
Είσαι τρομοκρατημένος

Ο κόσμος θα υψωθεί σε μια στριγκλιά και το κεφάλι σου μαζί,
Υποταγμένο, μπρούτζινο, ασπίδα αρχαϊκή,

Ένα θαύμα για τα δισέγγονά σου.
Μη φοβάσαι δεν είναι έτσι.

Μόνο θα το πάρω και θα πάω ήσυχα πιο κει.
Ούτε καν θα μ ακούσεις να τ ανοίγω, ούτε τρίξιμο χαρτιού,

Ούτε πέσιμο κορδέλας, ούτε κραυγή στο τέλος.
Δεν νομίζω να μ έχεις άξια γι αυτή την εχεμύθεια.

Αν ήξερες μόνο πώς τα πέπλα σκότωναν τις μέρες μου.
Για σένα υπάρχουν μόνο διαφάνειες, αέρας καθαρός.

Όμως Θεέ μου, τα σύννεφα είναι σαν βαμβάκι.
Στρατοί από δαύτα. Μονοξείδιον του άνθρακος.

Γλυκά γλυκά εισπνέω,
Γεμίζοντας τις φλέβες μου με αόρατο, με τους εκατομμύρια

Πιθανούς κόκκους που σημαδεύουν τα χρόνια της ζωής μου.
Είσαι ντυμένη ασημί για την περίσταση. Ω αριθμομηχανή -

Σου είναι αδύνατον ν αφήσεις κάτι να περάσει και να φύγει ακέραιο;
Πρέπει να σφραγίζεις με μωβ κάθε κομμάτι,

Πρέπει να σκοτώνεις  ό,τι μπορείς;
Υπάρχει ένα πράγμα που θέλω σήμερα και μόνο εσύ μπορείς να μου το δώσεις.

Στέκεται στο παράθυρό μου, μεγάλο σαν τον ουρανό.
Ανασαίνει απ τα σεντόνια μου, το ψυχρό νεκρό κέντρο

Όπου ζωές χυμένες πήζουν και κοκαλώνουν και γίνονται παρελθόν.
Μην το αφήσεις να έρθει με το ταχυδρομείο, δάχτυλο το δάχτυλο.

Μην αφήσεις να έρθει με λέξη του στόματος, θα είμαι εξήντα χρονών
Την ώρα που θα έχει φτάσει ολόκληρο, πολύ ανήμπορη να το κάνω κάτι.

Μόνο ρίξε το πέπλο, το πέπλο, το πέπλο.
Αν ήταν θάνατος

Θα θαύμαζα τη βαρύτητά του, τα άχρονα μάτια του.
Θα ήξερα πως το χεις πάρει σοβαρά.

Τότε θα υπήρχε μια ευγένεια, τότε θα υπήρχαν τα γενέθλια.
Και το μαχαίρι δεν θα χάραζε, θα τρυπούσε

Αγνό και καθαρό όσο το κλάμα ενός μωρού,
Και το Σύμπαν θα γλιστρούσε απ το πλευρό μου.

(Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ο αιτών


Kατ αρχάς, είσαι ο άνθρωπός μας;
Έχεις
Γυάλινο μάτι, ψεύτικα δόντια ή μια πατερίτσα
Ορθοστάτη ή ένα γάντζο
Λαστιχένια βυζιά ή λαστιχένιο καβάλο;

Ράμματα που να δείχνουν ότι κάτι σου έχει αφαιρεθεί; Όχι όχι; Τότε
Κι εμείς πώς να σου δώσουμε έστω και το παραμικρό;
Πάψε να κλαις
Για άνοιξε το χέρι σου
Άδειο; Άδειο. Ιδού ένα χέρι

Να το γεμίσεις και μάλιστα πρόθυμο
Να φέρει φλιτζάνια τσάι και να διώξει τις έγνοιες
Και να κάνει ότι του πεις.
Θα το παντρευτείς;
Eίναι εγγυημένο

Να σου κλείσει τα μάτια στο τέλος
Και να διαλυθεί από τη λύπη.
Φτιάχνουμε νέο απόθεμα αλατιού.
Παρατηρώ ότι είσαι τελείως γυμνός.
Τι λες γι αυτό το κουστουμάκι -

Μαύρο και κολλαριστό πλην όχι κακής εφαρμογής.
Θα το παντρευτείς;
Είναι αδιάβροχο, είναι άθραυστο, σε προστατεύει
Από τη φωτιά και τις βόμβες που πέφτουν απ τη στέγη
Πίστεψέ με θα σε θάψουνε μ αυτό.

Τώρα το κεφάλι σου είναι, με το συμπάθιο, άδειο.
Έχω εισιτήριο για κείνο.
Για έλα γλύκα, βγες απ το ντουλάπι
Λοιπόν τι σκέφτεσαι για κ ε ί ν ο ;
Για ν αρχίσεις θα ναι άγραφο χαρτί

Αλλά στα εικοσιπέντε χρόνια θα γίνει αργυρή
Στα πενήντα χρυσή
Μια κούκλα ζωντανή, όπου κι αν την κοιτάξεις.
Μπορεί να ράβει, μπορεί να μαγειρεύει
Μπορεί να μιλάει να μιλάει να μιλάει

Δουλεύει, όλα πάνε μια χαρά.
Έχεις μια τρύπα, είναι κατάπλασμα
Έχεις ένα μάτι, είναι εικόνα
Αγόρι μου, είναι η τελευταία σου ευκαιρία.
Θα το παντρευτείς παντρευτείς παντρευτείς;

(Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)
Sylvia Plath

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Ο κρεμασμένος

Απ' τις ρίζες των μαλλιών μου κάποιος θεός μ' άρπαξε.
Τσουρουφλίστηκα στα μπλε του βολτ σαν προφήτης στην έρημο.

Μεμιάς χάθηκαν οι νύχτες από μπρος σα σαύρας βλέφαρο:
Ένας κόσμος από φαλακρές λευκές μέρες σε μια ανίσκια κόγχη.

Όρνιου βαρεμάρα με κάρφωσε σ' αυτό το δέντρο.
Αν ήταν εγώ, θα 'χε κάνει κι αυτός, αυτό που κανα 'γω.

(μτφ: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ 
Σύγχρονοι Αμερικανοί Ποιητές - εκδ. ύψιλον, 1983)
Sylvia Plath

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Καθρέφτης


Είμαι ασημένιος και ακριβής.
Δεν έχω προκαταλήψεις.
Ότι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,
Ακριβώς όπως είναι,
Αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός μόνο ειλικρινής.
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.
Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι στον απέναντι τοίχο.
Είναι ροζ με στίγματα.
Τον έχω κοιτάξει για τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς μου.
Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν ξανά και ξανά.
Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου για το ποιά είναι στ`αλήθεια.
Έπειτα γυρνά σ`αυτούς τους ψεύτες,
Τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω την ράχη της και την καθρεφτίζω πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα
Κι ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.
Είμαι σημαντικός για εκείνη.
Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί είναι το πρόσωπό της που αντικαθιστά το σκοτάδι.
Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι
Και από μέσα μου
Μια γριά γυναίκα
Αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα,
Σαν τρομερό ψάρι.

Sylvia Plath


Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Μαύρος κόρακας στη βροχή


Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.
Δεν αναμένω ένα θαύμα
Ή ένα ατύχημα
Να πυροδοτήσουν την όραση
Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω
Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
Χωρίς τελετή, ή οιωνό.
Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,
Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,
Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
Να ξεπηδήσει λευκόπυρο
Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα
Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–
Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
Αλλιώς ασυνεπές
Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,
Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ
Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη
Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας
Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας
Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο
Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει
Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει
Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο
Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,
Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή
Της κόπωσης,
Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,
Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,
Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά
Τεχνάσματα ακτινοβολίας θαύματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,
Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,
Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.

(μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου)
Sylvia Plath

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Λαίδη Λάζαρος


Να που το έκανα ξανά.
Στα δέκα χρόνια μια φορά
Τα καταφέρνω…

Θαύμα κινούμενο, το δέρμα μου
Φωτεινό σαν των Ναζί τα αμπαζούρ,
Το πόδι το δεξί μου

Βαρίδι για χαρτιά,
Το πρόσωπό μου είναι κενό, φίνο
Εβραίικο λινό

Ξεφλούδισ’ την πετσέτα
Ω εχθρέ μου εσύ.
Τρομάζω κάποιον; …

Η μύτη, οι κόχες των ματιών, η οδοντοστοιχία;
Η ξινισμένη ανάσα
Μες σε μια μέρα θα χαθεί.

Σύντομα, σύντομα
Η σάρκα που έφαγε ο τάφος
Πάνω μου θα επιστρέψει

Και το χαμόγελό μου.
Γυναίκα ετών τριάντα μόνο.
Κι εννιά σα γάτα έχω θανάτους.

Είμαστε στον Υπ’ Αριθμόν Τρία.
Τι σαχλαμάρα
Κάθε δεκαετία να εκμηδενίζεις.

Τι εκατομμύρια ίνες.
Μασουλώντας φιστίκια , τα πλήθη
Σπρώχνονται να δουν

Να με ξετυλίγουν χειροπόδαρα…
Το τέλειο στριπτίζ.
Κυρίες, Κύριοι

Τούτα είναι τα χέρια μου
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να 'μαι πετσί και κόκαλο,

Όμως, είμαι η ίδια ακριβώς γυναίκα.
Την πρώτη μου φορά ήμουνα δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη ν’ αντέξω σκόπευα
Να μη γυρίσω πια ποτέ.
Λικνίστηκα κλειστή

Σαν όστρακο.
Χρειάστηκε να φωνάζουν, να φωνάζουν
Και να μου βγάζουν τα σκουλήκια – μαργαριτάρια γλοιώδη.

Το να πεθαίνεις
Είναι τέχνη, όπως όλα.
Το κάνω εξαιρετικά.

Το κάνω διαολεμένα.
Το κάνω σαν αληθινό.
Νομίζω μού είναι φυσικό.

Εύκολο να το κάνω σε κελί.
Εύκολο να το κάνω και να μένω ακίνητη.
Είναι η θεατρική

Μέρα-μεσημέρι επιστροφή
Στο ίδιο μέρος, το ίδιο πρόσωπο, η ίδια κτηνώδης
Κραυγή ενθουσιασμού:

«Θαύμα!»
Που με λιώνει.
Θα πληρώσετε

Για να δείτε τις ουλές μου, θα πληρώσετε
Για να ακούσετε την καρδιά μου…
Στ’ αλήθεια ξεκινάει.

Και θα πληρώσετε, θα πληρώσετε ακριβά
Για μια μου λέξη ή άγγιγμα
Ή λίγο αίμα

Ή για λίγες τρίχες ή τα ρούχα μου.
Λοιπόν, λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Λοιπόν, Εχθρέ μου.

Είμαι το έργον σας,
Είμαι το τιμαλφές σας,
Τ’ ολόχρυσο μωρό σας

Που λιώνει και γίνεται στριγκλιά.
Στριφογυρνάω και καίγομαι.
Μη θαρρείτε πως υποτιμάω την έγνοια σας.

Στάχτες, στάχτες…
Σκαλίστε τις.
Σάρκες, οστά, τίποτα δεν θα βρείτε…

Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα γαμήλιο δαχτυλίδι,
Ένα χρυσό σφράγισμα.

Χερ Κύριε και Θεέ, Χερ Λούσιφερ
Φυλαχτείτε
Φυλαχτείτε.

Από τις στάχτες
Αναδύομαι με τα πυρά μαλλιά μου
Και τρώω άντρες στην τροχιά μου.


(23-29 Οκτωβρίου 1962/Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης)
Sylvia Plath

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Άριελ

Στάσις στο σκοτάδι.
Έπειτα η άυλη γαλανή
Διάχυση κορυφής και αποστάσεων.

Λέαινα του Θεού,
Πώς γινόμαστε,
άξονας από φτέρνες και γόνατα! - Το χαντάκι

Αυλακώνει και περνά, αδέλφι του
Καστανού τόξου
Του λαιμού που δεν μπορώ να φθάσω,

Μαυρομάτικοι
Πυράκανθοι ρίχνουν σκοτεινά
Αγκίστρια -

Μαύρες γλυκές αιμάτινες γουλιές,
Σκιές.
Κάτι άλλο

Με σέρνει μες στ' αγέρι -
Μηροί, μαλλιά
Λέπια από τις φτέρνες μου.

Λευκή
Γκοντάιβα, ξεφλουδίζω -
Νεκρά χέρια, νεκρές σκληρότητες.

Και τώρα
Αφρίζω σε ένα σιτάρι, σε λάμψη από θάλασσες.
Του παιδιού η κραυγή

Λιώνει στον τοίχο.
Και εγώ
Είμαι το βέλος,

Η δροσιά που πετά
Αυτοκτόνα, μαζί με την ώθηση
Μες στο κόκκινο

Μάτι, το μαγκάλι του πρωινού.

(μτφ: Κλαίτη Σωτηριάδου 
Ξένη Ποίηση του 20ού αιώνα - εκδ. Λωτός, 2000)
Sylvia Plath

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Άκρο

Η γυναίκα ολοκληρώθηκε.
Το νεκρό
         
Κορμί της φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η ψευδαίσθηση μιας χρείας ελληνικής

Κυλάει στις έλικες της τηβέννου της,
Τα γυμνά

Πόδια της φαίνονται να λένε:
Φτάσαμε τόσο μακριά, τετέλεσται.

Κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο -άσπρο φίδι-
Ένα σε κάθε μικρή

Κανάτα γάλα, τώρα άδεια.
Τα χει διπλώσει

Ξανά μες το κορμί της σαν πέταλα
Ρόδου εν παρόδω, όταν ο κήπος

Κοκαλώνει και μυρωδιές αιμορραγούν
Απ τους γλυκείς βαθείς λαιμούς του νυχτολούλουδου.

Δεν έχει λόγο να λυπάται η σελήνη,
Καθώς κοιτά επίμονα απ την οστεοθήκη της.

Είναι συνηθισμένη σε τέτοια πράματα.
Τα μαύρα της σέρνονται και κροταλίζουν.

(Μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη)  1963                                   
Sylvia Plath

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Πρωινό τραγούδι

Η αγάπη σε κούρντισε σαν βαρύ χρυσό ρολόι.
Η μαμή χτύπησε τις πατούσες σου και η γυμνή κραυγή σου
Πήρε τη θέση της ανάμεσα στα στοιχειά.

Οι φωνές μας αντιλαλούν, μεγεθύνοντας τον ερχομό σου. Καινούργιο άγαλμα.
Σ’ ένα παγερό μουσείο, η γύμνια σου
Σκιάζει την ασφάλεια μας. Στεκόμαστε τριγύρω ανέκφραστοι σαν τοίχοι.

Δεν είμαι περισσότερο μάνα σου
Από ένα σύννεφο που διυλίζει έναν καθρέφτη για να αντανακλά την δική σου αργή
Εξαφάνιση στο χέρι του ανέμου.

Όλη νύχτα σαν πεταλουδίτσα η ανάσα σου
Πεταρίζει ανάμεσα στα λεία ροζ τριαντάφυλλα. Ξυπνώ ν’ αφουγκραστώ:
Μια μακρινή θάλασσα σαλεύει μες στο αυτί μου.

Μια κραυγή, και σκουντουφλώ απ’ το κρεβάτι, βαριά σαν γελάδα και λουλουδιασμένη
Μες το βικτοριανό μου νυχτικό
Το στόμα σου ανοίγει καθαρό σαν του γατιού. Το τετράγωνο του παραθύρου

Ξασπρίζει και καταπίνει τα θολά του αστέρια. Και τώρα δοκιμάζεις
Μια φουχτίτσα νότες.
Τα ξεκάθαρα φωνήεντα υψώνονται σαν μπαλόνια.

Sylvia Plath

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Ποίημα Γενεθλίων

Ποιος.

Ο μήνας της ανθοφορίας τελείωσε. Τα φρούτα μαζεύτηκαν,
Φαγώθηκαν ή σάπισαν. Είμαι ολόκληρη στόμα.
Οκτώβρης, ο μήνας της αποθήκευσης.

Αυτό το υπόστεγο, μουχλιασμένο σαν στομάχι μούμιας:
Παλιά εργαλεία, χερούλια και σκουριασμένοι χαυλιόδοντες.
Είμαι σαν στο σπίτι μου εδώ, ανάμεσα στα νεκρά κεφάλια.

Άσε με να καθίσω μέσα σ’ ένα ανθοδοχείο,
Οι αράχνες δεν θα το προσέξουν.
Η καρδιά μου κομμένο γεράνι.

Τουλάχιστον ο άνεμος ας άφηνε ήσυχα τα πνευμόνια
μου.
Σκυλίσιο σώμα οσφραίνεται τα πέταλα. Ανθίζουν ανάποδα.
Κροταλίζουν σαν ορτανσίες.

Κεφάλια με παρηγορούν καθώς σαπίζουν,
καρφωμένα στα δοκάρια της στέγης από χθες:
Τρόφιμοι ιδρύματος που δεν πέφτουν σε χειμερία νάρκη.

Λάχανα: σκουληκιασμένο μωβ, βερνίκι ασημί,
Ένδυμα μουλαρίσιων αυτιών, κελύφη νυχτοπεταλούδας
αλλά με πράσινη καρδιά
Οι φλέβες τους άσπρες σαν ξύγκι γουρουνιού.

Ω η ομορφιά της συνήθειας!
Οι πορτοκαλιές κολοκύθες δεν έχουν μάτια.
Τούτοι οι διάδρομοι γεμάτοι γυναίκες που νομίζουν πως
είναι πουλιά.

Ιδού ένα σχολείο βαρετό.
Είμαι ρίζα, είμαι πέτρα, ένας σβώλος κουκουβάγιας,
Χωρίς όνειρο κανένα.

Μητέρα, είσαι το μοναδικό στόμα
Για το οποίο θα γινόμουν η γλώσσα του. Μητέρα της ετερότητας
Φάγε με. Ρωγμή στο καλάθι των αχρήστων, σκιά των εισόδων.

Είπα: Πρέπει να το θυμάμαι αυτό από τότε που ήμουν μικρή.
Υπήρχαν τόσο τεράστια λουλούδια,
Πορφυρά και κόκκινα στόματα, παντελώς αξιαγάπητα.

Τα στεφάνια από κλαδιά βατομουριάς μ’ έκαναν να κλαίω.
Τώρα με ανάβουν σαν ηλεκτρική λυχνία.
Για βδομάδες δεν μπορώ να θυμηθώ απολύτως τίποτε.

Sylvia Plath