Labels

Showing posts with label toportal. Show all posts
Showing posts with label toportal. Show all posts

Saturday, July 4, 2015

Λογική εναντίον παραλόγου





Ας υποθεσουμε πως το Δημοψήφισμα έμπαινε ως θέμα στις Πανελλαδικές εξετάσεις, ζητώντας απ' τους μαθητές να αναλύσουν τα υπέρ και τα κατά του "ναι" και του "όχι". Σ' αυτήν την περίπτωση τα παιδιά θα ανέλυαν το ζητούμενο με βάση κάποιες παραμέτρους, αρθρώνοντας λογικά επιχειρήματα. Αυτό που διδάσκει και απαιτεί απ' αυτά το εκπαιδευτικό μας σύστημα προκειμένου να τα βαθμολογησει, είναι καταρχάς ό,τι γράφουν να είναι εντός θέματος. Η λογική είναι ο σταθερός και μετρήσιμος τρόπος προκειμένου να αξιολογηθούν στις εξετάσεις. Ο σουρεαλιμός και ο συναισθηματισμός ουδόλως ενδιαφέρουν τον βαθμολογητή, όπως και η εκτός θέματος αντιμετώπιση.

Οι ενήλικες Έλληνες τι κάνουν; Όσοι απαντούν "όχι" στο δημοψήφισμα, απαντούν "όχι" στο διακύβευμα του ζητήματος που θέτει, με τη μόνη διαφορά από τις Πανελλαδικές πως δεν τους δινεται η δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν, διότι έτσι είναι κατασκευασμένο κάθε δημοψήφισμα. Δεν αναλύεις τους λόγους που έχεις να το υπερψηφίσεις ή να το καταψηφίσεις, αλλά το αντιμετωπίζεις ως έχει και πρέπει να επιλέξεις μια μονολεκτική απάντηση.Αυτοί όμως που επιλέγουν να απαντήσουν "ναι", απαντούν κατ' ουσίαν  σε κάτι άλλο, οπως οι ίδιοι δηλώνουν. Κανείς απ' αυτούς που είναι υπέρ του "ναι" δε λέει "ναι" στα μέτρα που παρουσιαζει το δημοψήφισμα. Όλοι λένε "ναι" στην Ευρώπη, "ναι" στο ευρώ, αλλά δεν λένε "ναι" στα μέτρα. Αν όλοι όσοι λένε "ναι" έγραφαν για το δημοψήφισμα στο μάθημα της έκθεσης με τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν και που κυριως συμπεριλαμβάνουν προφητείες, απλώς θα μηδενίζονταν οι κόλλες τους, γιατί θα ήταν εκτός θέματος.

Θα ισχυριστεί κάποιος -και θα έχει και δίκιο- πως δεν είμαστε παιδιά και άρα είναι λάθος εξαρχής η σύγκριση. Ναι, δεν είμαστε παιδιά, -δυστυχώς. Γιατί αν ήμασταν παιδιά, δε θα μας περνούσε από το μυαλό να αμφισβητήσουμε το θέμα των εξετάσεων που δίνουμε αυτή τη στιγμή, θα ήταν αδιανόητο να βγούμε απ' το ερώτημά του, όχι μόνο γιατί δε θα είχαμε συμφέρον να το κάνουμε, αλλά και γιατί δε θα ρισκάραμε να μηδενιστούν οι κόλλες μας επειδή έτσι μας αρέσει, έτσι μας βολεύει ή έτσι νομιζουμε. Θα απαντούσαμε. "Όχι" επειδή θα διαφωνούσαμε και "ναι" επειδή θα συμφωνούσαμε.Τι συμβαίνει στην περίπτωσή μας; Όσοι απαντούν "ναι", στην πραγματικότητα αρνούνται το θέμα και το ερώτημά του. Αντικαθιστούν με αυθαίρετο τρόπο το ερώτημα του δημοψηφίσματος με ένα άλλο ερώτημα που επινοούν και που όλως τυχαίως επινόησαν και κάποιοι  από τους ευρωπαίους εταίρους μας. Δεν απαντούν "ναι" στα μέτρα, όπως τους ρωτά το χαρτί στο οποίο θα σημειώσουν το "ναι" τους, αλλά απαντούν "ναι" στην Ευρώπη και στο ευρώ, ερώτημα που ωστοσο δεν τίθεται. Διαστρεβλώνουν έτσι το ερώτημα αυτό καθεαυτό, προβάλοντας εξαρχής μία ερμηνεία, η οποία μεταφράζεται στο ότι εμείς δεν πιστεύουμε πως αυτό θέλετε να μας ρωτήσετε, αλλά πιστεύουμε πως μας ρωτάτε κάτι άλλο απ' αυτό που γράφει το χαρτί. Στην πραγματικότητα αμφισβητούν το κείμενο του δημοψηφίσματος, αμφισβητώντας και τις προθέσεις της κυβέρνησης και την ίδια, συμπαρατασσόμενοι με όσους κάνουν το ίδιο στην Ευρώπη.Αν όμως αμφισβητείς κάτι, δε συμμετέχεις σ' αυτό. Δεν απαντάς εφοσον το θεωρεις κιβδηλο ή έστω πονηρό. Απέχεις διότι θεωρείς πως σε κοροϊδεύουν. Αυτό έχεις δικαίωμα να το κάνεις. Είναι και λογικό και θεμιτό. Αυτό που δεν είναι ούτε λογικό, ούτε όμως και θεμιτό, είναι να απαντάς παραλάσσοντας και διαστρεβλώνοντας το ζητούμενο. Αυτό είναι και παράλογο και ανέντιμο. Το έντιμο θα ήταν να ομολογήσεις πως θέλεις αυτά τα μέτρα, γιατί το "ναι" σου σ' αυτό απαντά. Το θέλεις δεν το θέλεις, το "ναι" σου θα μπει πάνω σ' αυτό το χαρτί που σου θέτει ερώτημα πάνω στα συγκεκριμένα μέτρα και δε σε ρωτά όταν απαντάς "ναι" τι εννοείς ή τι θέλεις να εννοήσεις. Σύμφωνα με την καθαρή λογική το "ναι" καταγράφεται ως απόλυτη και ξεκάθαρη συγκατάβαση. Ό,τι άλλο ισχυρίζεσαι εξυπηρετεί άλλους σκοπούς και συμφέροντα, δεύτερες σκέψεις που βρισκομενος σε ενοχική θέση θέλεις να εξηγήσεις για να μη σε παρεξηγήσουν κιόλας. Ποιος θα είχε το θάρρος να πει πως εγώ απαντώ "ναι" στα μέτρα που εξαθλιώνουν το λαό μου; Και όμως αυτό απαντά στην ουσία βάζοντας "ναι", πολύ απλά γιατί αυτό είναι το ερώτημα και κανένα άλλο, -όπως κι αν θέλει το ντύνει.Κύριοι του πνεύματος, επώνυμοι κύριοι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί, αθλητές και άλλοι που παραδίδεται στο λαό μάθημα παραλόγου, θα ήταν εντιμότερο να φωνάξετε πως απέχετε της διαδικασίας του δημοψηφίσματος, αφού αμφισβητείτε το ερώτημα που σας θέτει και υπαινίσεσθε πως άλλα γράφει και άλλα εννοεί. Κατανοώ πως με την παράλογη στάση σας, υπερασπίζεστε ένα σύστημα που σας ανέδειξε και στήριξε την καριέρα σας και που τώρα αισθάνεστε πως κλονίζεται. Γι' αυτό όμως ακριβώς και θα έπρεπε να απέχετε από την διαδικασία. Αυτό και υπέρ σας θα λειτουργούσε και δε θα πρόσβαλε τη νοημοσύνη σας, την εντιμόητά, αλλά και τη λογική σας.

Αναρωτιέμαι: Η πρόταση των Θεσμών που περιλαμβάνει το δημοψήφισμα και που όλοι ισχυρίζονται πως δεν ισχύει πλέον, μήπως θα ισχύσει στην περιπτωση που υπερισχύσει το "ναι"; Μήπως οι εκρπόσωποι του ορθού λόγου εταίροι μας, που μέχρι σήμερα το ερμηνεύυν σαν κι εσάς ως "ναι" στην Ευρώπη και το ευρώ, το κυματισουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια σας με την υπογραφη σας; Τι θα τους πείτε τότε; Εμείς δεν εννοούσαμε "ναι" σ' αυτά τα μέτρα; Και δεν θα σας απαντήσουν ως λογικοί άνθρωποι "δεν ξέρουμε τι εννοούσατε, εσείς σ' αυτό απαντήσατε "ναι";Είναι, λοιπόν, απολυτως παράλογο να συμμετέχετε απαντώντας "ναι" σ' ένα άλλο ερώτημα που δεν τίθεται, βάζοντας "ναι" σ' ένα ερώτημα που τίθεται. Αυτό ειναι άκυρο και επικύνδυνο. Δεν μπορώ παρά να σηκώσω τα χέρια ψηλά και να δώσω στον ποιητή το λόγο.

«Όσοι το χάλκεον χέρι
Βαρύ του φόβου αισθάνονται
Ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
Θέλει αρετή και τόλμηΗ ελευθερία».

Α. Κάλβος,  Ωδή «Εις Σάμον»:



http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.koinwnia&id=8465

Wednesday, July 1, 2015

Ναι ή όχι;



Το κείμενο αυτό επιχειρεί μία προσπάθεια διαλεύκανσης των συγχίσεων που επικρατούν, αναλύοντας σε αδρές γραμμές έξι περιπτώσεις προσώπων, θεσμών και επιλογών που ειναι στο προσκήνιο.

1. Η περίπτωση Τσίπρα.                                                                                
Ο ελληνικός λαός στις 25 Ιανουαρίου εξέλεξε νέα κυβέρνηση. Αυτό αποτελεί ένα δεδομένο. Ο νέος πρωθυπουργός μέσα σ' αυτους τους πέντε μήνες φάνηκε να μην έχει τα γνωστά χαρακτηριστικά του πολιτικού, όπως τα γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια από τους φέροντες το αξίωμα. Διότι δύο από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά ήταν "να τα βρίσκεις" και "να βάζεις και κάτι στην τσέπη σου". Ο Τσίπρας, όπως αποδείχθηκε, ούτε τα βρήκε, ούτε βέβαια, αφού δεν τα βρηκε, έβαλε κάτι στην τσέπη του. Επιτρεπτό; θα ρωτήσει κανείς. Στην παρούσα συνθήκη ναι, γιατί αν μη τι άλλο ο Τσίπρας δείχνει πως υπερασπίζεται πρώτα απ' όλα τον τόπο, ακόμη και με μη συνήθεις πολιτικές. Να θυμίσω εδώ πως όταν ο Καραμανλής μάς έβαλε στην Ευρώπη, θεωρούσε πως δε μας χωρίζει και δε μας διαφοροποιεί τίποτα από τους εταίρους μας. Ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του που στην ομιλία που εξεφώνησε στο Στρασβούργο εισηγήθηκε την αλλαγή του αλφαβήτου μας και την αντικαταστασή του από το λατινικό. Για καλή μας τύχη βρέθηκε τότε ο Παπανούτσος και ο Τσάτσος που τον συγκράτησαν. Ο Τσίπρας δε φάνηκε διατεθημένος να εκχωρήσει ανάλογα, αλλά και άλλα δικαιώματα στους εταίρους. Μας χωρίζουν βέβαια αρκετά χρόνια από τη στιγμή της ένταξης, αλλά πρέπει νομίζω να σημειώσουμε πως τα λίγα, αλλά ισχυρά περιουσιακά στοιχεία που έχει ένας μικρός και φτωχός τόπος σαν την Ελλάδα, οφείλει να τα διαφυλάξει και να τα υπερασπίσει με νύχια και με δόντια σε όποιο πλαίσιο κι αν εντάσσεται, πολύ δε μάλλον εντασσόμενη σ' ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο καθορισμένο από χώρες κολοσσούς.  

2. Η περίπτωση του Βαρουφάκη. 
Όπως όλοι διαπιστώσαμε, ανεξάρτητα αν αυτό προκάλεσε τη συμπάθεια ή την αντιπάθειά μας, η περίπτωση του Βαρουφάκη είναι ξεχωριστή και με ειδικό ενδιαφέρον. Η είσοδός του στα υπουργικά συμβούλια της Ευρώπης εξαρχής δεν ήταν καλοδεχούμενη. Όχι επειδή οι άλλοι ήταν οι καλοί κι αυτός ο κακός ή το αντίθετο, αλλά γιατί εγκλωβισμένος στην αυταρέσκεια και τον ναρικισσισμό του, ο υπουργός δεν κατάφερε να μιλήσει στη γλώσσα των εταίρων, πράγμα που αποτελεί βασικό διαπραγματευτικό προσόν. Όσο δεν στερείται εφυϊας, άλλο τόσο στερείται διπλωματίας και διαπραγματευτικής ικανότητας. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, θεωρώ πως ήταν χρήσιμος. Καμιά φορά η διαπραγμάτευση προχωρά ακριβώς επειδή παρεισφρύουν στους κόλπους της άνθρωποι τέτοιοι που δημιουργούν έντονες κόντρες. Θεωρώ πως κάποιοι απ' αυτούς που βρίσκονται μέσα σ' αυτά τα διαπραγματευτικά συμβούλια έπρεπε κάποτε να "τ' ακούσυν", έστω και σε μια άλλη γλώσσα απ' αυτήν που είχαν συνηθίσει. Δεν ωφελεί να τ' ακούν διαρκώς, αλλά για λίγο καλό ήταν. Εξάλλου, σε κάποιες περιπτώσεις ο εφευρητικός νους του Βαρουφάκη αποδείχτηκε επίσης χρήσιμος. Ίσως όμως ο ρόλος του να έχει πλέον ολοκληρωθεί.

3. Η περίπτωση των Ευρωπαίων ηγετών.
Εάν το πρόσωπό τους κατάφερε να παραμείνει συγκαλημένο μέχρι πρότινος, μετά την ανακοίνωση του δημοψηφίσματος, αποκαλύφτηκε. Είχε δικαίωμα ο πρωθυπουργός της χώρας να την οδηγήσει σε δημοψήφισμα; Και βέβαια το είχε και μαλιστα ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Είχαν δικαίωμα να το αποτρέψουν ή να το διαστρεβλώοουν; Κατηγορηματικά όχι και σε καμία περίπτωση. Εάν ο πρωθυπουργός ξεκαθαρίζει πως το δημοψήφισμα αφορά στο ναι ή όχι στις προτάσεις των εταίρων, οι εταίροι σε καμία περίπτωση δεν έχουν το δικαίωμα να το μεταφράσουν όπως αυτοί θελουν. Μεταφράζοντάς το όπως θέλουν, στην προκειμένη περίπτωση ως ναι ή όχι στην Ευρωζώνη και το νόμισμά της, στην παραγματικότητα ακυρώνουν την ύπαρξη και το κύρος του Έλληνα πρωθυπουργού ως εκλεγμένου πρωθυπουργου της χώρας μας. Είχαν αυτό το δικαίωμα; Και βεβαίως, όχι. Η Ευρώπη δεν είναι ένα λόμπυ που διακιούται να επικυρώνει ή να παραιτεί κυβερνήσεις. Αν είναι έτσι η Ευρώπη, μάλλον δεν έχουμε καμιά δουλεια μαζί της. Όποιος κι αν είναι ο πρωθυπουργός μας, δεν μπορεί να τον εξευτελίζουν κατ' αυτόν τον τρόπο. Ακόμη και στην περίπτωση που δεν του έδωσαν τελεσίγραφο ή δεν ήταν αυτή η οριστική τους πρόταση, ο πρωθυπουργός νομιμοποιούταν, -γιατί έτσι έκρινε-, να πάει σε δημοψήφισμα. Είναι αναφαίρετο δικαίωμά του και δεν πέφτει λόγος σε κανέναν από τους εταίρους.
Οι ηγετών της Ευρώπης των διακηρύξεων υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κατάργησης των διακρίσεων,  αμφισβητούν με τη συμπεριφορά τους την κυβέρνησή μας και κάνουν τα πάντα για να τη σβήσουν απ' το χάρτη. Μπορούμε να τους χειροκροτήσουμε;

4. Η περίπτωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Μπαίνοντας στην Ευρωζώνη κάθε χώρα παραχωρεί τα δικαιωματα των τραπεζών της στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Αυτό όχι μόνο δε σημαίνει πως στην περίπτωση κρίσης, η τελευταία αποφαςίζει ερήμην της χώρας που βρίσκεται σε κρίση, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Για οποιαδήποτε κίνησή της, οφείλει να την ρωτά. Είναι παράνομο αυτό που κάνει τώρα; Και βέβαια είναι.

5. Η περίπτωση Σαμαρά
Η λυσαλέα αντίδραση του πολιτικού αυτου που φέρει μεγάλη ευθύνη για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι το πρόσωπό του ταυτίστηκε με τους δανειστές και τις πρακτικές τους. Θα ήθελε πολύ να βγάλει αυτή τη ρετσινιά από το μέτωπό του, αλλά είναι μάλλον αργά γι' αυτό. Δικαιούται, ωστόσο, να παραποιεί το στόχο του δημοψηφίσματος, όπως καθορίστηκε από τον πρωθυπουργό; Όχι, δεν το δικαιούται. Το πρώτο πράγμα που ένιωσαν οι περισσότεροι Έλληνες την ώρα της ανακοίνωσης του Τσίπρα για το δημοψήφισμα ήταν πως ο πρωθυπουργός  παίζει την καρέκλα του κορώνα γράμματα. Το αίσθημα αυτό άρχισε να διαταράττεται και να εξανεμίζεται μέσα σε λίγες ώρες, μετά τη σφοδρή, έως χυδαία επίθεση, από τον Σαμαρά που προσπάθησε να κακοποιήσει και να διαστρεβλώσει την έννοια του δημοψηφίσματος.

6. Οι δύο περιπτώςεις της επόμενης μέρας.
Ρώτησαν τον πρωθυπουργό στη συνέντευξη που έδωσε στην ΕΡΤ, ποια θα είναι τα ενδεχόμενα της επόμενης μέρας στην περίπτωση του ναι και στην περίπτωση του όχι. Εκτός από το ότι στην περίπτωση του ναι, ο Τσίπρας απάντησε πως δε θα το υπηρετήσει, κατά τα άλλα δεν απάντησε. Και ορθώς δεν απάντησε. Αν απαντούσε θα έλεγε ψέμματα. Ένας κανονικός πολιτικος θα απαντούσε, αλλά αυτός δεν είναι κανονικός πολιτικός, -πράγμα που στην παρούσα φάση της έσχατης ταπείνωσης και εκμηδένισης της αξιοπρέπειάς μας είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσαμε να έχουμε . Έχει, δεν έχει κάτι στο κεφάλι του, δεν έπρεπε να απαντήσει, πρώτον, διότι οτιδήποτε προκύψει θα είναι θέμα χειρισμών που από πριν μάλλον ούτε και ο ίδιος γνωρίζει. Δεύτερον, διότι ακόμα κι αν το γνωρίζει δεν έπρεπε να το φέρει εκ των προτέρων στη δημοσιότητα -είναι πρωθυπουργός και όχι διαφημιστής. Τρίτον, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ούτε στη μια, αλλά ούτε και στην άλλη περίπτωση, κι αυτός το ξέρει.
Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος ότι ψηφίζοντας το ναι, οι Ευρωπαίοι μεθαύριο δε θα ζητήσουν κι άλλα; Αυτό κάνουν διαρκώς, αυτή ειναι η τακτική τους. Και δεν μιλούμε μόνο για οικονομικά μέτρα. Μεθαύριο αυτοι οι άνθρωποι που ζητουν να καθορίζουν τις τύχες των λαών, μπορούν να ζητήσουν για παράδειγμα να ενοποιηθούν οι γλώσσες, να γράφουμε και να μιλάμε όλοι αγγλικά, γαλλικά ή γερμανικά. Θα διστάσουν; Φαίνονται αδίστακτοι. Ποιος θα είναι ο πρωθυπουργός που θα μπορέσει να τους αντισταθεί τότε, ή να πάει τη χώρα σ' ένα άλλο δημοψήφισμα; Δεν ξέρω. Μπορεί και ο Τσίπρας που είναι κατάλληλος τώρα για τις παρούσες περιστάσεις, αύριο μεθαύριο να μην είναι. Θα φανεί. Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η παραμονή στην εξουσία αλλάζει τους ανθρώπους -δυστυχώς προς το χειρότερο.

7. Η περίπτωση του ξεροκόμματου
Αυτή τη στιγμή πολλοί συνπολίτες μας σκέφτονται πως είναι προτιμότερο να ψηφίσουν ναι, προκειμένου να έχουν έστω ένα σίγουρο ξεροκόμματο. Αυτό είναι πολύ ανθρώπινο. Το θέμα είναι ότι κι αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο. Άλλοι δε θέλουν να γίνουμε Σκόπια ή Ουγκάντα. Μα κι αυτό δεν είναι βέβαιο. Κανείς δεν μπορεί να το προβλέψει. Πέρα απ' το γεγονός ότι μας αδικεί να κινούμαστε από φόβο. Δε μας αξίζει.

Βρισκκόμαστε μπροστά σ' ένα σταυροδρόμι. Οι δρόμοι όλοι μπροστά μας είναι άγνωστοι. Η μοίρα μας, το ίδιο. Πώς αποφασίζει, λοιπόν, κανείς;

Επιτρέψτε μου να υπενθυμίσω ένα άλλο ιστορικό παράδειγμα: Το φαινόμενο των Γενιτσάρων. Για πολλούς λόγους άντεξε για τόσα χρόνια η Τουρκοκρατία. Ένας απ' αυτούς ήταν και οι γενίτσαροι. Στην αρχή τους άρπαζαν με τη βία. Όταν έβλεπαν καλοκαμωμένα αγόρια, τα έπαιρναν και τα μεγάλωνααν μέσα στον τούρκικο στρατό. Αυτό είναι γνωστό. Αυτό που ίσως λίγοι γνωρίζουν είναι ότι παράλληλα για τις οικογένειές τους εξασφαλίζονταν κάποια ξεχωριστά και ελκυστικά προνόμια. Αυτό δοήγησε μετά από τα πρώτα χρόνια, στο να παραδίδουν μόνες τους πολλές οικογένειες τα παιδιά τους στους Τούρκους για να τα κάνουν γενίτσαρους, ώστε αυτές να απολαμβάνουν τα προνόμια. Είναι μάλλον σαφές αυτό που θέλω να πω, οποτε δε θα το ερμηνέψω. Ωστόσο δεν προτίθεμαι να κλείσω μ' αυτό. 

Είναι δικαίωμα του καθενός να ψηφίσει ό,τι θέλει. Υπάρχουν άνθρωποι άρρωστοιο που η ζωή τους κρέμεται από μια κλωστή και αν δεν έχουν φάρμακα, σε μια ενδεχόμενη αναταραχή, η κλωστή θα κοπεί. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν όντως μ' ένα ξεροκόμματο και δε θα ζήσουν αν έστω και για λίγο το στερηθούν κι αυτό. Κανείς δεν μπορεί αυτούς τους ανθρώπους ούτε να τους κρίνει για την επιλογή τους ούτε και να τους κάνει μάθημα ελευθερίας και δημοκρατίας. Όλοι οι υπόλοιποι όμως οφείλουμε να σκεφτούμε. Μπροστά σε δυο αβεβαιότητες ποια προτιμούμε; Αυτήν που σημαίνει υποδούλωση, κατοχή, εξευτελισμό, ή αυτήν που μεταφράζεται σε ελευθερία με ρίσκο, μόχθο και ανάληψη ευθύνης; Ας αποφασίσει καθένας αυτό με το οποίο νιώθει άνετα χωρίς να επικρίνει τον άλλον. 
Για να γράψω αυτό το κείμενο συζήτησα πολύ με ανθρώπους που ξέρουν περισσότερα από μένα και προσπάθησα να εντοπίσω τα ουσιώδη ερωτήματα και ζητήματα γιατί κι εγώ ταλανίστηκα πολύ τις περασμένες μέρες. Η σοφότερη κουβέντα που είπε στη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός, ήταν πως ο πολιτισμός δεν έχει σχέση με τις τράπεζες. Καλές οι τράπεζες μέχρι εκεί που μας εξασφαλίζουν τα προς το ζειν. Μέχρι εκεί. Αλλά αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα στη δουλεία και στην ελευθερία, τι θα προτιμήσουμε; Κακά τα ψέμματα, ο μεγαλύτερος πολιτισμός είναι ο πολιτισμός του υπάρχειν. Του ελεύθερου υπάρχειν, χωρίς βεβαιότητες, με όλα τα ρίσκα της ελευθερίας. Κι ο Θεός βοηθός.





Monday, July 21, 2014

Υπό τας αμφιλαφείς σκιάς αιωνοβίων πλατάνων των Πλατρών


Τραχεία πεύκη, πανύψηλα πλατάνια και θάμνοι, λαντζιά, αντρουκλιά, ξισταρκά, σπατζιά, σκλήδρος, σφένδαμνος, αροδάφνη, ατζουλάβατος, μερινιά, καλάμια, σκλινίτζια, κόνιζος. Και αιωνόβιες βαλανιδιές και καβάτζια, περνιές, τριμιθιές, σουματζιές. 
Τ' αηδόνι την άνοιξη στους ποταμούς προβάλλει, στα πεβόλια και στις ρεματιές, φεύγει το φθινόπωρο. Απ' τον Απρίλη μέχρι τον Ιούνη τραγουδά ακατάπαυστα τις νύχτες, μα το Μάιο δίνει τις μεγαλύτερες παραστάσεις του. Στα ίδια μέρη χτίζει τις φωλιές του, στα ίδια γεννά τ' αηδονάκια του και τ' ανατρέφει. Το πιο γλυκόλαλο πουλί και πιο περήφανο, μόνο ελεύθερο μπορεί και τραγουδά, στη σκλαβιά πεθαίνει. Στην κοιλάδα των Χαρίτων και στην οδό Καληδονίας η κρήνη της Ρωξάνης με ξεδιψά.

Η προτομή του Στέλιου Μαύρου δεσπόζει στο ομώνυμο πάρκο. Αρτοποιός ήταν, ψωμάκι έφτιαχνε, μα τα έδωσε όλα στον αγώνα για το πιο αληθινό ψωμί, αυτό της ελευθεριάς που σαν κι αυτό άλλο δεν είναι. Τάχτηκε στο πλευρό του Μακαρίου του Γ΄ και τον Γενάρη του φαρμακερού '74 τον χτύπησαν άνανδρα σε δρόμο των Πλατρών. Μα πρόλαβε πρώτα να υπηρετήσει στην ΕΟΚΑ και να συμμετάσχει στην ανατίναξη του ελικοπτέρου του Άγγλου κυβερνήτη Χάρντιγκ όταν προσπάθησε να προσγειωθεί στις Πλάτρες. Στο Δημοτικό σχολείο, άλλη προτομή, του Αντρέα Παρασκευά. Με την εισβολή των Τούρκων, τον Ιούλιο του '74, έσπευσε να καταταγεί, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στο εξωτερικό, και να πάει να πολεμήσει στην πρώτη γραμμή του πυρός, στην περιοχή των Κεντρικών φυλακών της Λευκωσίας, για ν' αποχαιρετήσει τη ζωή του στο πεδίο της μάχης.

"Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, παππού, να δεις ξανά το σπίτι σου στα κατεχόμενα;" ρωτά ο εγγονός τον παππού του. "Καλύτερα να μην έρτω, γιατί άμα έρτω θα τους σφάξω, δε θα κρατηθώ..."
Ακούω τις διηγήσεις των εγγονών και βουρκώνω. "Σκέψου", λέω στο εικοσιπεντάχρον παλικάρι που γύρισε απ' το σπίτι του παππού του, πως εσάς σας πήρε τα σπίτια και τις περιουσίες ο εχθρός, εμάς μας τα παίρνουν οι δικοί μας... Ούτε να πολεμήσουμε δεν δικαιούμαστε..." Είναι, πιθανόν, μια ακραία σύγκριση, αλλά δεν μπορώ να μην την κάνω. Εξάλλου, η κατάσταση στην Κύπρο σήμερα, αν και καλύτερη απ' αυτήν της Ελλάδας, είναι αλήθεια πως μέσα σ' όλη τη συμφορά, συνέφερε και πολλούς ύστερα από τα χρόνια της μεγάλης ευμάρειας και του πλουτισμού που ακολούθησε, για να χρυσώσει το χάπι της απώλειας.

Δε χορταίνω ν' ακούω την τραγουδιστή αρχαία γλώσσα τους. Λέξεις ξεχασμένες, γλύκα περισσή, τρυφερότητα. "Κορούες", φωνάζει μια οχτάχρονη τις φίλες της για να παίξουν, κορούλες, κορούλες τρισχαριτωμένες νεράιδες των πηγών του Τροόδους, του όρους που φιλοξενεί εδώ και εκατοντάδες χρόνια το πανέμορφο χωριό των Πλατρών. Σεφταλιές και λουβοί, κολοκυθοανθοί και παγωμένη ζηβανία, είναι μόνο μερικά απ' τα εκλεκτά εδέσματα και ποτά που γεμίζουν το τραπέζι των φιλόξενων Κυπραίων προς τους Ελλαδίτες.

Είναι παράξενο. Στην Ελλάδα συχνά απαντάς μια αντιπάθεια των Ελλήνων προς τους αδερφούς Κυπρίους. Είναι αλήθεια πως κι εγώ τους αγάπησα και τους εκτίμησα βαθιά όταν ήρθα και ξανάρθα στον τόπο τους. Εδώ τους κατάλαβα, γιατί εδώ ήταν ο εαυτός τους, ανεπητήδευτος, ελεύθερος, ανυπόκριτος. Αυτό που συμβαίνει με τους Κυπρίους στην Ελλάδα δεν είναι άλλο απ' αυτό που συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους, όλων των φυλών, όταν ξεριζώνονται απ' τον τόπο τους και ζουν σε άλλον. Αλλάζουν, οχυρώνονται, αμύνονται, προσπαθώντας να επιβιώσουν επιστρατεύουν όπλα που γίνονται αντιπαθητικά στους γηγενείς. Το είδα και με φίλους νησιώτες, Χιώτες και Μυτηλινιούς, που έμοιαζαν ακατανόητοι, περίεργοι, παράξενοι στη Θεσσαλονίκη κι όταν τους είδα κάποτε στον τόπο τους, ήταν τόσο αξιαγάπητοι εκεί, λυμένοι, αρμονικοί, σαν τα λουλούδια που συχνά στη μετφύτευση και μεταφορά τους από τόπο σε τόπο αρρωσταίνουν ή πεθαίνουν κιόλας. Οι Κύπριοι είναι άνθρωποι ευγενείς, εργατικοί, φιλότιμοι, πανέξυπνοι και ευλαβείς. Αισθάνομαι πως σιγά σιγά κι αυτοί ξυπνούν, αργά ή γρήγορα θα τα καταφέρουν, -το πιστεύω.

Εδώ, στην καρδιά του βουνού, ο νους μου καθάρισε, γαλήνεψε η ψυχή μου, ξεκουράστηκα. Χρωστώ ευγνωμοσύνη κι ό,τι κι αν αναταποδώσω θα 'ναι λίγο. Μα ίσως η μεγαλύτερη ανταπόδοση να είναι αυτό το αίσθημα της αδερφοσύνης μ' έναν λαό που είναι περισσότερο απ' όλους αδερφικός μας. Ενώ χριστιανικοί πληθυσμοί εκδιώκονται συστηματικά τα τελευταία χρόνια από την Ανατολή, με ποικίλλες αφορμές και προφάσεις, εμείς ενωνόμαστε με όλο και πιο δυνατούς δεσμούς φιλίας, όπως μας πρέπει κι όπως μας αμόζει, γιατί Ελλάδα και Κύπρος απ' το ίδιο ντέρτι κατατρώγονται, ντέρτι που δεν το χωρούν οι στράτες ούτε και οι ποαταμοί, που μύλοι δεν τ' αλέθουν:

Το τέρτι της καρτούλας μου
θκυο μύλοι εν τ' αλέθουν
ούτε οι στράτες το χωρούν
με οι ποταμοί που τρέχουν...




Wednesday, July 16, 2014

Γιώργου Ιωάννου - Περί πατριωτισμού



Σκαλίζοντας τη βιβλιοθήκη του συγγραφέα φίλου μου, Αλέξανδρου Κοσματόπουλου, ανακαλύπτω τα περίφημα “Φυλλάδια” του Γιώργου Ιωάννου. Παρευθύς τα κατάσχω και ξεκινώ να τα μελετώ. Αντιγράφω για toportal το ακόλουθο απόσπασμα από τη στήλη Θρύμματα, “Φυλλάδιο, Περιοδικό πνευματικής ζωής”, τ. 7-8, σελ.51, 1985, Βιβλιοπωλείο της Εστίας.

“4. Θρύμματα:

Δεν ανήκω στους συγγραφείς εκείνους, που αποφεύγουν να παίρνουν ανοιχτά θέση πάνω σε κρίσιμα θέματα, για να μη βλάψουν το έργο τους. Ούτε, βέβαια, και σε κείνους που σπεύδουν να πάρουν θέση σε όλα, θαρρείς και το κάνουν επίτηδες. Οι δισταγμοί μου, όταν υπάρχουν, προέρχονται από αυτό το ίδιο το θέμα, τη γνώση των λεπτομερειών του και τη συσχέτισή του με τις αρχές μου και τις ιδέες μου. Από τη στιγμή που θα βεβαιωθώ για κάτι, το λέω ή το δείχνω.

Ακουμπώ στην πατρίδα, ακουμπώ στη φυλή, στο χώμα, στη γλώσσα, στην ιστορία, στην παραδοσιακή θρησκεία και γαληνεύω.

Το ξέρω πως τα κιτάπια δεν αναγνωρίζουν “φυλή”. Ούτε κι εγώ το λέω μ’ αυτή την έννοια. Είμαι πιο κατατοπισμένος απ’ αυτούς και ας μην κάνουν τον κόπο. Είτε το θέλουν είτε όχι, αυτό το μίγμα, το κράμα, που ανθίζει σήμερα είναι η ελληνική φυλή. Και δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο λόγο την περιφρονούνε.

Κάτω οι απαίσιοι αρνητές του Ελληνισμού! Κάτω οι πεζεβέγκηδες!

Διαβάζω ελληνική ιστορία κλαίγοντας. Κανένα λογοτεχνικό κείμενο δεν μπορεί να μου δώσει αυτή τη συγκίνηση.

Ας μην μπλέκουμε την πατρίδα και ας μην αντιθέτουμε με τις όποιες ιδέες μας. Η πατρίδα δεν αποκλείει τίποτα. Μπορούμε να είμαστε και πατριώτες και απ’ όλα.

Την Ελλάδα την κρατούν οι χωρικοί και οι επαρχιώτες.

Η πατρίδα περιέχει και πολλά πράγματα ή ανθρώπους, που δεν εγκρίνεις, που θα ήθελες, ίσως, να εκλείψουν. Εσύ να μην τους σκέπτεσαι αυτούς, όταν αγωνίζεσαι για την πατρίδα. Να σκέπτεσαι τα καλά της ή τα υποφερτά της.

Τι μέλλον μπορεί να έχει ένα μικρό κράτος, που καλλιεργεί τέτοιες μαλακίες, όπως τα μη πολεμικά παιχνίδια των παιδιών, όταν το ζώνουν τόσοι και τόσοι εχθροί;

Τι μέλλον μπορεί να έχει μια παιδεία, όταν διαπρεπείς εκπαιδευτικοί της θεωρούν τα δημοτικά τραγούδια –ακριτικά, ιστορικά, κλέφτικα- ως σωβινιστικά;

Ας μην ταράσσεται η τόσο ευαίσθητη καρδιά τους. Όχι! Δεν πασχίζουμε για την ελληνικότητα. Πασχίζουμε για την αμερικανότητα, τη σλαβότητα, την τουρκικότητα. Αυτό δε θέλουν οι διάφορες μαρικώνες; Αυτό τους λέμε.

Άλλο οι προσωπικές μας πεποιθήσεις και συμπάθειες και άλλο τι κυβέρνηση χρειάζεται ανά πάσα στιγμή ο τόπος.

Οι τοποθετήσεις μας ως κράτος να αποβλέπουν στο συμφέρον της πατρίδας και μόνο. Άλλο οι εξωτερικές τοποθετήσεις και άλλο οι εσωτερικές μεταρρυθμίσεις.

Η Ελλάδα είνα ζωσμένη από λαούς αρπακτικούς οι οποίοι έχουν μικρή και πτωχή σχετικά ιστορία. Την Ελλάδα τη ζηλεύον και τη μισούν. Αν η Ελλάδα δεν γίνει ένας σφιχτοδεμένος και επιφυλακτικός σε κάθε τι το γειτονικό σκαντζόχοιρος, δύσκολο να σωθεί.

Ναι, βέβαια, είναι απαίσιο πράγμα μια πολεμική αναμέτρηση, αλλά όταν είναι βέβαιο πως κάποτε θα γίνει, δεν είναι καλύτερα να γίνει με τη δική μας χρονική επιλογή; Μετά από μια νέα πρόκληση, ας πούμε: Τι περιμένουμε, να εξαπλωθεί ο εχθρός ως τα δόντια;

Εγώ δεν είμαι εθνικιστής, είμαι π α τ ρ ι ώ τ η ς. Με την έννοια της πατρικής γης και πάντων των εν αυτή. Σήμερα θάλλει ο π α τ ρ ι ω τ ι σ μ ό ς, τέρμα η εθνικοφροσύνη.

Το πιο χαλασμένο μέρος της νεολαίας είναι αυτό που επηρεάζεται από τις δυτικές βιοθεωρίες του ποδαριού και της καφετέριας. Αυτοί δεν πρόκειται να επιζήσουν ούτε ως άτομα.

Σε όλες τις εποχές ένα μέρος της νεολαίας δεν μπορεί να βαδίσει με το ρυθμό της κοινωνίας του. Είναι ψυχικά άρρωστο, χαλασμένο ή και καλύτερο, καμιά φορά, από αυτά που του προτείνουν. Αυτοί όλοι συντρίβονται, με τον ένα ή άλλο τρόπο. Γι’ αυτό μη λυπάσαι ιδιαίτερα και μην προσπαθείς να ενοχοποιήσεις την εποχή σου. Τα ναρκωτικά και οι θεωρίες της ασχήμιας παίρνουν αυτούς που, έτσι κι αλλιώς από κάτι θα διαλύονταν.

Αντιγράφω από το “Όσοι Ζωνανοί” του Ίωνα Δραγούμη: “… Οι κουρασμένοι, που το στρατιωτικό γι’ αυτούς είναι βάσανο, γιατί δεν υπηρετεί τη ζωούλα τους, οι κουρασμένοι, που εχθρούς δεν έχουν…”

Πόσο λυπάμαι που δεν έχω ένα υψηλό μπαλκόνι να στήνω τις μεγάλες γιορτές μια μεγάλη ελληνική σημαία!...”






http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politismos&id=4791

Wednesday, June 4, 2014

To όνειρο της ομπρέλας - Μικρή ιστορία



Πεθαίνω για βροχή. Τρελαίνομαι. Μέρες και νύχτες την περιμένω κλεισμένη στον εαυτό μου, παρατημένη στην μαύρη, μεταλλική, αραχνιασμένη ομπρελοθήκη του χωλ. Ατέλειωτες εποχές και μήνες αργούς σαν χαλασμένα ρολόγια, άπραγη, ακίνητη, σχεδόν αόρατη απ’ όλα  τα βλέμματα, περιμένω. Καλός ο ήλιος και το κρύο καλό, το χιόνι και το χαλάζι μαζί τους, μα εγώ ζω, αναπνέω και υπάρχω μόνο για τη βροχή. Χωρίς αυτήν είμαι ένα τίποτα, μαζί της γίνομαι τα πάντα. Ξαναβρίσκω την ουσία μου, τον εαυτό μου, τη χαρά της ζωής. Την ολοκλήρωση.

Μόλις νιώσω τις πρώτες σταγόνες πάνω μου με πιάνει τρέμουλο πρωτοφιλημένου κοριτσιού. Σαν να ξυπνώ απότομα από λήθαργο ή ν' ανασταίνομαι από θάνατο παλιό. Στο σώμα μου τότε ξυπνούν όλες οι κοιμισμένες μνήμες μου. Μνήμες που αρνήθηκα, απώθησα στα έγκατα της ύπαρξής μου προκειμένου ν' αντέξω τη μοναξιά, το περιθώριο, το πένθος του αχρείαστου. Μα η μνήμη αυτή με πληγώνει, δεν μπορώ να τη σηκώσω. Πόση μνήμη άραγε μπορεί να σηκώσει ένα πλάσμα σαν κι εμένα που δε ζει διαρκώς στο παρόν αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είναι ένα απέραντο, καθηλωμένο σαν άγαλμα στη μέση του πουθενά, κενό;

Κι αρχίζουν να πέφτουν τακ τακ τικ τικ οι πρώτες στάλες της βροχής επάνω μου και μια ψιθυριστή φωνή μέσα μου συλλαβίζει: υ-πάρ-χω. Ακόμα υπάρχω. Και τίκι τικ τάκα τακ, πληθαίνουν οι σταγόνες. Μπερδεύονται μεταξύ τους γλυκά κι οι φωνές τους στο σώμα μου γλυκύτερα. Όσο υπάρχει βροχή υπάρχω κι εγώ. Όσο υπάρχει βροχή θα ξυπνά πάλι και πάλι το κοιμισμένο μου θάρρος και θα της υπόσχομαι κάθε φορά που ξυπνώ απ' το λήθαργο πως θα υπάρχω πάντα για χάρη της. Θα υπάρχω για κείνη τη λεπτότατη κι εύθραυστη, την τρυφερή σαν χάδι στο ύφασμα της καρδιάς μου, αλλά και για την άλλη, την άγρια, την αιχμηρή, που με μαστιγώνει θυμωμένα και σε κάθε της χτύπο δυναμώνω για ν’ αντέξω κι άλλο χτύπημα, σε κάθε της χαστούκι πεισματώνω και λέω μέσα μου "λίγο ακόμα, πρέπει να υπομείνεις την αιτία σου, όπως κι αν εκφράζεται αυτή". 

Κι ύστερα η βροχή κοπάζει. Σβήνει και χάνεται. Εξαφανίζεται σαν τζίνι που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα μαγικά του και να πραγματοποιήσει μέχρι τέλους την επιθυμία σου, σαν αερικό που δεν το χόρτασες και χάθηκε πάνω που νόμιζες πως το κρατούσες στο χέρι, κι εγώ αναρωτιέμαι μήπως ήταν όλα άλλο ένα όνειρο... Με κλείνουν τα χέρια που λίγο πριν με κρατούσαν σφιχτά. Τα ίδια εκείνα λεπτεπίλεπτα χέρια που με άνοιξαν με τόση λαχτάρα, με κλείνουν και μου δένουν σφιχτά τα χέρια για να με ξαναχώσουν στη σκοτεινή φυλακή μου αφού πρώτα τινάξουν από πάνω μου τις τελευταίες σταγόνες της βροχής. Τι κρίμα να μην ακούν τη φωνή μου οι άνθρωποι. Να μην νιώθουν μια στάλα από τα αγνά μου αισθήματα. 

Πώς να τους το πω για να το καταλάβουν "Μη μου αφαιρείτε την αιτία μου! Αφήστε μου λίγες σταγόνες να γλιστρήσουν ήσυχα, να πεθάνουν αργά, να εξατμιστούν αβίαστα. Έτσι κι αλλιώς θα φύγουν, θα χαθούν, μην τις γκρεμίζετε άσπλαχνα. Ξέρεις, εσύ, εσύ άνθρωπε που τα ξέρεις όλα, πώς είναι να νιώθεις τη σταγόνα να γλιστρά στο δέρμα σου; Ξέρεις τι είναι να εξατμίζεται αργά σαν σύννεφο που διαλύεται μέσα στο γαλάζιο; Ξέρεις τι είναι να μην μπορείς ούτε μια σταγόνα να κρατήσεις, ούτε μια ν’ απορροφήσεις μέσα σου; Να ’ναι η ύλη σου αδιάβροχη χωρίς να είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό; Να είσαι φτιαγμένος από υλικό αδιαπέραστο; Ξέρεις, και βέβαια το ξέρεις, άνθρωπε, καλά. Αφού μόνο γι’ αυτό το αδιαπέραστο υλικό μου κάνεις τη χάρη να με κρατάς για να σε προστατεύω απ’ τη βροχή που αλλιώς θα σε μούσκευε. Να ξέρες όμως και τι χάνεις τη στιγμή που ενώ εσύ προστατεύεσαι από μένα, εγώ αχόρταγα και αποκλειστικά χαίρομαι τη θεά τ' ουρανού κι όλα τα υγρά του χάδια στο κορμί μου. Αν ήξερες δε θα με άνοιγες ποτέ. Μα αν το ήξερες εσύ, εγώ ποτέ δε θα το μάθαινα. Ίσως και να μην υπήρχα. Δεν είναι δα και τόσο σπάνιο η ύπαρξη του ενός να στηρίζεται στην ανυπαρξία του άλλου, ούτε η γνώση του ενός να θρέφεται από την άγνοια του διπλανού του. Εσύ ζητάς προστασία κι εγώ σου την παρέχω. Εγώ ζητώ βροχή και μου την παρέχει ο ουρανός. Μια αλληλοπαροχή υπηρεσιών ο κόσμος μας.

Κι όμως, όταν όλα τελειώνουν, άνθρωπέ μου, βροχές και καταιγίδες, μπόρες  και φθινόπωρα, ξέρεις τι ονειρεύομαι πριν βυθιστώ ξανά στη λήθη του αχρείαστου; Ονειρεύομαι πως δραπετεύω απ’ την ομπρελοθήκη και βγαίνω στους δρόμους, ανοίγω μόνη μου, με τη δική μου θέληση, και υψώνομαι στον ουρανό. Ονειρεύομαι πως φτάνω στα σύννεφα και πριν με πάρουν είδηση τρυπάω την καρδιά τους. Πόσο θέλω να λαβώσω μια καρδιά κι εγώ... Κι εκείνα τα ευαίσθητα αρχίζουν τότε να σπαράζουν στο κλάμα εξαιτίας μου. Είναι σπουδαίο να σπαράζει κάποιος εξαιτίας σου. Κι ακόμα πιο σπουδαίο να τον κάνεις εσύ να σπαράζει. Κι ύστερα τα δάκρυά του να γλιστρούν επάνω σου και να χάνονται, όλα τα δάκρυα να χάνονται, μέχρι να μη μείνει ούτε ένα δάκρυ στα πλάσματα του κόσμου. Γιατί είναι κάποιες νύχτες που το ορκίζομαι πως μια μέρα θα τα σβήσω όλα τα δάκρυα του κόσμου. Θα στεγνώσουν ολα πάνω μου, μέχρι να γίνω μια ομπρέλα του ήλιου από ομπρέλα της βροχής...
Σπουδαία πράγματα τα όνειρα... Μα εμένα αυτός που μ' έφτιαξε, μ' έφτιαξε για τη βροχή, αυτός που με κρατά, μ’ανοίγει και με κλείνει όποτε θέλει και μόνο όταν θα με χρειαστεί για τη βροχή το κάνει, κι αν τυχόν σπαράξει ο ουρανός από κάποια αιτία αυτή ποτέ δε θα είμαι εγώ…

Δημοσιεύτηκε εδώ:

Tuesday, May 20, 2014

Όχι άλλη σταθρότητα




Εγώ που βλέπω τηλεόραση μόνο όταν έχουμε εκλογές, πηγαίνοντας στο σπίτι φίλου που διαθέτει τη συσκευή, εκπλήσσομαι για πολλά πράγματα στα οποία δεν είμαι διόλου εθισμένη. Όπως για παράδειγμα, την ακατάσχετη εξουσία, αναίδεια και σκληρότητα των ωραίων κυριών που με απόλυτα φασιστικό τρόπο δίνουν και παίρνουν το λόγο απο τους προσκεκλημένους των τραπεζιών τους, τις γλοιώδεις φάτσες και τα κλισέ των λεγομένων των ταλαίπωρων προσκεκλημένων που ζητιανεύουν δυο δράμια τηλεοπτικό χρόνο, τα διαστημικά στούντιο των καναλιών μιας κατεστραμμένης χώρας, που ομολογώ πως συμβολικά μου φέρνουν στο νου το μεγαλύτερο και πολυτερέστερο κτίριο μιας χώρας που χτίστηκε στη διάρκεια της δραματικότερης περιόδου της ιστορίας της, του Τσαουσέσκο στη Ρουμανία. Ομολογώ πως οι “Τσαουσέσκο” δημοσιογράφοι της χώρας μας και τα “στρατηγεία” τους ανταποκρίνονται επάξια σ’ αυτήν την κατ’ αναλογίαν σύγκριση.

Ας αφήσω όμως τα κανάλια και τις φασιστικές στρατηγικές τους κι ας περάσω στα δραματικά πρόσωπα των εκλογών καταρχάς “διαβάζοντας” τις πολιτικές επιλογές, αλλά και τις δηλώσεις των κυβερνώντων μας. Ο Σαμαράς, άθελά του, αποκάλυψε το παλαιοκομματικό του πρόσωπο με τις επιλογές του. Σε πολλές περιπτώσεις, εκεί που θα μπορούσε να στηρίξει κάποιον ανεξάρτητο υποψήφιο δήμαρχο και κατόπιν να συμμετάσχει και στη νίκη του, -εφόσον θα τον διακατείχε ένα ήθος και μία ειλικρινή έννοια για την πατρίδα-, προτίμησε να κατεβάσει “τους δικούς του” προκειμένου να μετρήσει τα κουκιά του. Το αποτέλεσμα ήταν να συντριβεί κι αυτός και τα κουκιά του. Ο δε Βενιζέλος μέσα από το εξαφανισμένο πλέον ΠΑΣΟΚ, εμφανίστηκε πιο θυμωμένος και επιθετικότερος από ποτέ, όχι βέβαια απέναντι στον Σαμαρά με τον οποίο μια χαρά μμοιράζεται την πίτα της εξουσίας, αλλά απέναντι στο τεχνητό δίπολο που κατασκεύασε ο ιδιοφυής νους του, Χ.Α και ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να βρει κενό να τρυπώνει ανάμεσα τους.

Και οι δυο όμως, οι κάποτε αντίπαλοι, τόνισαν ξανά και ξανά τη λέξη  “σταθερότητα”. Επιμένοντας στην έννοια της σταθερότητας στην πραγματικότητα λειτουργούν εκφοβιστικά απέναντι στους ψηφοφόρους σαν να τους λένε πως οποιαδήποτε άλλη τους επιλογή θα φέρει την αστάθεια. Η σταθερότητα όμως που είναι ανάλογη της ισορροπίας προκύπτει μόνον απ’ τη συνεχόμενη και αγωνιώδη ταλάντωση, τη δημιουργική προσπάθεια και την ανάληψη ευθύνης των ρίσκων. Διαφορετικά, μεταφράζεται σε βαλτόνερα, απόπατους και στην καλύτερη περίπτωση λιμνάζοντα ύδατα άκρως ανθυγιεινά. Δυστυχώς ο πασοκοποιημένος Σαμαράς απέδειξε πως αποζητάει τη δεύτερη σταθερότητα και όχι τηνπρώτη. Το ρεπορτάζ της Ιωάννας Μάνδρου στην «Κ» της Κυριακής (4/5) http://www.kathimerini.gr/765930/opinion/epikairothta/politikh/h-diaf8ora-poy-pote-den-pe8ainei
το αποδεικνύει περίτρανα: «Απαλλαγή από ποινικές ευθύνες κρατικών αξιωματούχων που διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα, αλλά και ευρεία “νομιμοποίηση” παράνομων πληρωμών από κρατικούς φορείς και δήμους προβλέπουν νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν ήδη, προκαλώντας εντονότατες αντιδράσεις στο δικαστικό σώμα. Οι “χαριστικού τύπου” διατάξεις που παραγράφουν ποινικές ευθύνες για εμπλεκομένους σε σκάνδαλα –όπως, για παράδειγμα, τα εξοπλιστικά– και άλλες που προβλέπουν νομιμοποίηση παράνομων πληρωμών εκατ. ευρώ ψηφίστηκαν οι περισσότερες, πρόσφατα, στο πλαίσιο του πολυσυζητημένου πολυνομοσχεδίου. Οι εν ισχύι διατάξεις, αφού έχουν πλέον καταστεί νόμοι του κράτους, επιφέρουν τις πρώτες συνέπειες, καθώς δικογραφίες που έχουν ανοίξει για ποινικές ευθύνες “κλείνουν”, ενώ υπόδικοι για σκάνδαλα ζητούν αποφυλάκιση!».



Όποιος θέλει τέτοια σταθερότητα ας την υποστηρίξει. Εγώ δεν τη θέλω.
Στον δικό μου ορίζοντα τώρα αυτοί δεν υπάρχουν. Έχουμε μπροστά μας όλους τους υπόλοιπους, τον ΣΥΡΙΖΑ, το Ποτάμι, τη ΔΗΜΑΡ και τα άλλα κόμματα. Όχι γιατί είναι οι θαυματοποιοί, οι έμπειροι ή οι άφθαρτοι. Καταρχάς, επειδή οφείλουμε να κάνουμε εμείς μια εκκαθάριση που το σύστημα από μόνο του με ηγέτες που ψηφίζουν τέτοιους νόμους δεν κάνει. Για να έρθει επιτέλους μια ισορροπία.

Κι ας μην ξεχνούμε πως η μισή χώρα απείχε από τις εκλογές. Μέσα σ’ αυτή τη μισή χώρα υπάρχουν αδικημένοι, άστεγοι, ανήμποροι, ανάπηροι, ένα πλήθος ολόκληρο που κατά κάποιο τρόπο το άλλο μισό του οφείλει τη συμπαράστασή του. Το ενεργό μισό που μπορεί, που έχει ακόμα θάρρος, που δεν φοβάται. Αν έχουμε κάποια ελπίδα, πράγμα για το οποίο δεν είμαι καθόλου βέβαιη, ειναι καταρχάς να στείλουμε τους πουλημένους στα σπίτια τους, αφού ως φαίνεται στη φυλακή προς το παρόν δεν μπορούμε.



Thursday, May 8, 2014

Γράμμα από την Αστυπάλαια - Το Παραμύθι της Μουσικής


  Σάββατο πρωί το αεροπλάνο προσγειώνεται στην Αστυπάλαια και τρεις νεαρές γυναίκες μας παραλαμβάνουν απ' το αεροδρόμιο. Η μία είναι δασκάλα κι οι άλλες δύο νηπιαγωγοί. Καμιά δεν είναι ντόπια. Απ' τη Θεσσαλονίκη η μια, απ' την Καστοριά η άλλη κι απ' τη Σίφνο η τρίτη. Εκτός απ΄αυτήν που είναι αναπληρώτρια και μετακινείται κάθε χρόνο, οι άλλες δύο είναι αποφασισμένες να στεριώσουν εδώ. Δεν είναι όμως οι μόνες. Τις επόμενες μέρες θα γνωρίσουμε πολλούς νέους ανθρώπους που είτε σαν νύφες και γαμπροί είτε επειδή βρήκαν κάποιο καλοκαίρι δουλειά, έμειναν εδώ και δεν το έχουν σκοπό να φύγουν. Μα τι κάνουν σ' αυτόν τον τόπο, που τον γυρνας ολόκληρο μέσα σε μια μέρα, τόσοι  άνθρωποι ερχόμενοι από μεγαλουπόλεις που υποτίθεται πως προσφέρουν πολλαπλές ευκαιρίες, διεξόδους και δυνατότητες; Τι κάνουν; Ζουν! Και ζουν όμορφα! Ξέρουν πως δε θα βρούνε ό,τι και όποιον θέλουν, αλλά μαθαίνουν να θέλουν και ν' αγαπούν αυτα που βρίσκουν. Κι σ΄ αυτό το λίγο αλλά συγκεκριμένο, το περιορισμένο, το αναγκαστικό και υποχρεωτικό, δίνουν φτερά και το εκσφενδονίζουν στον ορίζοντα της απλότητας, της δημιουργικότητας και της ελευθερίας που σου παρέχουν οι λίγες επιλογές, η μικρή κοινότητα, η ζωή που εξορίζει το άγχος και τα ρολόγια του, το αχόρταγο κυνήγι των προσδοκιών που ποτέ δεν τελειώνει. Θέλει βέβαια κότσια μια τέτοια επιλογή, αλλά φαίνεται πως αυτοί τα έχουν και δεν το μετανιώνουν. Όποιος κι αν ήρθε εδώ βρήκε δουλειά, και οι περισσότεροι και οικογένειες έφτιαξαν και τον τόπο αγάπησαν, αφήνοντας πίσω τους αμφίβολες δουλειές, πολυκοσμία, μοναξιά, θόρυβο, μποτιλιάρισμα, καυσαέρια και πολλά άλλα.

Το πως φτάσαμε εμείς εδώ μοιάζει με παραμύθι πιο ευφάνταστο απ' αυτά που γράφω. Η δασκάλα του Τμήματος Ένταξης του Δημοτικού σχολείου, Σοφία Θεοδωρίου, εδώ και τρία χρόνια δούλευε με τους μαθητές της τα παραμύθια μου. Για πρώτη φοAρά μόλις πριν λίγο καιρό επικοινώνησε μαζί μου και οργανώσαμε μια συνάντηση με τους μικρούς μαθητές του σχολείου της μέςω skype για να συζητήσουμε τις απορίες τους πάνω στο "Κόκκινο κορδόνι", ένα παραμύθι φιλίας για το οποίο συνεργάστηκαν με μια τάξη του Ευόσμου κι άλλη μια της Κύπρου. Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός των παιδιών, της δασκάλας κι ο δικός μου στην ηλεκτρονική μας επαφή, που όταν τα παιδιά ζήτησαν ν' ανταμώσουμε κι από κοντά, αρχίσαμε να το συζητούμε με τη Σοφία για να δούμε αν μπορεί το όνειρο να πραγματοποιηθεί. Η Σοφία το συζήτησε με τις νηπιαγωγούς Δήμητρα Αντωνίου και Ολυμπία Τζιωτζή που διαχεAιρίζονταν το πρόγραμμα "Μαθαίνουμε παρέα" επιχορηγούμενο απ'  το ΄Ιδρυμα Λάτση, και αφού κι εκείνες ενθουσιάστηκαν στο ενδεχόμενο της συνεργασίας μας, το όνειρο πραγματοποιήθηκε. Αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε "Το παραμύθι της μουσικής" που το 2008 εκδόθηκε ως βιβλίο από τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη και ως cd από τις εκδόσεις "Εν Χορδαίς" με μουσική που έγραψε ο Κυριάκος Καλαϊτζίδης. Το πολυταξιδεμένο παραμύθι μας έμελλε μετά την τελευταία του παρουσίασση στο Lincoln Center της Νέας Υόρκης να φτάσει και σ’ αυτό το μικρό νησί της άγονης γραμμής. Ο Κυριάκος πρότεινε συνεργασία στους μουσικούς του νησιού, ώστε να συμπράξουν όλοι μαζί δημιουργικα στην εκδήλωση. Έστειλε τις παρτιτούρες, τις μελέτησαν οι μουσικοί, φτάσαμε κι άρχισαν οι πρόβες. Έτσι, εκτός από ούτι, έχουμε δύο κιθάρες, ένα πιάνο, βιολί και κρουστά.

Δυο μέρες πριν την εκδήλωση οι δασκάλες συγκεντρώνουν τα παιδιά στο Πολιτιστικό κέντρο για να τους παρουσιάσουμε μια περίληψη του παραμυθιού και να γνωρίσουν από κοντά το ούτι.  Αυτό που συμβαίνει ξεπερνά κάθε προσδοκία μας. Πεντάχρονα, εξάχρονα και εφτάχρονα παιδιά ξέρουν πότε να μιλήσουν, πότε να ακούσουν, χαίρονται την επικοινωνία και τη μουσική με όλο τους το είναι, λάμπουν από χαρά. Είναι παιδιά του ουρανού και της θάλασσας, των πεζόδρομων που χαίρονται άφοβα το παιχνίδι. Την παράσταση την κλέβει ο Κυριάκος. Παίζει ρυθμικά κομμάτια, αλλά και ταξίμια, που τα παιδιά δεν τα χορταίνουν. Μόλις σταματά φωνάζουν: “Μη σταματάς Κυριάκο, παίξε κι άλλο, κι άλλο...” Γίνεται μια παύση σ' ένα ταξίμι κι ο πεντάχρονος Δημητράκης αυθόρμητα λέει: ωραία! κι έχει τόσο βάθος και τέτοια ουσία αυτή η λέξη στο στόμα του, όσο θα είχε στο στόμα μεγάλου μερακλή. Μετά παίζει και η Δήμητρα την κιθάρα της κι ύστερα παίζουν οι δυο μουσικοί μαζί ένα μουσικό θέμα του παραμυθιού. Ακολουθεί συζήτηση και καταλήγουμε ότι το ούτι είναι ο παππούς της κιθάρας. Ένα παιδί βυθισμένο σε σκέψεις, λέει: "Ο παππούς πρέπει να μάθει μουσική στο εγγόνι". Μέσα σ' αυτή τη φαινομενικά απλή παρατήρηση κλείνεται όλη η ουσία του μουσικού πολιτισμού της πατρίδας μας. Γιατί τα παιδιά αποδεικνύουν πως καταλαβαίνουν καλύτερα από κάθε υπουργό πολιτισμού τι είναι η παράδοση και ποιος ο ρόλος της σήμερα. Στο τέλος όλα τα παιδιά χειροκροτούν τρελά κι ορμούν να μας αγκαλιάσουν. Το στοίχημα ήδη κερδήθηκε. Μέσα από το παραμύθι και τη μουσική γνωριστήκαμε, ενωθήκαμε, αγαπηθήκαμε και για όλους μας άνοιξαν νέοι ορίζοντες.
Στην παράσταστη που δίνουμε το απόγευμα της Τρίτης στο Πολιτιστικό Κέντρο θα έρθουν όλα τα παιδιά του νησιού με τους γονείς τους. Καρφίτσα δεν πέφτει. Οι ανάσες είναι κρατημένες, θαρρείς δεν αναπνέουν. Στο τέλος ομολογούμε πως για μας αυτή ήταν μια απ' τις πλέον συγκινητικές εμπειρίες παραστάσεων.

Τίποτα απ' αυτά δεν μπορεί να ξεχαστεί. Δεχτήκαμε την αγάπη και τη φιλοξενία όλου του νησιού και γνωρίσαμε τη δημιουργικότητα μιας άλλης Ελλάδας. Αυτή είναι η γόνιμη Ελλάδα της άγονης γραμμής. Μια Ελλάδα που γνωρίζει τον εαυτό της, τον σέβεται, τον παλεύει, τον αγαπά και τον προχωρά παρ’ όλες τις δίνες μέσα απ' την δική της ατόφια αλήθεια σε πείσμα όλων. Τους ευχαριστούμε που υπάρχουν ανάμεσά μας και μας οδηγούν.







Δημοσιεύτηκε εδώ:http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politismos&id=3651





Tuesday, April 15, 2014

Το πάρτυ ξεκίνησε



Το πάρτυ. Το μεγαλύτερο, το γνησιότερο, το μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Αυτό που δε βγαίνεις άδειος τα χαράματα κι απελπισμένος, αλλά πλήρης χαράς και χάριτος. Που η μέθη του είναι νηφάλια και βαστά όσο βαστά η καρδιά σου. Αυτό που δεν ξοδεύεσαι, δεν εξαντλείσαι, δεν υποδύεσαι άλλο απ’ αυτό που είσαι, αλλά που παίρνει αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είσαι, και το εκτοξεύει στους ουρανούς για να μη φύγεις ποτέ απ’ το απέραντο παρηγορητικό γαλάζιο τους. Που πας κουρελιασμένος και φεύγεις φτερωτός. Φτωχός και βγαίνεις πάμπλουτος. Πας απελπισμένος και αποχωρείς με όλη την ελπίδα του σύμπαντος στην καρδιά σου. Το πάρτυ που ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος γιατί πήγες, ακόμα κι αν είσαι ξένος μέσα σε ξένος, δε θα σε προδώσει, αλλά αντίθετα, θα σε ανταμείψει πλουσιοπάροχα που του προσφέρθηκες. Θα σε βεβαιώσει στο τέλος πως καλώς πήγες. Θα σε συμφιλιώσει με τον εαυτό σου και όλους τους ανθρώπυς. Το μέγα Πάρτυ της χαρμολύπης της Μεγάλης Εβδομάδας που ολοκληρώνεται φωταγωγημένο τη βραδιά της Αναστάσεως.

Ξεκίνησε από το Σάββατο του Λαζάρου και συνεχίστηκε με την Κυριακή των Βαϊων –για να μη λησμονήσουμε μέσα στο πένθος των ημερών των Παθών που θα ακολουθήσουν πως το τέλος του δρόμου υπόσχεται τη νίκη του Χρισού κατά του θανάτου.
Φτωχός, άστεγος και ξένος ήρθε για μας τους φτωχούς από αλήθεια και άστεγους από ελπίδα, χαρά και αθανασία, για μας τους ξένους από τον εαυτό μας, τους γύρω μας, το Θεό. Και μας ανέλαβε όλους με τα όλα μας για να φτάσει να πεθάνει τον θάνατό μας ώστε να μας χαρίσει την Ανάσταση.

Όποιος θέλει να είναι πρώτος ανάμεσα σε όλους να γίνει υπηρέτης τους, μας λέει. Όποιος θέλει να γίνει άρχοντας αρχόμενος να γίνει. Όποιος θέλει ν’ ανέβει ψηλά, να ταπεινωθεί. Τι Πάρτυ κι αυτό… Τι μυστήριο…

Μπαίνω στο ναό του αγίου Νικολάου του Ορφανού της Θεσαλονίκης. “Τον νυμφώνα σου βλέπω…” ακούω και δακρύζω μια στάλα που πάλι είμαι εδώ, που ακόμα ζω, άλλο ένα Πάσχα ζω για να ακολουθήσω τον Κύριο και Θεό μας κατά πόδας μέσα από τους εκκλησιαστικούς ύμνους που περιέχουν την υψηλότερη ποίηση που γράφτηκε ποτέ. Κι αν το ονομάζω “πάρτυ” όλο αυτό είναι γιατί μέσα στη χαρά και στη λύπη μου επιτέλους δεν είμαι μόνη. Είναι γιατί μέσα σ’ αυτές τις λίγες μέρες συμπυκνώνεται όλη η τραγική ιστορία του κόσμου και η απέραντη αγάπη του Θεού. Ακολουθώ παραδίδοντας τον εαυτό μου στις εκκλησιαστικές ακολουθίες, χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη. Δε με βοήθησαν τόσο καιρό οι σκέψεις, πουθενά δε μ’ έβγαλαν. Και πάντα τέτοιες μέρες θυμάμαι τον Γιώργο Ιωάννου που μια Μεγάλη Παρασκευή γυρνούσε όλους τους επιτάφιους της πόλης μου για να φτάσει να γράψει: “Δε χορταίνω να σε κηδεύω Θεέ μου...”.
Στάχια προς θερισμό είμαστε όλοι και ο συντοπίτης μου συγγραφέας το αισθάνεται μέχρι το μεδούλι της βαθιάς του υπάρξεως. Γι’ αυτό και στο διήγημά του “Και ιδού νεφέλη λευκή” φτάνει να διατυπώσει την υπεράνθρωπη φράση: 
“Ναι, Κύριε, θέρισέ με…”

Καλή Μεγαλοβδομάδα και Καλή Ανάσταση!




 Δημοσιεύτηκε στο: http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.koinwnia&id=3273 


Saturday, March 15, 2014

Γράμμα στην πατρίδα απ’ την άλλη άκρη του κόσμου


Κεμπέκ

Πατρίδα μου, τώρα που βρίσκομαι χιλιάδες μίλια μακριά σου, μπορώ να σου μιλήσω όπως δε μπόρεσα ως τώρα. Δεν είναι μόνο η απόσταση που βοηθάει τούτη την εξομολόγηση, αλλά και το βλέμμα του ξένου που έγινε βλέμμα μου. Μ’ αυτό το βλέμμα σε βλέπω καλύτερα κι έτσι βλέπω καλύτερα εμένα.
Περιπλανώμαι στις πολιτείες του Καναδά. Τορόντο, Μόντρεαλ, Κεμπέκ. Άλλες σκληρές, άσχημες, σκοτεινές που οι άνθρωποι εργάζονται σαν σκλάβοι ώρες ατέλειωτες κι αξημέρωτες νύχτες για να ζήσουν ή να πλουτίσουν, σαν τον Τορόντο. Άλλες πολιτισμένες, καλαίσθητες, ανθρώπινες σαν το Μόντρεαλ, που προστατεύουν, ενισχύουν, αγκαλιάζουν όσους αγωνίζονται, δίχως να τους εξωθενωνουν, αλλά και δίχως να συγχωρούν τα λάθη τους. Κι άλλες παραμυθένιες στην όψη, βουερές σαν μελίσσια και γελαστές γιατί κατάφεραν να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν μια οικιστική ανάτπτυξη σε ανθρώπινη κλίμακα, την τρέχουσα ζωή σε ρυθμό βάδην, σαν το Κεμπέκ, που κάτω απ’ τα κάστρα του κι ανάμεσα στα κουκλίστικα διώροφά του, το πρωί της χιονισμένης Κυριακής εκατοντάδες ποδηλάτες θα χαρούν την παγωμένη μέρα.

 Περιπλανώμαι πλανήτης και πλάνητας, -που θα ’λεγε κι ο Νικήτας Χωνιάτης-, ταυτόχρονα σε δυο τόπους, δυο χρόνους, δυο αγκαλιές. Είμαι εδώ, είμαι και σ’ εσένα. Περπατώ γυρεύοντας χώμα μα χώμα δε βρίσκω. Το χώμα είναι δικό σου προνόμιο. Εδώ το σκέπασαν με τσιμέντα για να μη θυμίζει παλιές αμαρτίες των αποικιοκρατών. Γιατί το χώμα ήταν των Ινδιάνων κι οι Ινδιάνοι χρόνια τώρα είναι εξορισμένοι στα βουνά διωγμένοι απ’ τους Άγγλους και τους Γάλλλους. Όλοι αυτοί που περιστρέφονται γύρω μου είναι ξένοι. Περισσότεροι ξένοι κι από μένα, που δεν εξόρισα ποτέ κανέναν απ’ το χώμα σου πατρίδα μου, ούτε το χώμα κάποιου άλλου ποτέ μου καταπάτησα. Εδώ οι ενοχές της εξουσίας βαφτίστηκαν “κοινωνική πρόνοια”. Το κράτος φλόμωσε τους Ινδιάνους επιδόματα για να χρυσώσει το χάπι του άδικου και παράλογου ξεριζωμού τους, κι έτσι ο δεύτερος αφανισμός στάθηκε πιο ολέθριος απ’ τον πρώτο. Τα υψηλότερα επιδόματα τα έδωσαν στους καθαρόαιμους Ινδιάνους και καθιέρωσαν πλήθος διαβαθμίσεων  ανάλογα με τα ποσοστά των Ινδιάνικων γονιδίων στο αίμα των ανθρώπων. Το “δωρεάν” χρήμα τους κατέστρεψε. Έπαψαν να δουλεύουν, διχάστηκαν ρουφιανεύοντας ο ένας τον άλλο για το πόσο Ινδιάνος είναι πράγματι ή όχι, έπεσαν στον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά, ξέχασαν το παρελθόν τους, τη γλώσσα τους, την ιστορία τους. Τελευταία κάποιοι αρχίζουν ν’ αφυπνίζονται, γιατί ευτυχώς οι φωτισμένοι άνθρωποι ποτέ δεν έλειψαν ολότελα από πουθενά.

Βοστώνη

Πλανήτης και πλάνητας φτάνω στη Βοστώνη κι η καρδιά μου σκιρτά αναπάντεχα, ζεσταίνεται, ξαναβρίσκει τον ρυθμό της μέσα στην αγκαλιά της Ευρωπαϊκής πρωτεύουσας της Αμερικής. Έναν ρυθμό που εσύ, πατρίδα μου, τον έχασες, τον έχασα κι εγώ μαζί σου.  Περνώ το κατώφλι της περίφημης Θεολογικής σχολής του ΤΙμίου Σταυρού, συνοδεύοντας το μουσικό συγκρότημα “Εν Χορδαίς” που στα πλαίσια της διεθνούς του σταδιοδρομίας έφτασε μέχρι εδώ για να συγκινήσει όσους εσύ πατρίδα μου λησμόνησες κι ας ήταν τα καλύτερα παιδιά σου. Οι Έλληνες της Βοστώνης στο άκουσμα των αυθεντικών ηχοχρωμάτων της συναυλίας βουρκώνουν. Είναι οι σπουδαγμένοι στα καλύτερα πανεπιστήμια της Αμερικής που δεν γύρισαν πίσω γιατί αυτή η χώρα αποδείχθηκε γι’ αυτούς στοργικότερη από σένα. Για να μην σε αδικήσω, ας πω, πως αποδείχθηκε “καλύτερος εκτιμητής της αξίας τους” όπως θα έλεγε κι ο αείμνηστος Παπαδιαμάντης. Είναι οι άνθρωποι που ενώ αγωνίζονται μακριά σου, γεννούν εκεί μια νέα Ελλάδα, αυτήν που τους αξίζει. Φεύγοντας απ’ τη Βοστώνη αφήνω στην κόκκινη ποδιά της ένα κομμάτι μου. Τη σχέση μου με τα γράμματα και τις τέχνες που εδώ ανασαίνυν περίσσια. Πονάω που αποχωρίζομαι αυτή την πόλη και τους ανθρώπους της.

Νέα Υόρκη

Προσγειώνομαι στη Νέα Υόρκη, την πόλη που αλλιώς ονομάζω: Νέα Κωνσταντινούπολη. Κι αν ταξίδεψα σε πολιτείες πολλές απ’ την Ανατολή μέχρι τη Δύση, κι αν ένιωσα τα υπόγεια και υπέργεια ρεύματα της Σιγπαπούρης και του Χονγκ Κονγκ μέχρι την Αλεξάνδρεια, τη Δαμασκό και τη Βηρυτό, τις Ευρωπαϊκές και Μεσογειακές πρωτεόυσες σχεδόν όλες, αυτό που ένιωσα εδώ με τίποτα στον κόσμο δεν συγκρίνεται, παρά μόνο με την περιπόθητη Πόλη. Η διαφορά είναι πως η τελευταία κρατάει τη δύναμή της στα σπλάχνα των αιώνων που είναι και δικά μου σπλάχνα και δικά σου πατρίδα μου, ενώ εδώ εκρήγνυται όλη η δύναμη του παρόντος αιώνος. Δύναμη σχεδόν μαγική και μαγευτική. Αν μείνω λίγο περισσότερο θ’ αλλάξω. Δε θα είμαι εγώ, θα γίνω άλλος άνθρωπος. Το πιθανότερο χειρότερος. Γιατί εδώ όλα σου ζητούν ν’ αποδείξεις πως αξίζεις περισσότερο απ’ τους άλλους, να γίνεις “κάποιος” υποχωρώντας σ’ αυτό που είσαι, μιμούμενος τρόπους που δε σου ταιριάζουν, παλεύοντας με ρυθμούς που ξεπερνούν τους ανθρώπινους, αντέχοντας κραδασμούς ψυχικούς που εύκολα μπορούν να συνθλίψουν την ψυχή σου. Κι όμως, αυτή είναι η πολιτεία των ξένων. Είναι όλοι ξένοι.

Αυτοί που ονομάζονται Αμερικάνοι μοιάζουν παιδιά -και είναι παιδιά. Μάλλον νήπια. Έχουν την αγνότητα του νεογέννητου, και είναι νεογέννητα σε σύγκριση μ’ εμάς που τα χιλιάδες χρόνια καμπούριασαν την πλάτη μας και μας γέρασαν περίσσια. Τόσο που καταντήσαμε γέροι μωροί, ανάξιοι της μεγάλης κληρονομιάς που μας έλαχε. Κληρονόμοι αχάριστοι και ανεύθυνοι γίναμε, που σκορπάμε τον πλούτο μας, φτηνά τον ξεπουλαμε, για ένα ξεροκόμματο χαρίζουμε τα πρωτοτόκια που αξιωθήκαμε.

Πατρίδα μου, μού χάρισες χώμα και Θεό που όλοι όσοι είναι γύρω μου γυρεύουν και δε βρίσκουν. Κι αν ο Θεός χαρίζεται σε όποιον θέλει, η πατρίδα δε χαρίζεται το ίδιο. Απαιτεί χρόνους πολλούς, άφθονο αίμα, αγώνες πολυάριθμους που τόσοι και τόσοι έδωσαν για σένα κι εμείς τους λησμονούμε.
Τώρα που αρχίζω να επιστρέφω, νιώθω στ’ αλήθεια πως δεν ξέρω πού έρχομαι και τι με περιμένει. Δδν ξέρω αν θέλω να μείνω εδώ ή να γυρίσω σ’ εσένα. Δεν ξέρω αν τα πόδια μου θα περπατήσουν καλύτερα στα τσιμέντα του Νέου Κόσμου ή στις λάσπες σου.

Κάθε άνθρωπος είναι γέννημα της εποχής του και της περιοχής του, κι αυτό δεν αλλάζει. Στην περίπτωσή μας, είναι βαθύ σαν τις ρίζες των χιλιόχρονων πλατάνων σου, κεχριμπαρένιο σαν το λάδι των ελιόδεντρων που σε στολίζουν, ασυννέφιαστο σαν τον ουρανό σου τον ασύγκριτο. Κι αν λένε πως όπου γης εκεί πατρίς, εμάς μας έλαχε μια πατρίδα που δε μοιάζει με καμιά. Μια αληθινή πατρίδα, δική μας, κατάδική μας από πάντα. Κι αυτό το ζηλεύουν όλοι οι ξένοι και είναι καιρός κι εμείς να το ψηλαφίσουμε απ’ την αρχή για να ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Μας έλαχες πατρίδα ενωμένη με το Θεό και την Εκκλησία, που είναι μάνα μας αιώνια και πάντα ήταν. “Αν μου βρίσουν πατρίδα και θρησκεία θα τους φάω”, έλεγε ο στρατηγός  Μακρυγιάννης, “αν μου βρίσουν μάνα και πατέρα, θα τους συγχωρήσω, γιατί μπορεί κι αυτοί να τους έβρισαν, αλλά η πατρίδα κι η θρησκεία δε έβρισαν ποτέ κανέναν”. Με τα λόγια αυτά  γραμμένα στην καριδιά με αγάπη ανεξίτηλη  επιστρέφω, λοιπόν, ικετεύοντάς σε: αγάπησέ με και μη με διώχνεις όσο κι αν σε λύπησα…




Δημοσιεύτηκε στο:
http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.kosmos&id=2840


Monday, February 17, 2014

Όταν έρχεται η Άνοιξη - Καλή βδομάδα!




Όταν βλέπω την Άνοιξη να προβάλλει στο χειμωνιάτικο ορίζοντα αρχίζω να τ’ ανοίγω όλα.
Ανοίγω τις πόρτες, ανοίγω τις ντουλάπες, τα σεντούκια, τα παράθυρα. Ανοίγω τρύπες στο χώμα, στα σύννεφα, στη νύχτα. Βρύσες, φώτα, συρτάρια. Βιβλία, γράμματα, κιτάπια παλιά. Ανοίγω το παρελθόν μου, το παρόν και το μέλλον μου. Τα μάτια, τ’ αφτιά, το στόμα και κυρίως τη μύτη. Ανοίγω τα χέρια διάπλατα. Την καρδιά μου ανοίγω. Το μυαλό μου. Κι αρχίζω τη δουλειά.

Αερίζω το σπίτι, τα ντουλάπια, τα σεντούκια. Φυτεύω λουλούδια στο χώμα, στα σύννεφα όνειρα, στη νύχτα το φως. Ξεπλένω στα τρεχούμενα νερά όλες τις βρωμιές του χειμώνα, βγάζω έξω τα ρούχα απ’ τα συρτάρια, ν’ ανασάνουν. Τινάζω τις σελίδες των βιβλίων να ξεμουδιάσουν, ξεσκονίζω τα λησμονημένα γράμματα, ισιώνω τα τσακισμένα κιτάπια. Τα βλέφαρά μου τεντώνονται, στήνω αφτί ν’ ακούσω την ανάλαφρη περπατησια τής πιο ερωτικής εποχής του χρόνου, χάσκω μ’ ανοιχτό το στόμα στη θέα της, ασφρίζομαι την ανάσα της. Υψώνω τα χέρια στο σπλαχνικό ουρανό να τον ευχαριστήσω που γι’ ακόμη ένα χρόνο ζω τον ερχομό της. Η καρδιά μου ανοίγει διάπλατα να γεμίσει απ’ το οξυγόνο της ομορφιάς της. Το μυαλό μου ξυπνά καθώς αμέτρητες πεταλούδες, καρδερίνες κι αηδόνια τρυπώνουν στη φωλιά του και την κεντούν χρώματα και κελαηδίσματα.

Όταν έρχεται η Άνοιξη ανοίγω όλο το είναι μου. Να περάσει μέσα μου ακέραιη. Να μη σκοντάψει πουθενά. Να με τρυγήσει, να με φιλήσει, να με χαϊδέψει, να με πατήσει. Χαλί γίνομαι για το χατίρι της. Πάνω μου να κοιμηθεί. Να ονειρευτεί. Ποτέ να μη ξυπνήσει. Μέχρι το Πάσχα. Τότε που θα τρίξουν οι πλάκες του θανάτου κι η έμορφη ομορφότερη από ποτέ θα σηκωθεί και θ’ αρχίσει το χορό κρατώντας με από το χέρι σφιχτά, σφιχτά, σφιχτά...


Δημοσιεύτηκε στο:


Thursday, February 13, 2014

Η χαρά της ζωής




Πολλές οι χαρές της ζωής. Να ξυπνάς το πρωί, να σηκώνεσαι όρθιος, να πατάς στα πόδια σου και να σε στηρίζουν, να έχει η βρύση νερό και να μπορείς να σκύψεις για να πλυθείς και να πιεις. Να βγαίνει ο ήλιος ή να πέφτει η βροχή κι εσύ να κοιτάς τον καιρό απ’ το τζάμι ή να βγαίνεις στους δρόμους για να διασχσσεις τη θερμοκρασία της μέρας. Να δουλεύεις σ’ αυτό που αγαπάς ή ν' αγαπάς όποια δουλειά κι αν κάνεις. Να μαγειρεύεις για τον άλλο ή να τρως με λαχτάρα αυτό που ο άλλος μαγείρεψε. Να πέφτεις στο κρεβάτι για τη σιέστα του μεσημεριού ν' αναπυυθείς ή να διαβάζεις λίγες γραμμές ενός βιβλίου, να χαζεύεις μια αραχνούλα που ακροβατεί στη σαγιονάρα σου ή να μένεις άπραγος ατενίζοντας το απόλυτο κενό που είναι κατάμεστο χρώματα, υφές, διαθέσεις, προθέσες, αντιθέσεις, ενδεχόμενα, απορρίψεις, καταφάσεις. Ενώ είσαι κλινήρης ο νους σου να φλερτάρει με τα σύννεφα, ενώ είσαι άτεκνος να χαίρεσαι τα ξένα παιδιά σαν δικά σου, ενώ είσαι φτωχός να εύχεσαι για όλους τα καλύτερα. Άπειρες οι χαρές της ζωής κι άλλες τόσες οι λύπες της, που αν τους υποταχθείς και δεν τους εναντιωθείς πάλι σε χαρές μεταμορφώνονται με τον καιρό.

Υπάρχει όμως και μια χαρά που δε συγκρίνεται με καμιά άλλη. Η χαρά της συνάντησης των προσώπων. Κάθε πρόσωπο κι ένα φως. Και στη συνάντησή τους δυο ήλιοι ανταμώνουν και κοιτάζονται, συνομιλούν, μοιράζονται τα πάθη τους, τα λάθη τους, το γέλιο τους κι η ένωσή τους δίνει ανάφλεξη που φωτίζει τα πάντα. Παραδίδεσαι άοπλος στον άλλο και είσαι έτοιμος να τον δεχθείς. Του επιτρέπεις να αγγίξει το βαθύτερο είναι σου και σου επιτρέπει το ίδιο. Το χέρι του το γνωρίζεις και το αγαπάς, όπως σε γνωρίζει και σε αγαπά κι εκείνο. Τα χρόνια γίνονται στιγμές κι οι στιγμές αιώνες. Το σύμπαν ολόκληρο χωρά στο συναπάντημα των βλεμμάτων δίχως να στριμώχνεται, να τραυματίζει, να προδίδει. Η συνάντηση των προσώπων είναι ο κόσμος ολόκληρος, είναι ο ίδιος ο σαρκωμένος Θεός. Η σκάλα που ενώνει ουρανό και γη. Η ανάσταση της χαράς. Η επίσκεψη της Χάριτος.

Wednesday, January 29, 2014

Τα βήματα, τα βήματα!




Μυρωδιές μπαχαρικών, μαγειρεμένες γεύσεις, βλέμματα πιπέρια λευκά, λόγια πιπέρια κατράμι και κόκκινα πιπέρια αγγίγματα, χιόνια αισθήματα απάτητα κι άλλα τσαλαπατημένα, φωτάκια στις βιτρίνες, στα σπίτια μπουρλότα, κρυγιαδούδι του χωριού μου και της πόλης μου κατάψυξη, γέλιο της σήμερον ο γέλωτας ψες, έρωτας ορφανεμένος, παντρεμένος κι αστεφάνωτος, κλάμα βουβό και γοερό των βλεφάρων πλατάγισμα, άγνωστοι που δεν σου κρύβουνε τίποτα και γνωστοί που δεν υπάρχει λόγος να μιλήσουν. Στιγμές, στιγμές, όλες σ' ένα τραπέζι στρωμένο την καρδιά τραπεζομάντιλο στο φιλόξενο της ζωής μου σαλόνι.

Μέλισσες τρυγούνε τις στιγμές οι ποιητές, άγγελοι χαρίζουν το μέλι. Κι είναι όλα εδώ και τα εκεί πιο εδώ. Όλα μιλούν κι εκείνα που σιωπούν τα καλύτερα λένε. Κι είναι όλα νόστιμα στης ύπαρξης το καθημερινό τραπέζι. Και τα πικρά και τα γλυκά και τ' αρμυρά και τα ξυνά, και τ' αποξεχασμένα από λάδια, λεμόνια και ξύδια. Νόστιμα. 

Και τα εδώ και τα εκεί πιο εδώ. Μέχρι που το τραπεζομάντιλο ένα χέρι από φως να το τινάξει απ' το μπαλκόνι του θανάτου στου παρελθόντος το φαράγγι το άραχνο, κι ύστερα να το σηκώσει άδειο ψηλά και όλο πιο ψυλά να το ανεβάσει, όλο ψηλότερα. Στη δόξα. Ίσα στο φως. 
Τώρα, αποτυπώματα στην ύφανσή του τη γαλάζια οι λεκέδες. Το σχήμα τους, η υφή, η μυρωδιά, η αιτία τους, απολογούνται όλα μέσα στο φως. Λεκέδες της χαράς, του πόνου και της ηδονής. Των προθέσεων, των διαθέσεων, των αντιθέσεων, των σκέψεων, των πράξεων όλων. Στιγμές  εξομολογούνται παλιές ιστορίες από ταξίδια και ναυάγια που δεν χώρεσαν στα ποτήρια, ξεχείλισαν και λέρωσαν το ύφασμα. Τρύπες από δαγκωματιές αχόρταγων προσκεκλημένων έκαναν κουρέλι το τραπεζομάντιλο, κουρέλι ασύγκριτο, μοναδικό, αξιοθαύμαστο. Κουρέλι ελαφρύ που ταξιδεύοντας στο φως κάνει μια στάση στη σελήνη και μπούργκα γίνεται στου φεγγαριού το πρόσωπο να κρύψει από τον ήλιο τις πληγές του προσθέτοντάς του περισσότερες.

Νύσταξα. Τα χιόνια έλιωσαν. Κλείνουν τα μάτια μου και η καρδιά κλίνει το ρήμα "παραδίδομαι" σ' όλα τα πρόσωπα, τις εγκλίσεις και τους χρόνους, ώσπου σ' εκείνο το  "παραδοθήναι" ένα αηδόνι μες στο στέρνο μου φωλιάζει και τραγουδά: 
"Θα παρέλθουν οι χρόνοι. Κι η θάλασσα θα παρέλθει, και το φεγγάρι, τα όρη τα ψηλά. Θα παρέλθουν τα σημάδια κι οι τρύπες, οι μνήμες, το παρόν. Μόνο το φως θα μείνει. Μόνο το φως. Όχι γυμνό, ούτε αιχμηρό, μα καταστόλιστο πέπλα ψυχών που το άυλο σώμα του άυλα θα ντύσουν, το στόμα του -της άνοιξης μπουμπούκι- ροδαλό θα βάψουν. Πέπλα που κάποτε φτωχά τραπεζομάντιλα υφασμένα τις ζωές τους, διέσχισαν όλη τη γη απ' άκρη σ' άκρη κι από τη γη έφθασαν στο φεγγάρι και δε σταμάτησαν.  Στον ήλιο πήγαν. Τραπεζομάντιλα από σάρκα και πνοή, νερό και αίμα, που μέσα από βροχές και καταιγίδες, χιόνια και βαρδάριδες, λιοπύρια αβάσταχτα, αμόλευτα κατέληξαν, διάφανα πέπλα και μεταξωτά για του φωτός το κάλλος το ασύλληπτο. Τη μέρα εκείνη είναι που θ' αρχίσει ο χορός και τελειωμό δε θα 'χει. Τον λένε "της αιώνιας αγκαλιάς". Της  τρυφερότερης των πλέον τρεφερών, της απαλότερης των απαλότερων, της πλέον άδολης. Μέχρι τότε πρόβαρε τα βήματα και για τίποτε άλλο μην ανησυχείς. Τα βήματα, τα βήματα, δίχως ανάπαυλα, μέχρι να γίνεις κουρελάκι κατατρυπημένο, φαγωμένο, λερωμένο κι ελαφρύ πανάλαφρο, να μπορεί το χεράκι του φωτός να σε σηκώσει, να σε καθαρίσει η αγάπη του, για να το στολίσεις μετά κι εσύ όπως του αξίζει πλάι στα  πέπλα που ήδη μαζί του χορεύουν τον εορταζόντων το  χορό τον ακατάπαυστο."




29/01 Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, -ή φλογερού