Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Prevert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Jacques Prevert. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

Aτσαλένιο κορίτσι

Ατσαλένιο κορίτσι εγώ δεν αγαπούσα κανένα μες στον κόσμο
Δεν αγαπούσα κανένα εκτός από κείνον που αγαπούσα
Τον εραστή μου αυτόν που με τραβούσε
Τώρα όλα έχουν αλλάξει άραγες είναι εκείνος που έπαψε να
μ’ αγαπά
ο εραστής μου που έπαψε να με τραβά άραγες είμαι εγώ ;
Τώρα είμαι ξαπλωμένη πάνω σε μια ψάθα υγρή
του έρωτα
Ολομόναχη με όλους τους άλλους ολομόναχη απελπισμένη
Κορίτσι από ντενεκέ κορίτσι σκουριασμένο
Ω εραστή μου εραστή μου πεθαμένε ή ζωντανέ
Θέλω να θυμάσαι άλλοτε
τον εραστή μου
αυτόν που με αγαπούσε κι αγαπούσα .

Jacques Prevert 

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Στο μαγαζί της ανθοπώλισσας



Ένας άνδρας μπαίνει στο μαγαζί μιας ανθοπώλισσας
και διαλέγει κάποια άνθη
η ανθοπώλισσα περιτυλίγει τα άνθη
ο άνδρας βάζει το χέρι του στην τσέπη
να ψάξει για τα χρήματα
τα χρήματα για να πληρώσει τα άνθη
μα βάζει αυτός την ίδια ώρα
τελείως ξαφνικά
το χέρι πάνω στην καρδιά του
και ξαπλώνεται

Την ίδια ώρα που αυτός πέφτει
τα χρήματα κυλούν στη γη
κι ύστερα πέφτουνε τα άνθη
την ίδια ώρα με τον άνδρα
την ίδια ώρα με τα χρήματα
και η ανθοπώλισσα μένει εκεί
με τα χρήματα που κυλούν
με τ' άνθη που μαραίνονται
με τον άνδρα που πεθαίνει
προδήλως όλα ετούτα είναι πολύ λυπητερά
και πρέπει αυτή κάτι να κάνει
η ανθοπώλισσα
μα δεν ξέρει τον τρόπο να το κάνει
δεν ξέρει
από πού να ξεκινήσει

Υπάρχουν τόσα πράγματα να γίνουν
μ' αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
τα άνθη αυτά που παν να μαραθούν
και τούτα τα χρήματα
τα χρήματα ετούτα που κυλούν
που δε σταματάνε να κυλούν.

Jacques Prevert

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Το τρυφερό κι επικίνδυνο πρόσωπο της αγάπης




Το τρυφερό κι επικίνδυνο
πρόσωπο της αγάπης
ήρθε μπροστά μου ένα βράδυ
έπειτα από μια πολύ μεγάλη μέρα
Ήταν ίσως ένας τοξότης
με το τόξο του
μπορεί ένας μουσικός
με την άρπα του
Δεν ξέρω πια
Δεν ξέρω πια τίποτε
Αυτό που ξέρω μόνο
είναι ότι με πλήγωσε
ίσως μ᾽ένα βέλος
μπορεί μ᾽ένα τραγούδι
Αυτό που ξέρω μόνο
είναι ότι με πλήγωσε
με πλήγωσε στην καρδιά
και για πάντα
Με μια καυτή πολύ καυτή πληγή
της αγάπης πληγή.

Jacques Prevert 

Τα παιδιά που αγαπιούνται



Τα παιδιά που αγαπιούνται φιλιούνται όρθια
Μπροστά στις νυχτωμένες πόρτες
Και οι περαστικοί τα δείχνουν με το δάχτυλο
Μα τα παιδιά που αγαπιούνται
Δεν είν᾽εκεί για κανέναν
Και είναι μονάχα η σκιά-τους
Που τρέμει μέσα στη νύχτα
Φουντώνοντας το θυμό των περαστικών
Το θυμό-τους την περιφρόνησή- τους τα γέλια-τους και
τη ζήλεια-τους
Τα παιδιά που αγαπιούνται δεν είν᾽εκεί για κανέναν
Είναι αλλού πιο μακριά κι από τη νύχτα
Πιο ψηλά κι από την ημέρα
Μέσα στο εκθαμβωτικό φως της πρώτης-τους αγάπης.

Από την ποιητική συλλογή Spectacle (1951)
Jacques Prevert 

Στο μεγάλο ποτέ


Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα
στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
θα σ᾽αγαπώ
Αυτό του τραγουδούσε
Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε
Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά
Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή
και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή
Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα
στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή
Ναι βέβαια
σου λέω πως σ᾽αγαπώ
σ᾽αγαπώ ως το θάνατο
σ᾽αγαπώ για να ζω
Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ
πως δεν θέλω να φύγω
να φύγω για να ξαναγυρίσω
πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ
και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ
το γέλιο-σου
Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς
λέει εκείνη
αλλιώς δεν αξίζει
Προσπάθησε να καταλάβεις
Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία
Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία
σημασία έχεις να ξέρεις
Δεν θέλω τίποτα να ξέρω
Έχεις δίκιο
δεν έχει σημασία το να ξέρεις
σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις
Δεν έχουν σημασία όλα αυτά
θέλω να μ᾽αγαπάς
και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς
μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες
κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές
για χάρη-μου
Τρομερή η πλεονεξία-σου
Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη
Καλά λέει εκείνος και φεύγει
Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα
στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα
Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω
Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο
και νάτος μεσ᾽στο δρόμο
μόνος με τις βαλίτσες
Να τώρα είμ᾽ολομόναχος σαν σκύλος
κάτω απ᾽τη βροχή
έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει
είναι λυπηρό
δεν πέτυχε πολύ
τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει
χιονοθύελλα
και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε
δραματικό
Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες
τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος
τα μπουκάλια με τα ποτά
και με τα χέρια στις τσέπες
σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας
χώνεται μέσα στην ομίχλη
Δεν υπάρχει ομίχλη
αλλά ο άντρας σκέφτεται
Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη
(...)

(Ποιήματα, μετάφραση Βαγγέλη Χατζηδημητρίου, έκδ. 4η, έκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982, σσ. 150 -157)
Jacques Prevert

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Ο χαμένος χρόνος


Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης σταματάει ξαφνικά
o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ' το σακάκι
κι όπως γυρίζει
και τον ήλιο ατενίζει
όλον κόκκινο όλον στρογγυλό
να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δε βρίσκεις
πως είναι μάλλον μαλακία
να δίνεις μία τέτοια ημέρα
σε ένα αφεντικό;

Jacques Prevert

Ο λόγος για την ειρήνη



Προς το τέλος ενός λόγου εξαιρετικά σημαντικού
ο μεγάλος άνδρας του Κράτους τρεκλίζοντας
πάνω σε μια ωραία φράση κούφια
πέφτει μέσα
και αβοήθητος με το μεγάλο στόμα του ανοιχτό
ασθμαίνοντας
δείχνει τα δόντια
και η οδοντική αποσύνθεση των ειρηνικών συλλογισμών του
αποκαλύπτει το νεύρο του πολέμου
το ευαίσθητο ζήτημα των χρημάτων.

Jacques Prevert

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

Πώς να ζωγραφίσετε ένα πουλί

Ζωγραφίστε πρώτα ένα κλουβί
με μια πόρτα ανοιχτή
ζωγραφίστε μετά
κάτι όμορφο
κάτι απλό
κάτι ωραίο
κάτι χρήσιμο
για το πουλί
βάλτε έπειτα το μουσαμά απάνω σ’ ένα δέντρο
σ’ ένα κήπο
σ’ ένα πάρκο
ή σ’ ένα δάσος
κρυφτείτε πίσω από το δέντρο
χωρίς μιλιά
τελείως ακίνητοι…
Κάποτε το πουλί έρχεται γρήγορα
μα μπορεί και να περιμένει χρόνια
πριν τ’ αποφασίσει
Μην απογοητευτείτε
περιμένετε
περιμένετε αν χρειαστεί χρόνια ολόκληρα
το αν έρθει γρήγορα ή αργά το πουλί
δε θα ’χει καμιά σχέση
με την επιτυχία του πίνακα
Όταν φτάσει το πουλί
αν φτάσει
κρατήστε απόλυτη σιωπή
περιμένετε να μπει το πουλί στο κλουβί
κι όταν μπει
κλείστε απαλά την πόρτα με ένα πινέλο
μετά
σβήστε ένα ένα όλα τα σύρματα
προσέχοντας να μην αγγίξετε ούτε ένα φτερό του πουλιού
Ζωγραφίστε κατόπιν το δέντρο
διαλέγοντας το πιο ωραίο κλαδί του
για το πουλί
ζωγραφίστε ακόμη το πράσινο φύλλωμα και τη δροσιά του ανέμου
τη σκόνη του ήλιου
το σούρσιμο των ζώων στη χλόη μέσα στο κάμα του καλοκαιριού
και μετά περιμένετε το πουλί να τραγουδήσει
Αν δεν τραγουδά το πουλί
Είναι κακό σημάδι
σημάδι πως ο πίνακας είναι κακός
μ’ αν τραγουδά είναι καλό σημάδι
σημάδι πως μπορείτε να υπογράψετε
Τραβάτε λοιπόν πολύ απαλά
ένα φτερό απ’ το πουλί
και γράφετε τ’ όνομά σας σε μια γωνιά του πίνακα.
(Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης)
Jacques Prevert

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Πελώριος και κόκκινος


Πελώριος και κόκκινος
Πάνω απ’ το Γκραν Παλέ
Βγαίνει ο χειμωνιάτικος ήλιος
Και χάνεται
Σαν κι αυτόν πάει η καρδιά μου να χαθεί
Κι όλο το αίμα μου πάει να φύγει
Να φύγει στην αναζήτηση σου
Έρωτά μου
Ομορφιά μου
Και να σε βρει
Εκεί που είσαι.

Jacques Prevert

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013

Κινούμενη Άμμος



Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Κι εσύ
Σαν ένα φύκι απαλά χαϊδεμένο απ’ τον άνεμο
Στην άμμο του κρεβατιού δε βρίσκεις ησυχία καθώς ονειρεύεσαι
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Η θάλασσα αποτραβήχτηκε ήδη μακριά
Αλλά μέσα στα μισόκλειστά σου μάτια
Έμειναν δυο μικρά κύματα
Δαιμόνια και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν.

Jacques Prevert

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Αυτός ο έρωτας


Αυτός ο έρωτας
Τόσο βίαιος
Τόσο εύθραυστος
Τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κι απαίσιος σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι απαίσιος
Αυτός ο έρωτας τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας τόσο όμορφος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Και τόσο μηδαμινός
Που τρέμει από φόβο σαν παιδί στο σκοτάδι
Και τόσο ήρεμος για τον εαυτό του
Σαν ήρεμος άντρας στη νύχτα
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους άλλους να φοβούνται
Που τους έκανε να μιλάν
Που τους έκανε να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας παραφυλαγμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε παραφυλάξει
Καταδιωγμένος, πληγωμένος, ποδοπατημένος, αποτελειωμένος, απαρνημένος, ξεχασμένος
Γιατί εμείς τον είχαμε καταδιώξει, πληγώσει, ποδοπατήσει, αποτελειώσει, απαρνηθεί, ξεχάσει
Ολόκληρος αυτός ο έρωτας
Τόσο ζωντανός ακόμη
Και τόσο ηλιόλουστος
Είναι ο δικός σου
Είναι ο δικός μου
Εκείνος που υπήρξε
Αυτό το πάντα καινούριο πράγμα
Και που δεν άλλαξε
Όμοια αληθινός σαν φυτό
Όμοια τρέμοντας σαν πουλί
Όμοια ζεστός όμοια ζωντανός σαν καλοκαίρι
Μπορούμε κ’ οι δυο
Να φεύγουμε και να ξαναγυρνάμε
Μπορούμε να ξεχνάμε
Και μετά να ξανακοιμόμαστε
Να ξυπνάμε να υποφέρουμε να γερνάμε
Να κοιμόμαστε ακόμη
Να ονειρευόμαστε το θάνατο
Να ξυπνάμε να χαμογελάμε και να γελάμε
Και να ξανανιώνουμε
Ο έρωτας μας στέκει εκεί
Πεισματάρης σαν γαϊδούρα
Ζωντανός σαν πόθος
Σκληρός σαν μνήμη
Ηλίθιος σαν κλάψα
Τρυφερός σαν ανάμνηση
Κρύος σαν μάρμαρο
Όμορφος σαν μέρα
Εύθραυστος σαν παιδί
Μας κοιτάει χαμογελώντας
Και μας μιλάει χωρίς να λέει τίποτα
Κι εγώ τον ακούω τρέμοντας
Και φωνάζω
Φωνάζω για σένα
Φωνάζω για μένα
Σε ικετεύω
Για σένα και για όλους όσους αγαπιούνται
Και αγαπήθηκαν
Ναι του φωνάζω
Για σένα για μένα και για όλους τους άλλους
Που δεν ξέρω
Στάσου εκεί
Εκεί που είσαι
Εκεί που ήσουν άλλοτε
Στάσου εκεί
Μην κουνιέσαι
Μη φεύγεις
Εμείς αγαπιόμαστε
Σε ξεχάσαμε
Εσύ μη μας ξεχνάς
Δεν έχουμε παρά εσένα πάνω στη γη
Μη  μας αφήσεις να κρυώσουμε
Πάντα πολύ μακρύτερα
Κι αδιάφορο πού
Δώσε μας σημάδι ζωής
Πολύ αργότερα στη γωνιά κάποιας δεντροστοιχίας
Στο δάσος της μνήμης
Πρόβαλε άξαφνα
Τέντωσέ μας το χέρι
Και σώσε μας.

Jacques Prevert

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Οικογενειακό


Η μητέρα πλέκει
Ο γιος πολεμά
Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα
Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;
Κάνει επιχειρήσεις
Η γυναίκα του πλέκει
Ο γιος του πολεμά
Αυτός επιχειρήσεις
Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας
Και ο γιος και ο γιος
Τι βρίσκει ο γιος;
Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος
Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο
Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος
Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του
Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει
Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις
Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια
Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο
Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα
Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος
Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις
Η ζωή με το νεκροταφείο.

Jacques Prevert

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Η ωραία εποχή

Νηστική χαμένη παγωμένη
Ολομόναχη άφραγκη
Μια κοπέλα δεκάξι χρόνων
Ακίνητη όρθια
Πλατεία Ομονοίας
Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.

Jacques Prevert

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Τραγούδι


Τι μέρα έχουμε
Όλες τις μέρες έχουμε
Καλή μου
Είμαστε η ζωή ολόκληρη
Έρωτά μου
Αγαπιόμαστε και ζούμε
Ζούμε και αγαπιόμαστε
Και δεν ξέρουμε τι είναι η ζωή
Και δεν ξέρουμε τι είναι η μέρα
Και δεν ξέρουμε τι είναι ο έρωτας.

Jacques Prevert


Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το μαγικό λυχνάρι του Πικάσο

Όλα τα μάτια μιας γυναίκας στον ίδιο πίνακα
Τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης που η μοίρα χτύπησε
κάτω απ’ τα ακίνητα λουλούδια μιας φτηνής ταπετσαρίας
Το άσπρο χορτάρι του φονικού σε δάσος από καρέκλες
Ένας ζητιάνος από χαρτόνι ξεκοιλιασμένος πάνω σ’ένα μαρμάρινο τραπέζι
Οι στάχτες ενός πούρου πάνω στην αποβάθρα κάποιου σταθμού

Το πορτραίτο ενός πορτραίτου
Το μυστήριο ενός παιδιού
Η αναντίρρητη λαμπρότητα ενός πάγκου μαγειρείου
Η άμεση ομορφιά ενός κουρελιού που παρασύρεται απ’ τον άνεμο
Ο τρελλός τρόμος της παγίδας στο βλέμμα του πουλιού
Το παράλογο χλιμίντρισμα ενός αλόγου ασυνάρτητου
Η ανυπόφορη μουσική των μουλαριών με τα κουδούνια
Ο ταύρος που σκοτώνεται στεφανωμένος με καπέλλα
Η πάντα διαφορετική γάμπα μιας κοκκινομάλλας που κοιμάται
και το πελώριο αυτί των πιο μικρών καημών της

Το αεικίνητο που εξαπατήθηκε απ’ το χέρι
Η χαρά της κάθε μέρας και η αβεβαιότητα του θανάτου
και το σίδερο του έρωτα στην πληγή ενός χαμόγελου
Το πιο μακρινό αστέρι του πιο ταπεινού σκύλου
και αλατισμένη σ’ένα τζάμι η γλυκειά γεύση του ψωμιού
Η γραμμή της τύχης που χάθηκε και ξαναβρέθηκε τσακισμένη
και ανορθωμένη στολισμένη με τα κουρέλια της αναγκαιότητας
Η εκκωφαντική εμφάνιση μιας σταφίδας απ’ τη Μάλαγα
σε μια πουτίγκα ρυζιού

Ένας άντρας σε μια τρώγλη πληκτική με κόκκινες ανταύγειες
η νοσταλγία
και η εκτυφλωτική λάμψη ενός πατώματος από κεριά
Ένα παράθυρο πάνω στη θάλασσα ανοιχτό σα στρείδι
το ξυλοπάπουτσο ενός αλόγου και το γυμνό πόδι μιας ομπρέλλας
Η απαράμιλλη χάρη μιας τρυγόνας ολομόναχης
μέσα σε σπίτι παγωμένο
Το νεκρό βάρος ενός εκκρεμούς και οι χαμένες του στιγμές
Ο υπνοβάτης ήλιος που απότομα μέσα στη νύχτα ξυπνάει την κοιμισμένηκαι ξάφνου έκπληκτη Ομορφιά ρίχνει στους ώμους της ένα πανωφόρι καμινάδας και την παρασύρει μες στο σκοτάδι καπνού καλυμμένου με το λευκό της Ισπανίας, ντυμένου με χαρτιά κολλαριστά

Και τόσα ακόμα
Μια κιθάρα από ξύλο πράσινο που νανουρίζει την παιδική ηλικία της τέχνης
Ένα εισιτήριο τραίνου με όλες του τις αποσκευές
Το χέρι που μετατοπίζει ένα πρόσωπο που σκίζει το πρόσωπο ενός τοπίου
Ο σκίουρος που ξεπετάχτηκε απότομα
απρόσμενα από μια θήκη μπουκαλιών
ή ένα μουσικό κουτί σαν πανοπλία πράσινων μακρόβιων και φαλλικών φυτών
και τον χαϊδεύει μια γυμνή νέα κοπέλλα
υπέροχη χαμογελαστή και άσεμνη
που κι αυτή ξεπετάχτηκε απότομα από μια σάπια θήκη
ενός νοσταλγικού ακαδημαϊκού φοίνικα απελπιστικά γέρου
κι ωραίου σαν κάτι αρχαίο

Και οι καμπάνες με ψαθάκι πρωινό να ραγίζουν από τις κραυγές
μιας απογευματινής εφημερίδας
Οι τρομερές δαγκάνες ενός κάβουρα που ξεπροβάλλουν κάτω απ’ το καλάθι
Το τελευταίο λουλούδι ενός δέντρου με τις δυο σταγόνες νερού ενός κατάδικου
Και η νύφη πανέμορφη μόνη και απαρνημένη
σ’ένα κρεββάτι βαθύ κόκκινο της ζήλειας
απ’ το χλωμό τον τρόμο των πρώτων της συζύγων

Κι έπειτα σε κήπο χειμωνιάτικο στη ράχη ενός θρόνου
μια γάτα τρομαγμένη με τα μουστάκια της ουράς της
στα ρουθούνια κάποιου βασιλιά

Και στο πέτρινο πρόσωπο μιας γριάς καθισμένης δίπλα σ’ ένα καλάθι από λυγαριά ο σβησμένος ασβέστης ενός βλέμματος

Και συσπασμένα πάνω στο φρέσκο μίνιο του κιγκλιδώματος ενός κάτασπρου φάρου μελανιασμένα από την παγωνιά τα δυο χέρια ενός περιπλανώμενου Αρλεκίνου που κοιτάει τη θάλασσα και τα μεγάλα της τα άλογα που αποκοιμιούνται μέσα στη δύση κι έπειτα πάλι ξυπνούν με ρουθούνια αφρισμένα μάτια που φωσφορίζουν ξετρελλαμένα από τη λάμψη του φάρου και τα ανυπόφορα περιστρεφόμενα φώτα του
Κι ένας καλοψημένος κορυδαλλός στο στόμα ενός ζητιάνου

Μια άρρωστη κοπέλλα τρελλή, σ’ένα δημόσιο κήπο, που, χαμογελώντας μ’ένα μηχανικό χαμόγελο σα σκίσιμο και λικνίζοντας στην αγκαλιά της ένα παιδί ληθαργικό χαράζει στο χώμα με το γυμνό βρώμικο πόδι της τη σιλουέτα του πατέρα, το χαμένο του πρόσωπο, ενώ παρουσιάζει στους περαστικούς το νεογέννητο της, φτιαγμένο από κουρέλια,
Κοιτάξτε λοιπόν τον ωραίο μου γιο,
Κοιτάξτε λοιπόν την ωραία μου κόρη,
το θαύμα των θαυμάτων μου, το νόθο μου παιδί, από τη μια είναι αγόρι ενώ απ’ την άλλη είναι κορίτσι,
κάθε πρωί το αγόρι κλαίει και κάθε βράδυ παρηγορώ το κορίτσι
και τα κουρδίζω όπως τα ρολόγια

Κι ακόμα ο φύλακας της λεωφόρου γοητευμένος από το λυκόφως
Η ζωή μιας αράχνης που κρέμεται  από έναν ιστό
Η αϋπνία μιας κούκλας με σπασμένο μηχανισμό και τα μεγάλα της μάτια ορθάνοιχτα για πάντα
Ο θάνατος ενός λευκού αλόγου τα νιάτα ενός σπουργίτη
Η πόρτα ενός σχολείου στην οδό Πον ντε Λοντί
Και οι μεγάλοι Αυγουστίνοι παλουκωμένοι στα κάγκελα ενός σπιτιού σ’ένα μικρό δρομάκι που έχουν το όνομα του
Όλοι οι ψαράδες της Αντίμπ γύρω από ένα μόνο ψάρι

Η βία ενός αυγού και η θλίψη ενός στρατιώτη
Η έμμονη παρουσία ενός κλειδιού κρυμμένου κάτω από το χαλάκι κάποιας πόρτας
και η γραμμή του στόχου και η γραμμή του θανάτου
στο παχουλό και αυταρχικό χέρι ενός ομοιώματος ανθρώπου παχύσαρκου που παραληρώντας κρύβει με φροντίδα πίσω από τις σημαίες και τους εσταυρωμένους που θεαματικά στολίζουν το μεγάλο νεκρώσιμο μπαλκόνι του μουσείου του τρόμου και των πολεμικών τιμών
κρύβει το ζωντανό γελοίο άγαλμα των μικρών κοντών ποδιών του του ασύμμετρου θώρακα
αλλά παρά το ωραίο του χαμόγελο το μεγαλειώδες και μεγαλόψυχο δεν καταφέρνει να κρύψει τα ανίατα κι αξιολύπητα ίχνη του φόβου της ανίας του μίσους και της μαλακίας τα χαραγμένα στη μάσκα του από κρέας υπόξανθο χλωμό σαν τα άσεμνα συνθήματα της μεγαλομανίας που οι αξιοθρήνητοι βασανιστές της νέας τάξης χαράζουν στα ουρητήρια της νύχτας

Και πίσω του στη θήκη ενός μισάνοιχτου διπλωματικού σάκκου
το απλούστατο πτώμα ενός φτωχού χωρικού που χτυπήθηκε στο χωράφι του με ράβδους χρυσού από αναμάρτητους χρηματιστές
Και παραδίπλα σ’ένα τραπέζι μια ανοιχτή χειροβομβίδα και μέσα της
μια πόλη ολάκερη
Κι όλος ο πόνος αυτής της γκρεμισμένης και ματωμένης πόλης
σε χρώμα άσπρο

Κι ολόκληρη η πολιτοφυλακή να περιστρέφεται γύρω από το φορείο
όπου ακόμα ονειρεύεται ένας νεκρός τσιγγάνος
κι όλος ο θυμός ενός λαού ερωτευμένου
εργατικού ανέμελου και γοητευτικού
να ξεσπάει απότομα
σαν την κόκκινη κραυγή ενός κόκκορα που σφάχτηκε δημόσια
Και το ηλιακό φάσμα των χαμηλόμισθων που υψώνεται αιμόφυρτο πάνω απ’ τη ματωμένη είσοδο ενός εργατικού σπιτιού κρατώντας στ’ακροδάχτυλα, φτωχό φως της αθλιότητας, μια λάμπα ματωμένη απ’ τη Γκουέρνικα κι αποκαλύπτει καταμεσής της μέρας με το σκληρό αληθινό του φως τις ανυπόφορες ψεύτικες αποχρώσεις ενός ξεθωριασμένου κόσμου
χρησιμοποιημένου μέχρι το τέρμα και αδειανού ως το μεδούλι
Ενός κόσμου επί ποδός
Ενός κόσμου καταδικασμένου
και ήδη ξεχασμένου
Πνιγμένου απανθρακωμένου απ’ τις χίλιες φωτιές
του νερού ενός μικρού ποταμού λαϊκού
όπου το αίμα του λαού τρέχει ακούραστα ανεξάρτητα
στις αρτηρίες και τις φλέβες της γης και στις αρτηρίες και τις φλέβες των γνήσιων παιδιών της
και ζωγραφισμένο απλά σ’ένα άγραφο χαρτί
το πρόσωπο οποιουδήποτε παιδιού

Το πρόσωπο του Αντρέ Μπρετόν το πρόσωπο του Πολ Ελυάρ
το πρόσωπο του αμαξά που πρόβαλε στο δρόμο
Η λάμψη που ξεχύνεται καθώς κλείνει το μάτι του ο ανθοπώλης
Το διάσπαρτο χαμόγελο ενός γλύπτη που φτιάχνει κάστανα γλυπτά
και σκαλισμένο στο γύψο ένα γύψινο πρόβατο σγουρό
που βελάζει την αλήθεια στα χέρια ενός γύψινου βοσκού όρθιου δίπλα σ’ένα σίδερο ρούχων
Δίπλα σ’ένα άδειο κουτί πούρων
Δίπλα σ’ένα μολύβι ξεχασμένο
Δίπλα στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου
Δίπλα σ’ένα κορδόνι παπουτσιών
Δίπλα σε μια πολυθρόνα με κομμένα τα πόδια απ’ την κούραση των χρόνων
Δίπλα σ’ ένα πόμολο
Δίπλα σε μια νεκρή φύση όπου τα παιδικά όνειρα μιας νοικοκυράς
ψυχορραγούν στην κρύα πέτρα του νεροχύτη σαν ψάρια που ασφυκτιούν και σκάνε
στα αναμμένα κάρβουνα

Και το σπίτι να κουνιέται συθέμελα απ’ τις καημένες κραυγές του νεκρού ψαριού της νοικοκυράς που ξαφνικά με απελπισία ναυαγεί και ανασηκώνεται από τα βάθη του πατώματος για να αγκυροβολήσει αξιολύπητα στον κήπο του Βερ Γκαλάν στις όχθες του Σηκουάνα
Κι εκεί παραλυμένη σ’ένα παγκάκι
Λογαριάζει
Και δε βλέπει τον εαυτό της αθώο διεφθαρμένο απ’ τις αναμνήσεις
και θερισμένο σα στάχυ
Ένας χώρος της απομένει ένα υπνοδωμάτιο
Και καθώς παίζει κορώνα γράμματα
ελπίζοντας μάταια να κερδίσει λίγο χρόνο
Ξεσπάει μεγάλη καταιγίδα μέσα στον τρίφυλλο καθρέφτη
Μ’ όλες τις φλόγες της ζωής της χαράς της
Όλες τις λάμψεις της ζεστασιάς της
Όλες τις λάμψεις της καλής διάθεσης
Και δίνοντας τη χαριστική βολή στο σπίτι που είχε χάσει το δρόμο του
Βάζει φωτιά στις κουρτίνες του υπνοδωμάτιου
και κυλώντας σα σφαίρα φλογισμένη
τα σεντόνια στα πόδια του κρεββατιού
Ανακαλύπτει γελώντας μπροστά σ’ όλον τον κόσμο
το παζλ του έρωτα με όλα του τα κομματάκια
Όλα τα κομμάτια του τα διαλεγμένα τα διαλεγμένα απ’ τον Πικάσο

Ένας ερωτευμένος η αγαπημένη του και τα πόδια της στο λαιμό της και τα μάτια στους γλουτούς τα χέρια λίγο πολύ παντού
Τα πόδια σηκωμένα στον ουρανό και τα στήθη πάνω κάτω
Τα δυο κορμιά τιναγμένα ανταλλαγμένα χαϊδεμένα
Ο έρωτας αποκεφαλισμένος απελευθερωμένος και μαγεμένος
Το εγκαταλειμένο κεφάλι κυλάει στο χαλί
Οι ιδέες αφημένες, ξεχασμένες στην άκρη
δεν είναι πια εμπόδια απ’ τη χαρά την ηδονή
Οι ιδέες θυμωμένες απατημένες από το θυμωμένο έρωτα
Οι ιδέες χωμένες και έκπληκτες σαν άθλιοι ποντικοί θανάτου
που οσμίζονται ότι έρχεται το ανατρεπτικό ναυάγιο του Έρωτα
Οι ιδέες ξανά στη θέση τους  μπροστά στην πόρτα του δωματίου
δίπλα στο ψωμί και τα παπούτσια
Οι ιδέες καρβουνιασμένες κλεμμένες εξατμισμένες άδειες από ιδέες
Οι ιδέες απολιθωμένες μπροστά στη θαυμαστή αδιαφορία
ενός κόσμου παθιασμένου
Ενός κόσμου που ξαναβρέθηκε
Ενός κόσμου που δε συζητιέται και δεν εξηγείται
Ενός κόσμου που δεν ξέρει τη ζωή αλλά είναι γεμάτος από τη χαρά της
Ενός κόσμου συγκρατημένου και μεθυσμένου
Ενός κόσμου θλιμμένου και χαρούμενου

Τρυφερού και σκληρού
Πραγματικού και υπερ-πραγματικού
Τρομακτικού και υπέροχου
Νυχτερινού και ημερήσιου
Συνηθισμένου και ασυνήθιστου
Ωραίου όπως όλα

(Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη)
Jacques Prevert

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Για σένα αγάπη μου



Πήγα στην αγορά με τα πουλιά
Κι αγόρασα πουλιά
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα λουλούδια
Κι αγόρασα λουλούδια
Για σένα
αγάπη μου
Πήγα στην αγορά με τα σιδερικά
Κι αγόρασα αλυσίδες
Βαριές αλυσίδες
Για σένα
αγάπη μου
Και μετά πήγα στην αγορά με τους σκλάβους
Και σ’ έψαξα
Αλλά δε σε βρήκα
αγάπη μου

Jacques Prevert

Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Σχεδόν


 Σ το Φοντενεμπλό
 μπροστά από το ξενοδοχείο του Μαύρου Αετού
 υπάρχει ένας ταύρος λαξευμένος απ’ τη Rosa Bonheur
 λιγάκι πιο μακριά ολόγυρα
 είναι το δάσος
 και λίγο πιο μακριά ακόμα
 όμορφο σώμα
 εξακολουθεί να είναι το δάσος
 και η δυστυχία
 και δίπλα ακριβώς η ευτυχία
 η ευτυχία με τα βαθουλωμένα μάτια
 η ευτυχία με βελόνες από πεύκο στην πλάτη
 η ευτυχία που δεν έχει το μυαλό σε τίποτα
 η ευτυχία όπως ο ταύρος
 ο λαξευμένος από τη Rosa Bonheur
 κι έπειτα η δυστυχία
 η δυστυχία μ’ ένα χρυσό ρολόι
 με κάποιο τρένο να προλάβεις
 η δυστυχία που έχει το μυαλό στα πάντα...
 έχει τα πάντα
 ατού…  στα πάντα ... στα πάντα...
 και παντού
 και που κερδίζει 'σχεδόν' κάθε φορά
 σχεδόν.

 (απόδοση στα ελληνικά: Μαρία Θεοφιλάκου)
Jacques Prevert

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Το ψάρεμα της φάλαινας

Στο ψάρεμα της φάλαινας , στο ψάρεμα της φάλαινας
Έλεγε ο πατέρας με μια θυμωμένη φωνή
Στο γιό του τον Προσπέρ , κάτω απ’ την
ντουλάπα τεντωμένο ,
Στο ψάρεμα της φάλαινας , στο ψάρεμα της φάλαινας ,
Δε θέλεις να πας ,
Και λοιπόν γιατί ;
Και λοιπόν γιατί να πάω να ψαρέψω ένα ζώο
Που δε μου έχει κάνει τίποτε , μπαμπά ,
Πήγαινε μπαμπά , πήγαινε εσύ να το ψαρέψεις ,
Αφού αυτό σου κάνει κέφι ,
Προτιμώ να μείνω στο σπίτι με τη φτωχή μου τη μανούλα
Και με τον ξάδερφό μου τον Γκαστόν
Έτσι με το φαλαινοθηρικό ο πατέρας βγήκε ολομόναχος
Στη θάλασσα τη μανιασμένη…
Να ο πατέρας μέσα στη θάλασσα
Να το παιδί μέσα στο σπίτι
Να και η φάλαινα μέσα στο θυμό
Και να κι ο ξάδερφος ο Γκαστόν που αναποδογυρίζει
τη σουπιέρα με το βραστό .
Η θάλασσα ήταν φριχτή
Η σούπα ήταν καλή
Και να πάνω στην καρέκλα ο Προσπέρ απεγνωσμένος :
Στο ψάρεμα της φάλαινας , δεν πήγα
Και γιατί λοιπόν να πάω ;
Ίσως και να την αρπάζαμε
Λοιπόν τότε θα μπορούσα να φάω .
Όμως να που ανοίγει η πόρτα και με νερά να στάζουν
Ο πατέρας εμφανίζεται λαχανιασμένος
Κρατώντας τη φάλαινα πάνω στη πλάτη του
Ρίχνει το ζώο πάνω στο τραπέζι μια φάλαινα όμορφη
με γαλάζια μάτια
Ένα ζώο που σπάνια το βλέπουμε
Και λέει με μια φωνή αξιολύπητη :
Στα γρήγορα να την κομματιάσετε
Πεινάω , διψάω , θέλω να φάω
Όμως να που ο Προσπέρ σηκώνεται .
Κοιτάζοντας τον πατέρα του μέσα στο άσπρο των ματιών
Μέσα στο άσπρο των γαλάζιων ματιών του πατέρα του
Γαλάζια όπως αυτά της φάλαινας με τα γαλάζια μάτια
Και γιατί λοιπόν να κομματιάσω ένα φτωχό ζώο που
τίποτε δε μου’ χει κάνει ;
Τόσο το χειρότερο δε θέλω το μερίδιο μου
Μετά πετάει το μαχαίρι στη γη
Όμως η φάλαινα το αρπάζει , και πηγαίνει με βιασύνη
πάνω στον πατέρα
Τον κόβει τον πατέρα σε μερίδες
Αχ , αχ λέει ο ξάδερφος Γκαστόν ,
Μου θύμισε το κυνήγι , το κυνήγι των πεταλούδων ,
Και να
Να ο Προσπέρ που ετοιμάζει τα αγγελτήρια
του θανάτου ,
Η μητέρα που πενθοφορεί για τον δυστυχισμένο της σύζυγο
Και η φάλαινα με δακρυσμένο μάτι αντικρύζοντας την
κατεστραμμένη οικογένεια .
Απότομα αρχίζει και φωνάζει :
Και λοιπόν γιατί σκότωσα αυτόν το φτωχό ηλίθιο
Τώρα οι άλλοι θα με καταδιώξουν με την εξωλέμβιο
Και μετά θα εξοντώσουν όλη τη μικρή μου οικογένεια .
Τότε , σκάζοντας ένα ανήσυχο γέλιο
Κατευθύνεται προς την πόρτα και λέει
Στη χήρα περνώντας δίπλα της :
Kυρία μου , αν έρθει κανείς και με ζητήσει
Να απαντήσετε με καλή καρδιά :
H φάλαινα έχει βγει
Παρακαλώ καθίστε .
Περιμένετε εκεί .
Σε δεκαπέντε χρόνια χωρίς αμφιβολία θα έχει επιστρέψει …


1946
Jacques Prevert

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Τα νεκρά φύλλα

Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !

Μτφ. Μαριάννα Τζανάκη
Jacques Prévert